Για μείωση της παραγωγής ελληνικού ελαιολάδου, που σε κάποιες περιοχές και περιπτώσεις θα αγγίξει και το 50% τη φετινή χρονιά, σε σχέση με πέρυσι, κάνουν λόγο οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις. Όπως είπε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεων Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), Γρηγόρης Αντωνιάδης «η φετινή χρονιά, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, θα κλείσει γύρω στους 140.000 τόνους ελαιολάδου».

Οι λόγοι πολλοί. Μεταξύ αυτών είναι καιρικές συνθήκες, καθώς φέτος σε πολλές περιοχές της Ελλάδας υπήρξαν έντονες βροχοπτώσεις, αλλά και η κόπωση των δένδρων, καθώς όπως είπε ο κ. Αντωνιάδης «το να πηγαίνει μια χρονιά καλά η παραγωγή και την επόμενη όχι, είναι και στην ιδιότητα του δένδρου. Δεν μπορεί να αλλάξει αυτό, το δένδρο δε μπορεί να κάνει πολλές φορές συνεχόμενα καλές παραγωγές».

Επίσης, πέρα από τη μειωμένη παραγωγή, υπάρχει και ποιοτικό πρόβλημα λόγω του δάκου. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒΙΤΕΛ «στην Ελλάδα δεν έγινε σωστή καταπολέμηση του δάκου την περασμένη χρονιά με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν αρκετά από τα ελαιόδεντρα» και προσθέτει ότι η ποιότητα μπορεί να προστατευθεί αλλά και να βελτιωθεί «εάν και εφόσον η δακοκτονία γίνει στο σωστό χρόνο και με το σωστό τρόπο, κάτι που δεν έγινε πέρυσι».

Μεγάλα είναι και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αγορά της Ιταλίας καθώς και εκεί η απώλεια αναμένεται να φτάσει τα επίπεδα του 50%, όπως και στην Ελλάδα. Αντίθετα, η παραγωγή στην Ισπανία είναι εξαιρετική όπως λέει ο κ. Αντωνιάδης και σημειώνει πως αυτό το γεγονός «ασφαλώς και πιέζει την τιμή στα επίπεδα τα σημερινά που είναι γύρω στα 3 ευρώ για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Πιστεύουμε ως ΣΕΒΙΤΕΛ ότι η εξαγωγή τυποποιημένου επώνυμου προϊόντος έχει δυνατότητες να προχωρήσει, διότι τα τελευταία χρόνια έχει πάει καλά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχουμε ξεπεράσει τους 30.000 τόνους λαδιού τυποποιημένου προϊόντος» και υπογράμμισε πως στόχος «μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια είναι να ξεπεράσουμε τους 50.000 τόνους. Η δυναμική υπάρχει και είναι ικανοποιητική και είμαστε αισιόδοξοι ότι μέσα σε 2-3 χρόνια θα πετύχουμε το στόχο μας. Άλλωστε η αγορά και οι εξαγωγές του ελαιολάδου μεγαλώνουν συνέχεια ενώ αντίθετα στην εσωτερική αγορά υπάρχει μείωση».