Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Σεβ. Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. κ. Ευγενίου

Εγκύκλιος του Σεβ. Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. κ. Ευγενίου για τα Χριστούγεννα του έτους 2018.

Πρός

τόν Ἱερό Κλῆρο, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες καί τόν εὐσεβῆ λαό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου

Ἀγαπητά μου πιστά μέλη τῆς Τοπικῆς μας Ἐκκλησίας,

Ἔφθασε ξανά μπροστά μας ἡ Μητρόπολη τῶν Ἑορτῶν, τά Χριστούγεννα, καί ὅλοι, ὅσοι πιστεύομε στόν Χριστό ὡς τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή καί Εὐεργέτη μας, μέ ἀγαλλίαση καί χαρά ἑορτάζομε, γνωρίζοντας ἐμπειρικά τό θεολογικό βάθος καί τήν οὐσιαστική σημασία αὐτῆς τῆς Ἑορτῆς.

Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο καί μᾶς κάλεσε στοργικά κοντά Του. Ἦλθε καί ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά μᾶς δώσει τήν δυνατότητα νά γίνομε «θεοί κατά χάριν». Ἦλθε καί ἔγινε ὅπως ἐμεῖς, γιά νά μᾶς δώσει τήν ἐλπίδα ὅτι μποροῦμε νά γίνομε ὅπως Ἐκεῖνον. Ἦλθε καί μᾶς χάρισε τήν ἀγάπη Του, γιά νά μᾶς μάθει νά ἀγαπᾶμε. Ἦλθε καί μᾶς ἔφερε ἐπί γῆς τήν εἰρήνη Του, γιά νά μᾶς διδάξει πῶς νά εἰρηνεύομε μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν κάθε ἄνθρωπο, πού δέν εἶναι ξένος ἀλλά ἀδελφός μας. Ἦλθε καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τήν ἀνθρωπότητα, γιά ὅλους καί ὄχι γιά λίγους «ἐκλεκτούς». Γι’ αὐτό «οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην» (Γαλ. γ΄ 28), γι’ αὐτό κανένας ἐθνοφυλετισμός, σέ καμία μορφή ἔκφρασς του, δέν εἶναι ἀνεκτός. Ὅλοι εἴμαστε ἀδελφοί Του καί ἀδελφοί μεταξύ μας και ὅποιος αὐτήν τήν ἀδελφωσύνη πολεμᾶ καί σχίζει τήν Ἐκκλησία ἀσφαλῶς καί δέν ἐνεργεῖ κατά Χριστόν. Ἦλθε γιά νά μᾶς ἀπευθύνει τήν πρόσκληση νά πορευθοῦμε ὁπίσω Του, νά Τόν ἀκολουθήσομε. Ἦλθε, ὄχι γιά νά καλέσει «δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν». Αὐτή εἶναι ἡ παρηγοριά μας καί Αὐτός ὁ παράκλητός μας, ὅπως τόσο χαρακτηριστικά ἔγραψε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Α΄ Καθολική Ἐπιστολή του (κεφ. β΄, 1-2): «καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν πατέρα, ᾿Ιησοῦν Χριστὸν δίκαιον· καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου». Γι’ αὐτό λοιπόν χαιρόμαστε, ἀφοῦ «δι’ ἡμᾶς ἐγεννήθη» καί γιά ἐμᾶς καί τίς ἁμαρτίες μας θυσίασε τόν Ἑαυτόν Του.

