Αρχική Άλλα νέα Τεχνολογία-Επιστήμη iMac: Θυμόμαστε την εξέλιξη του θρυλικού all-in-one της Apple

iMac: Θυμόμαστε την εξέλιξη του θρυλικού all-in-one της Apple

Στην εποχή που η αγορά laptop φαντάζει λίγο-πολύ μονόδρομος, υπάρχει ακόμα μία οικογένεια σταθερών συστημάτων που έχει τον τρόπο και αντιστέκεται.

Ο λόγος φυσικά για τους iMac, μία σειρά με πλούσια ιστορία, ισχυρή παρουσία αλλά και αδιαμφισβήτητες προοπτικές. Έχοντας κλείσει 22 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας, έχουν το δικό τους κοινό το οποίο μάλιστα πίνει νερό στο όνομά τους. Όπως λένε, μάλιστα, onceyougoMac, younevergoback!

Τα παραπάνω δεν προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση αφού αν υπάρχει μία εταιρεία που θα μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο, αυτή είναι η Apple. Η ίδια άλλωστε φρόντιζε να υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι έφερε την επανάσταση τη δεκαετία του 70 στους υπολογιστές με τον Apple II και τους εφηύρε εκ νέου στα 80s με τον Macintosh. Κάτι αντίστοιχο έμελλε να γίνει λίγο αργότερα και συγκεκριμένα το 1998, όταν ο Steve Jobs παρουσίαζε στον κόσμο το δημιούργημα του Jonathan Ive.

Αφήνοντας το παρελθόν πίσω

Ο πρώτος iMac, ο περίφημος iMac G3 συνιστούσε μία πραγματική επανάσταση. Το design του ήταν ό,τι πιο χαρακτηριστικό υπήρχε στην αγορά. Όταν όλοι οι κατασκευαστές περιορίζονταν στο γκρι, η Apple δε δίστασε να πειραματιστεί όχι με έναν αλλά 13 διαφορετικούς χρωματικούς συνδυασμούς, δίνοντας έτσι μία πιο funky εμφάνιση στο σύστημά της. Την ίδια στιγμή αυτό έμοιαζε να μη θέλει να έχει καμία σχέση με το παρελθόν: άφαντος ο οδηγός δισκέττας, θύρα USB και CD-ROM (αρχικά με δισκάκι και εν συνεχεία με οπή).

Εν έτει 1998 η Apple έδινε μια γεύση της φιλοσοφίας που θα την ακολουθούσε 30 και πλέον χρόνια μετά. Η εμπειρία του iMac G3 ήταν η φιλικότερη δυνατή για τον χρήστη: ο τελευταίος έπρεπε απλά να βγάλει το σύστημα από το κουτί του και να ακολουθήσει μόλις δύο βήματα για να συνδεθεί στο internet. Η φράση «δεν υπάρχει τρίτο βήμα» έγινε ύμνος στις τάξεις της εταιρείας από το Cupertino που είδε το κοινό να αγκαλιάζει το νέο της σύστημα σε χρόνο μηδέν. Η ίδια παρέμεινε στις επάλξεις κυνηγώντας λυσσαλέα με κάθε μέσο που της έδινε ο νόμος οποιονδήποτε τολμούσε να μιμηθεί το design της…

Ο iMac G3 συνέχισε να αναπτύσσεται για περίπου τέσσερα χρόνια. Ο επεξεργαστής (παραλλαγές του PowerPC της ίδιας της Apple) γινόταν ταχύτερος, η μνήμη περισσότερη, ο δίσκος μεγαλύτερος και το προφίλ συνδεσιμότητας πληρέστερο με την προσθήκη της FireWire. Το δε Mac OS συνέχιζε να αναπτύσσεται, αποκτώντας διαρκώς νέες λειτουργίες, έστω κι αν υπολειπόταν -προς ώρας- των Windows.

Ο προπομπός του σήμερα

Το 2002 η Apple έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα: καινοτόμησε, αφήνοντας στην άκρη το επιτυχημένο design του iMac G3 και υιοθετώντας ένα εντελώς καινούριο με τον iMac G4. Ο σχεδιασμός του τελευταίου ήταν μια πρώιμη έκδοση αυτού που διαθέτει και σήμερα η σειρά, με μία οθόνη LCD επάνω σε μία βάση. Η ουσιαστική διαφορά τους έγκειτο στο ότι η βάση του iMac G4 «φιλοξενούσε» και τα υποσυστήματά του -εν αντιθέσει με τη σημερινή που μόνο στηρίζει τον iMac. Ο λόγος που συνέβαινε βέβαια αυτό ήταν το αυξημένο βάρος της ίδιας της LCD.

