Αυξημένος είναι ο κίνδυνος να γεννηθεί ένα παιδί με σοβαρές ανωμαλίες, ιδίως στην καρδιά, αν κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης η μητέρα του είχε πάρει μία συγκεκριμένη κατηγορία αντιβιοτικών, τα μακρολιδικά, σύμφωνα με μία νέα βρετανική επιστημονική έρευνα. Γι’ αυτό τα εν λόγω αντιβιοτικά πρέπει να χορηγούνται με πολύ προσοχή στις εγκύους, σύμφωνα με τους επιστήμονες. Ο κίνδυνος των μακρολιδικών αντιβιοτικών είναι μεγαλύτερος από ό,τι των πενικιλινών κατά την κύηση.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), με επικεφαλής την καθηγήτρια Ρουθ Γκίλμπερτ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό BMJ (British Medical Journal), ανέλυσαν στοιχεία για 104.605 παιδιά, τα οποία παρακολουθήθηκαν για έξι χρόνια μετά τη γέννησή τους, καθώς επίσης 82.314 παιδιά, των οποίων οι μητέρες είχαν πάρει μακρολιδικά αντιβιοτικά ή πενικιλίνες πριν την εγκυμοσύνη. Στην πρώτη ομάδα, 8.632 μητέρες είχαν πάρει μακρολιδικά αντιβιοτικά στη διάρκεια της κύησης και 95.973 είχαν πάρει πενικιλίνες. Αντίστοιχα, είχαν γεννήσει 186 και 1.666 παιδιά με συγγενείς ανωμαλίες (εκ γενετής παραμορφώσεις και βλάβες).

Διαπιστώθηκε ότι η χορήγηση μακρολιδικών αντιβιοτικών κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο γέννησης μωρού με σημαντικό σωματικό ελάττωμα (28 περιστατικά ανά 1.000 τοκετούς έναντι 18 ανά 1.000 για τις πενικιλίνες) και ειδικότερα στην καρδιά (11 έναντι επτά περιστατικά ανά 1.000 τοκετούς). Επίσης, ελαφρώς αυξημένος ήταν ο κίνδυνος για παραμορφώσεις των γεννητικών οργάνων (πέντε περιπτώσεις ανά 1.000 γεννήσεις στα μακρολιδικά αντιβιοτικά έναντι τριών ανά 1.000 στις πενικιλίνες).

Δεν βρέθηκε αυξημένος κίνδυνος νευροαναπτυξιακής διαταραχής (αυτισμού, επιληψίας, ΔΕΠΥ κ.ά.), ούτε αυξημένος κίνδυνος αν η λήψη των μακρολιδικών είχε γίνει στο δεύτερο ή στο τρίτο τρίμηνο της κύησης.