Η μάχη απέναντι στην καλπάζουσα ακρίβεια, που αποτελεί σήμερα το νούμερο ένα πρόβλημα για τα νοικοκυριά της Κρήτης και ολόκληρης της χώρας, περνάει πλέον σε μια νέα, ψηφιακή φάση. Με τα επίπεδα του πληθωρισμού στα τρόφιμα να ροκανίζουν το διαθέσιμο εισόδημα και την τουριστική περίοδο να διαμορφώνει συχνά αυξητικές τάσεις στις τοπικές αγορές, το κράτος έριξε στη μάχη ένα νέο εργαλείο. Η ψηφιακή πλατφόρμα «posokanei.gov.gr» έκανε μόλις την πρεμιέρα της, αντικαθιστώντας το παλαιότερο e-Καταναλωτής, με διακηρυγμένο στόχο να αποτελέσει τον καθημερινό σύμμαχο του πολίτη πριν την επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ.
Η νέα εφαρμογή, προσβάσιμη τόσο από υπολογιστές, όσο και από κινητά τηλέφωνα, συγκεντρώνει και επικαιροποιεί καθημερινά τις τιμές για περίπου 10.000 κωδικούς προϊόντων. Το θετικό στοιχείο, ειδικά για την τοπική αγορά της Κρήτης, είναι πως, πέρα από τους εθνικούς «παίκτες», έχουν ενσωματωθεί και αλυσίδες με ισχυρότατο τοπικό αποτύπωμα, όπως ο Χαλκιαδάκης και το ΣΥΝΚΑ.
Αυτό επιτρέπει στους καταναλωτές του νησιού μας να έχουν μια ρεαλιστική εικόνα του πραγματικού ανταγωνισμού στη γειτονιά τους. Η δυνατότητα δημιουργίας λίστας αγορών, η σάρωση των barcodes στα ράφια και, κυρίως, η παρακολούθηση του ιστορικού μιας τιμής είναι σαφώς βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη διαφάνεια.
Οι εντυπωσιακές… απουσίες στο καλάθι
Όμως, η ψηφιακή αυτή βιτρίνα απέχει ακόμη από το να αποτυπώνει με ακρίβεια το πραγματικό τραπέζι του καταναλωτή. Η πρώτη, μεγάλη διαπίστωση κατά την πλοήγηση στις κατηγορίες της πλατφόρμας είναι πως λάμπουν διά της απουσίας τους το νωπό κρέας και το φρέσκο ψάρι. Είναι πρακτικά αδύνατο να μιλάμε για ουσιαστική σύγκριση στο εβδομαδιαίο καλάθι, όταν λείπουν εντελώς τα πιο βασικά, αλλά και τα πιο δαπανηρά, είδη διατροφής ενός μέσου νοικοκυριού.
Πέρα όμως από την προφανή απουσία σε κρέας και ψάρι, μια πιο ενδελεχής περιήγηση αναδεικνύει και άλλες σημαντικές ελλείψεις στο σύστημα.
Χύμα αγροτικά προϊόντα, φρέσκος άρτος, τοπικοί παραγωγοί και σύγκριση στην Ιδιωτική ετικέτα (PrivateLabel) απουσιάζουν.
Συγκεκριμένα, η μαναβική (φρούτα και λαχανικά), που αποτελεί τη βάση της μεσογειακής διατροφής, εκπροσωπείται εξαιρετικά ελλιπώς, καθώς το σύστημα ευνοεί τεχνολογικά κυρίως τα τυποποιημένα προϊόντα.
Λείπουν το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα ημέρας, περιορίζοντας τη σύγκριση σχεδόν αποκλειστικά στο βιομηχανοποιημένο ψωμί του τοστ.
Ο καταναλωτής δύσκολα θα βρει τα προϊόντα των μικρών, τοπικών παραγωγών της Κρήτης, τα παραδοσιακά τυροκομικά ή το ελαιόλαδο μικρών συνεταιρισμών, τα οποία συχνά πωλούνται εκτός των μεγάλων αλυσίδων.
Υπάρχει εγγενής δυσκολία στη σύγκριση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας μεταξύ διαφορετικών αλυσίδων, παρ’ ότι αυτά κερδίζουν συνεχώς έδαφος λόγω κόστους, αφού η πλατφόρμα αναζητά πανομοιότυπα barcodes.
Ένα εργαλείο, αλλά όχι πανάκεια
Συμπερασματικά, το «Πόσο Κάνει» είναι ένα αναμφίβολα χρήσιμο εργαλείο ενημέρωσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί πανάκεια κατά της ακρίβειας. Προσφέρει εξαιρετική υπηρεσία στην οργάνωση αγορών για τυποποιημένα είδη, καθαριστικά, και είδη προσωπικής φροντίδας, ασκώντας -σύμφωνα με την κυβέρνηση – έμμεση πίεση στις μεγάλες αλυσίδες να συγκρατήσουν τις αυξήσεις.
Ωστόσο, η διαφάνεια από μόνη της δεν μειώνει τις τιμές και η ψηφιακή ενημέρωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους αυστηρούς, φυσικούς ελέγχους στην αγορά. Σε τοπικό επίπεδο οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί καλούνται να παραμείνουν σε εγρήγορση, αν και εφ’ όσον λειτουργούν, διότι δεν ξέρουμε πια τι ελέγχουν. Το χασάπικο, το ιχθυοπωλείο, η λαϊκή αγορά και ο φούρνος της γειτονιάς παραμένουν εκτός ψηφιακού ραντάρ. «Είναι μια καλή αρχή», τονίζει η κυβέρνηση και πανηγυρίζει, αλλά ο δρόμος για την πραγματική προστασία του εισοδήματος παραμένει δύσβατος.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ


































































