Η βάση του iMac G4 είχε σχήμα ημισφαιρίου, με το σύστημα να είναι πιο συμπαγές (βάθος 26,5 εκατοστών έναντι 43,5 εκατοστών του iMac G3) κυκλοφορεί σε εκδόσεις των 15, 17 και 20 ιντσών (η μεγάλη ήταν ανάλυσης 1680×1050 pixels, άκρως εντυπωσιακή για την εποχή). Βασιζόταν σε επεξεργαστές PowerPC G4 και σε συνδυασμό με τη νέας τεχνολογίας οθόνη του αλλά και το αθόρυβο σύστημα ψύξης, προσέφερε μία πραγματικά φουτουριστική εμπειρία. Η Apple μάλιστα τον προώθησε υπογραμμίζοντας πως ήταν τόσο ευέλικτος, ώστε να προσαρμόζεται με την ίδια ευκολία μίας λάμπας γραφείου.

Από τα PowerPC στην Intel

Με την επόμενη γενιά iMac, τον iMac G5 του 2004, ήρθε και το τέλος των PowerPC. Η κληρονομία που άφησε όμως εκείνος ήταν ιδιαίτερα σημαντική και συναντάται μέχρι και σήμερα. Η πρόοδος στις LCD ήταν τέτοια που επέτρεψε στα υποσυστήματά του να τοποθετηθούν πίσω από την οθόνη του, κίνηση που είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση του ημισφαιρίου από τη βάση του -με την τελευταία μάλιστα να παίρνει και την τελική (ως τώρα) μορφή της. Ο iMac G5 έμοιαζε πλέον περισσότερο από ποτέ με οθόνη -ίσως με ελαφρά μεγαλύτερο προφίλ απ’ ό,τι οι κανονικές- με το βάρος του μάλιστα να μειώνεται σε κάθε του επανέκδοση.

Ο iMac του 2006 μπορεί εμφανισιακά να μην είχε καμία διαφορά από το αμέσως προηγούμενο μοντέλο, όμως το «ζουμί» βρισκόταν στα ενδότερά του, εκεί όπου πλέον κυριαρχούσαν οι Core Duo αρχικά και Core 2 Duo εν συνεχεία της Intel. Το σύστημα ερχόταν με επιλογές καρτών γραφικών από ATi και NVIDIA, δίσκο χωρητικότητας τουλάχιστον 160 GB και 512 MB DDR2 SDRAM -με δυνατότητα αναβάθμισης στα 4 GB στο τελευταίο χρονικά μοντέλο. Ο iMac κυκλοφόρησε σε τρία μεγέθη: 17, 20 και 24 ίντσες. Όλα είχαν λευκό χρώμα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το σύστημα μπορούσε να τρέξει τόσο Mac OS όσο και Windows -υποστηρίζοντας μάλιστα ακόμα και Windows 10 (32-bit βέβαια).

Σχεδιασμός αλουμινίου

Η Apple μας είχε συστήσει εξ αρχής τον iMac σαν μία premium πρόταση, από πλευράς τόσο χαρακτηριστικών, όσο και design. Το πρόβλημα με το τελευταίο ήταν ότι το λευκό πλαστικό σώμα του δεν έδινε ακριβώς τέτοια εντύπωση. Ως εκ τούτου, η επόμενη γενιά iMac εστίαζε στον σχεδιασμό και δεν απογοήτευσε: ο συνδυασμός αλουμινίου και γυαλιού (με κομμάτια πλαστικού πάντως) με μία μόλις ορατή βίδα στο εξωτερικό του, ήταν αρκετός για να θαμπώσει Τύπο και κοινό. Το μοντέλο των 17 ιντσών εξαφανίστηκε δίνοντας τη θέση του σε ένα με διαγώνιο 20 ίντσες (διατίθετο και ένα δεύτερο στις 24 ίντσες με οθόνη IPS) ενώ στην πορεία προέκυψε και ένα νέο, μικρότερο πληκτρολόγιο.