Ἔτσι γιορτάζομε μέσα στήν Ἐκκλησία αἰώνια Χριστούγεννα καί γιά ἐμᾶς δέν εἶναι ἁπλά μιά γιορτή πού ἔρχεται καί φεύγει. Ὁ Χριστός γεννᾶται συνεχῶς μέσα στήν Ἐκκλησία καί μᾶς ἀναγεννᾶ, μᾶς προσφέρεται σέ κάθε Θεία Λειτουργία ζητώντας μας τόπον γιά νά ἀνακλιθεῖ στή φάτνη τοῦ βηθλεεμικοῦ σπηλαίου τῆς ὕπαρξής μας. Εἴμαστε ἕτοιμοι γι’ αὐτήν τήν ὑψηλή ἐπίσκεψη, εἴμαστε χαρούμενοι γι’ αὐτήν τήν δοχή; Αἰσθανόμαστε τήν παναγάπη πού ἁγιάζει καί μεταμορφώνει τό εἶναι μας; Τότε, ναί, γιορτάζομε ἀληθινά Χριστούγεννα. Τότε προσλαμβάνομε τήν ὀρθή διάσταση πού ἔχουν τά φαινόμενα καί βλέπομε πίσω ἀπό τά φῶτα πού πληθαίνουν αὐτές τίς ἡμέρες τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ πού «φαίνει πᾶσι», πίσω ἀπό τόν φανταχτερό διάκοσμο τήν ὀμορφιά τῆς προσωπικῆς μας μεταμόρφωσης, τό συναίσθημα ἐκεῖνο πού φανερώνουν οἱ παιδικές φωνές, πού ψάλλουν ὅτι «χαίρει ἡ φύσις ὅλη». Τότε κατανοοῦμε καί τήν εὐθύνη μας οἱ Χριστιανοί ἀπέναντι στόν κόσμο, ὡς φορεῖς τοῦ μηνύματος τῆς εἰρήνης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀληθείας. Ὅσοι φέρομε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔχομε τήν ἐντολή νά γινόμαστε μάρτυρές Του στόν κόσμο, νά μεταφέρομε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἐνανθρώπησής Του, τό σκοπό καί τό τέλος της, τό βαθύτατο δηλαδή ἀνθρωπολογικό καί σωτηριολογικό περιεχόμενό της. Καί ἀσφαλῶς, γιά νά εἴμαστε ἀξιόπιστοι, ὀφείλομε νά κάνομε πράξη πρῶτοι αὐτά πού διδάσκομε. Οὐσιαστικά, νά φανερώνομε ὅτι εἴμαστε ἀληθινοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί νά μᾶς γνωρίζουν γι’ αὐτό ἀπό τήν μεταξύ μας ἀγάπη. Ἔξω καί πέρα ἀπό ἐμᾶς ἄς μένουν διχοστασίες καί ἕριδες, διχόνοιες καί ἔχθρες, κομματισμοί πού κομματιάζουν. Γνώρισμά μας, ἡ ὑπομονή, ἡ ταπείνωση, ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ συγχώρηση, ἡ μακροθυμία, τά αἰώνια διδάγματα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ὅλα αὐτά πού παιδαγωγοῦν τόν ἄνθρωπο νά γίνεται πραγματικός ἄνθρωπος καί νά λειτουργεῖ ἀγαπητικά, ἀνυπόκριτα, αὐθεντικά.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις σᾶς προτρέπομε ἀπό καρδιᾶς γιά οὐσιαστικά, ἀληθινά, πραγματικά Χριστούγεννα προκειμένου νά εἶναι καί καλά, γιά Χριστούγεννα μέ τό Χριστό καί ὄχι χωρίς Χριστό. Μέ τήν ἀγάπη Ἐκείνου, πού μᾶς συνέχει, πού μᾶς ἑνώνει, πού μᾶς συντηρεῖ, πού ἁγιάζει τή σχέση μας, σᾶς ἀσπαζόμαστε καί σᾶς μεταφέρομε τόν ἀσπασμό καί τήν ἀγάπη τοῦ Πατρός καί Πατριάρχου μας ἀπό τήν Μητέρα μας Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ ὁποίου ἔχομε τήν εὐλογία νά μετέχομε ἀπό τόν παρελθόντα Σεπτέμβριο καί γιά ἕνα ἔτος.

Σᾶς εὐχόμαστε πατρικά νά ζεῖτε χρόνια πολλά, εὐλογημένα ἀπό τόν Ἐνανθρωπήσαντα Κύριό μας, γεμάτα ἀπό πνευματική χαρά καί ἀνεξάντλητη δύναμη πού θά ὁδηγεῖ, μέ τήν αὐτογνωσία, ἀπό τήν ἀστοχία στήν τελείωση, ἀπό τήν αὐτοειδωλοποίηση στήν ἀληθινή πίστη, ἀπό τήν τραγική μοναξιά στήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας καί στή θαλπωρή τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ.

Σᾶς παρακαλοῦμε δέ, κλείνοντας, νά μή λησμονοῦμε στήν προσευχή μας καί στά εὐεργετικά κινήματα τῆς ψυχῆς μας τούς ἀναγκεμένους ἀδελφούς σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅσους δοκιμάζονται καί γιά ὅσους ἡ φράση «ἀνθρώπινα δικαιώματα» εἶναι ἄγνωστη.

Νά μή λησμονοῦμε ὅλους ἐκείνους πού ἀναζητοῦν νόημα στή ζωή τους, ἐλπίδα στά ἀδιέξοδά τους, τέλος στίς δοκιμασίες τους, ἐλευθερία ἀπό τίς δουλείες τους, σεβασμό στά πρόσωπά τους.

Νά μή λησμονοῦμε τή δοκιμαζόμενη ἀπό πνευματικό λιμό Πατρίδα μας καί τήν Ἐκκλησία μας πού συνεχίζει, παρά τίς ἀντιξοότητες, νά πορεύεται, νά εὐεργετεῖ, νά προσλαμβάνει, νά θεραπεύει ὅλους μας.

Νά μή λησμονοῦμε, τέλος, πώς «Μέσα μας γίνεται ἡ Γέννηση. Ἔξω στέκει τό σχῆμα της – Μᾶς φανερώνεται», ὅπως ἔγραφε σέ ἕνα ποίημά του ὁ Γιῶργος Θέμελης. Εἴθε νά τό νοιώσομε ἐφέτος βαθιά καί νά ζήσομε αὐτή τή φανέρωση μέσα μας.

Μέ ἀγάπη καί ἑόρτιες εὐχές

Ὁ Ἐπίσκοπός σας

Ὁ Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Εὐγένιος