Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Στ. Τσιόδρας στην ενημέρωσή του στην συμπεριφορά του ιού σε σχέση με τους νέους, τονίζοντας ότι είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθούν οι σπάνιοι θάνατοι σε νέους, καθώς όπως είπε «γνωρίζουμε ελάχιστα για την παθογένεια της νόσου» η οποία όπως είπε είναι ακόμη άγνωστη στην επιστημονική κοινότητα.

«Οι επιστήμονες ψάχνουν την πιθανότητα να υπάρχουν ειδικά γονίδια που να ορίζουν ποιος θα πάει ή δεν θα πάει καλά, όπως το γονίδιο του υποδοχέα που χρησιμοποιεί ο ιός για να μας επιτεθεί, της πόρτας δηλαδή για να μπει στον οργανισμό μας. Η πόρτα αυτή βρίσκεται στην εξωτερική επιφάνεια των κυττάρων των πνευμόνων και της καρδιάς» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Τσιόδρας κι ανέφερε ότι παραλλαγές στο γονίδιο αυτό θα μπορούσαν να κάνουν την πόρτα λίγο πιο ανοιχτή ή λίγο πιο κλειστή ώστε να δυσκολεύεται η είσοδος του κοροναϊού στα κύτταρα νεώτερων ανθρώπων.

Επίσης, όπως είπε, υπάρχει μία ουσία που βοηθά τον πνεύμονα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει. «Φανταστείτε ένα σφουγγάρι. Μέσα στους πνεύμονες υπάρχει αυτή η ουσία και λειτουργεί ως απορρυπαντικό για το σφουγγάρι. Αυτό το συστατικό εμείς οι επιστήμονες το ονομάζουμε επιφανειοδραστικό παράγοντα και μπορεί γρήγορα να εξαντλείται σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με τον κορονοϊό και δεν πάνε τόσο καλά ακόμη κι όταν είναι στον αναπνευστήρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος αναφέρθηκε επίσης στον ρόλο του ανοσοποιητικού συστήματος κάποιων νέων ανθρώπων διευκρινίζοντας ότι το ανοσοποιητικό τους σύστημα ίσως λειτουργεί πολύ καλά αλλά «σε μερικούς, ευτυχώς λίγους, υγιείς νέους κατά τα άλλα ανθρώπους ένα πολύ αντιδραστικό ανοσοποιητικό σύστημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μαζική καταιγίδα φλεγμονής που κατακλύει τον πνεύμονα και τα άλλα όργανα» και πρόσθεσε ότι δεν πρόκειται για ένα εξασθενημένο και ασθενές αμυντικό σύστημα αλλά για ένα αμυντικό σύστημα που λειτουργεί πολύ καλά.

Τέλος, πρόσθεσε ότι κάτι άλλο που συμβαίνει στις περιπτώσεις των νέων είναι ότι δεν δίνουν την απαραίτητη προσοχή ενώ εμφανίζουν συμπτώματα.