Δύσκολο εγχείρημα με αβέβαια αποτελέσματα είναι το πείραμα του χειμερινού τουρισμού στην Κρήτη, όπως εκτιμά ο Πρόεδρος του Τουριστικού Τμήματος του Επιμελητηρίου Λασιθίου Κώστας Γρηγοράκης με αφορμή την συζήτηση που έχει ανοίξει για τον χειμερινό τουρισμό στο νησί.

Ο κ. Γρηγοράκης – που εκπροσώπησε το Επιμελητήριο Λασιθίου ως ομιλητής στην παγκρήτια εκδήλωση που οργανώθηκε τη  Δευτέρα στο Ρέθυμνο από την Ομοσπονδία Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης – δεν είναι αρνητικός στην προοπτική του χειμερινού τουρισμού, αλλά ως επαγγελματίας που γνωρίζει τη λειτουργία της αγοράς, υπογραμμίζει πως η προσπάθεια για την ανάπτυξη του χειμερινού τουρισμού δεν είναι εύκολη για τις αμιγώς τουριστικές περιοχές της Κρήτης, διότι είμαστε θερινός προορισμός ως νησί και αυτό συνεπάγεται πως δεν υπάρχουν αφενός οι υποδομές του χειμώνα, αφετέρου η διάθεση των επαγγελματιών να μπουν σε ένα μεγάλο ρίσκο.

«Παλαιότερα που το πείραμα έγινε στην Ελούντα ή σε άλλα μέρη, δεν πήγε καλά και οι περισσότεροι – στην περίοδο των εορτών – ήταν φιλοξενούμενοι. Επίσης, είχαν έρθει ορισμένα γκρουπ Αυστριακών τρίτης ηλικίας που έμεναν στο Ηράκλειο και ερχόταν εκδρομές, αλλά ήταν προσωρινό. Εκτιμώ πως γενικά είναι δύσκολη η προσπάθεια για χειμερινό τουρισμό διότι δεν υπάρχει υποδομή. Φαίνεται πολύ δύσκολο. Νομίζω πως οι κλασσικοί επισκέπτες του καλοκαιριού που σχετίζονται με οικογένειες ή φίλους δεν θα έρθουν την περίοδο του χειμώνα», επισημαίνει ο κ. Γρηγοράκης.

 

Τα προβλήματα

Από την πρώτη ανάλυση που επιχειρούν οι παράγοντες του τουρισμού και της αγοράς, μοιάζει να συγκλίνουν με την άποψη που εκφράζει ο εκπρόσωπος του Επιμελητηρίου Λασιθίου, ο οποίος επισημαίνει το στοιχείο που υπογραμμίζουν και όλοι οι εμπλεκόμενοι με την διαμονή. Το πρόβλημα δηλαδή είναι πρωτίστως οι ξενοδοχειακές υποδομές που είναι προσαρμοσμένες στην θερινή λειτουργία, αλλά και η όλη λογική του στησίματος και της λειτουργίας των ξενοδοχείων, τα οποία είναι προσανατολισμένα στους υπαίθριους χώρους, στις παραλίες και στην θάλασσα. Συνεπώς, τα πολυτελή και ακριβότερα ξενοδοχεία του θέρους, κατά την χειμερινή περίοδο, εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να υστερούν.

Έντονος είναι όμως και ο προβληματισμός για τα προγράμματα πτήσεων των αεροπορικών εταιρειών, στοιχείο που επισημαίνει ο κ. Γρηγοράκης, τονίζοντας πως και για τα καταστήματα υπάρχουν ερωτηματικά για το αν μπορούν να μείνουν ανοικτά. Εκπροσωπώντας ο ίδιος τους επιχειρηματίες του κλάδου σημειώνει πως «τα καταστήματα αναμνηστικών δώρων θα μπορούσαν να ανοίξουν εφόσον θα υπάρξει τουριστική κίνηση. Αλλά για παράδειγμα τα μαγαζιά που πωλούν μαγιό, καπέλα, γυαλιά ηλίου και γενικά προϊόντα που απευθύνονται μόνο στο θερινό επισκέπτη, δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Από κει και πέρα θα μπορούσαν να μείνουν ανοικτά όσα πωλούν παραδοσιακά προϊόντα και τρόφιμα μαζί με τα αναμνηστικά», σημειώνει.

Το ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει για την τοπική αγορά του Αγίου Νικολάου ή των άλλων τουριστικών περιοχών εστιάζεται στην στάση που θα τηρήσει ο εμπορικός κόσμος στο ενδεχόμενο λειτουργίας ενός προγράμματος χειμερινού τουρισμού.

«Αν λειτουργούν δύο ξενοδοχεία είναι πολύ δύσκολο να μείνουν ανοικτές επιχειρήσεις για 200 άτομα. Είτε πρόκειται για εμπορικά και τουριστικά καταστήματα ή εστιατόρια, σε περιοχές σαν τον Άγιο Νικόλαο ή την Χερσόνησο δεν θα μείνουν ανοικτά μαγαζιά. Στο Ηράκλειο όπου μπορεί να λειτουργεί το Μουσείο ή η Κνωσός και συνολικά η πόλη με την καθημερινή ζωή της, μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε πως η Αθήνα δείχνει να αναπτύσσει χειμερινό τουρισμό. Το ίδιο μπορεί να συμβεί για κάθε μεγάλη πόλη. Οι θερινοί προορισμοί είναι σε διαφορετική θέση», υπογραμμίζει ο κ. Γρηγοράκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