Δύο χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του iMac από αλουμίνιο, ήρθε το επόμενο μοντέλο. Σε αυτό ξεχώριζε ο σχεδιασμός τύπου unibody: το σώμα ήταν πλεόν ενιαίας κατασκευής, όλο αλουμινένιο. Μαζί με το πλαστικό μέρος στο πίσω τμήμα του, παρελθόν από τον iMac αποτέλεσαν και οι κάρτες γραφικών της NVIDIA με τα δύο διαθέσιμα μεγέθη να ανεβαίνουν επιπλέον στις 21,5 και 27 ίντσες. Η Apple διπλασίασε τόσο τις υποδοχές για τη RAM, όσο και την ίδια την ποσότητα μνήμης, με τις τελευταίες εκδόσεις του συγκεκριμένου iMac να διαθέτουν κάμερα FaceTime HD, θύρες Thunderbolt και δίσκο SSD για πρώτη φορά στα χρονικά της σειράς.

Ο σχεδιασμός unibody τελειοποιήθηκε στα τέλη του 2012 με την επόμενη γενιά iMac. Το νέο μοντέλο διέθετε πολύ λεπτότερο προφίλ (μόλις 5 χιλιοστά στο πιο λεπτό σημείο του), κάτι που η Apple πέτυχε μέσω μίας προηγμένης διεργασίας στην οθόνη (στην ουσία αφαίρεσε το κενό μεταξύ γυαλιού και οθόνης) και της αφαίρεσης του οδηγού οπτικού δίσκου. Τα μεγέθη και οι αναλύσεις της οθόνης έμειναν ως είχαν με το σύστημα να περνά από τους Ivy Bridge στους Haswell κι από εκεί στους Broadwell και τους Kaby Lake επεξεργαστές της Intel. Στα γραφικά είχαμε τη θριαμβευτική επιστροφή της NVIDIA ενώ ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην υποστήριξη του νεότερου προτύπου Wi-Fi (802.11ac).

Στην εποχή της Retina

Το 2014, ο iMac πήρε τη σημερινή του μορφή και δεν αναφερόμαστε μόνο στα της εμφάνισης. Η Apple έφερε τις οθόνες Retina και στην οικογένεια των Mac, με το αρχικό μοντέλο να διαθέτει οθόνη 27 ιντσών ανάλυσης 5120×2880 pixels, ξεπερνώντας κάθε φαντασία. Σε αυτό προστέθηκε λίγο αργότερα ακόμα ένα, 21,5 ιντσών και ανάλυσης 4096×2304. Οι τελευταίες εκδόσεις και των δύο πάντως (μοντέλα του 2020), διαθέτουν οθόνες με LED φωτισμό, IPS πάνελ με χρωματικό εύρος DCI-P3 και φωτεινότητα 500 nits. Η Apple φρεσκάρει σε ετήσια βάση τους επεξεργαστές ενώ οι μόνοι δίσκοι που προσφέρονται πλέον είναι SSD.

Για όσους μάλιστα τα έτσι κι αλλιώς κορυφαία τεχνικά χαρακτηριστικά των τελευταίας γενιάς iMac δεν είναι αρκετά (επαγγελματίες που προορίζουν το σύστημά τους για πολύ σκληρή χρήση), η Apple έχει προνοήσει διαθέτοντας τον iMac Pro, ένα πραγματικό τέρας επιδόσεων με T2 SoC, επεξεργαστή από 10 έως 18 πυρήνων (!), 32 έως 256 GB RAM, δίσκο NVMe SSD χωρητικότητας 1 έως 4 TB και οθόνη 27 ιντσών ανάλυσης 5120×2880 pixels. Ο iMac Pro μάλιστα ξεχωρίζει από τους «απλούς» iMac από… χιλιόμετρα χάρη στο χαρακτηριστικό σκούρο γκρι (space gray) χρώμα του.

Το μόνο βέβαιο είναι πως παρά τα όσα έχει ήδη καταφέρει μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, ο iMac έχει όλο το μέλλον μπροστά του. Ο all-in-one της Apple έχει αποδείξει ότι έχει τον τρόπο να εξελίσσεται, καλύπτοντας τα «θέλω» και τις ανάγκες ακόμα και των πλέον απαιτητικών επαγγελματιών. Το τι μας επιφυλάσσει στο μέλλον το ξέρουν μόνο στο Cupertino.