Σε μερικές δεκαετίες θα αναγνωρίζουμε τη Μεσόγειο όπως την ξέρουμε σήμερα; Πολλοί επιστήμονες φοβούνται πως όχι, εκτός εάν ληφθούν πιο δραστικά μέτρα για την προστασία της. Η εισβολή ξενικών θαλάσσιων ειδών από τη ναυτιλία, τις ιχθυοκαλλιέργειες, το εμπόριο ειδών ενυδρείου, αλλά κυρίως η είσοδός τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, ειδικά μετά την τελευταία μεγέθυνση του καναλιού τον περασμένο Αύγουστο, βάζει σε κίνδυνο τη μοναδική βιοποικιλότητα της Μεσογείου, πλήττει την αλιεία και συχνά απειλεί τη δημόσια υγεία.

Τα είδη που εισέβαλαν

Τα είδη που έχουν εισέλθει στη Μεσόγειο Θάλασσα μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1869 ονομάζονται Λεσσεψιανοί μετανάστες και η παρουσία τους στη γειτονιά μας δεν είναι νέο φαινόμενο. Ενδεικτικά, το 1924 έκανε την εμφάνισή του στη Μεσόγειο το ψάρι Αγριόσαλπα και το 1931 το ψάρι, το οποίο στην Ελλάδα αποκαλούμε, Γερμανός, γιατί ο εντοπισμός του στην Κρήτη συνέπεσε με τη γερμανική κατοχή. Το 1976 έγινε η πρώτη καταγραφή της μέδουσας Rhopilema nomadica στη Μεσόγειο, της οποίας το τσίμπημα είναι επώδυνο και η παρουσία της σήμερα είναι έντονη στις ακτές του Ισραήλ, διώχνοντας τους τουρίστες από τις παραλίες και φράζοντας τους αγωγούς που διοχετεύουν νερό για την ψύξη των σταθμών παραγωγής ενέργειας και για τη λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης.

«Σχηματικά, μπαίνοντας στη Μεσόγειο, τα είδη αυτά ακολουθούν μια πορεία αντίστροφη από αυτή των δεικτών του ρολογιού» λέει ο κ. Κατσανεβάκης, εξηγώντας ότι κινούνται προς το Ισραήλ, περνούν στις ακτές της Τουρκίας και τέλος εισέρχονται στο Αιγαίο. «Το Αιγαίο πέλαγος αποτελεί φραγμό, με αποτέλεσμα ένας μικρός αριθμός από αυτά τα είδη να εξαπλώνεται στη δυτική Μεσόγειο» τονίζει ο θαλάσσιος βιολόγος Κώστας Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έχει διατελέσει διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλασσίων Βιολογικών Πόρων του ΕΛΚΕΘΕ για πάνω από δύο δεκαετίες. Η ελληνική χερσόνησος, τα μεγάλα βάθη μεταξύ Πελοποννήσου και Κρήτης και μεταξύ Κρήτης και των ακτών της Αφρικής, αποτελούν ακόμα εμπόδιο για τα παράκτια εισβολικά είδη.

Σύμφωνα με την καταγραφή που έκανε ο κ. Παπακωνσταντίνου το 2014, στην Ελλάδα εντοπίστηκαν 42 Λεσσεψιανά είδη. «Το 1990 μόλις 11 είδη είχαν ταυτοποιηθεί στις ελληνικές θάλασσες ως Λεσσεψιανοί μετανάστες» λέει ο κ. Παπακωνσταντίνου. «Οι ρυθμοί δείχνουν ότι πρόκειται για έναν βίαιο εποικισμό που σε βάθος χρόνου πιθανώς να αλλάξει την οικολογία των θαλασσών» προσθέτει.

Στην Κρήτη οι αλιείς αντιμετωπίζουν και ένα ακόμα, μεγαλύτερο πρόβλημα, τη μεγάλη εξάπλωση του τοξικού Λεσσεψιανού είδους του Λαγοκέφαλου. «Το είδος αυτό πιάνεται σε μεγάλες ποσότητες από διάφορα αλιευτικά εργαλεία, προκαλώντας και ζημιές στις ψαριές και στα εργαλεία» σημειώνει η βιολόγος-ιχθυολόγος, Νότα Περιστεράκη, από το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ. «Ο Λαγοκέφαλος είναι ανώτερος θηρευτής και τρέφεται με πολλά είδη ψαριών εμπορικής σημασίας, μειώνοντας έτσι τους πληθυσμούς τους» λέει ο κ. Κατσανεβάκης. «Εχει πολύ κοφτερά δόντια και σκίζει τα δίχτυα των ψαράδων για να κλέψει την ψαριά» προσθέτει.

«Η πρώτη φορά που τον εντοπίσαμε στην Ελλάδα ήταν το Ιούνιο του 2005 στις βόρειες ακτές της Κρήτης» θυμάται η κ. Περιστεράκη, η οποία με την ομάδα της ήταν από τους πρώτους που προειδοποίησαν το ελληνικό κοινό για την επικινδυνότητά του. «Ο Λαγοκέφαλος περιέχει στα εντόσθια, τα αυγά και το δέρμα του ποσότητες τετροδοτοξίνης, μιας νευροπαραλυτικής τοξίνης και εάν καταναλωθεί μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο, αν δεν υπάρξει άμεση νοσηλεία» τονίζει η κ. Περιστεράκη.

Ενας πρόσφατος επισκέπτης των ελληνικών θαλασσών, που πρωτοεμφανίστηκε το καλοκαίρι του 2015 στη Ρόδο, είναι το εντυπωσιακό Λεοντόψαρο με τα δηλητηριώδη αγκάθια. Σύμφωνα με τους επιστήμονες το Λεσσεψιανό αυτό είδος ήρθε για να μείνει και αναμένεται τα επόμενα έτη να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη Μεσόγειο.
(Καθημερινή)