Σε ένα κλίμα πρωτοφανούς έντασης και απόλυτης θεσμικής ομοψυχίας, η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Κρήτης ύψωσε ένα αδιαπέραστο τείχος προστασίας απέναντι στο προτεινόμενο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ).
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Μιχάλη Ατσαλάκη στην ΑΝΑΤΟΛΗ το νέο πλαίσιο, το οποίο φιλοδοξεί να αντικαταστήσει εκείνο του 2008, εισάγει αυστηρότερους όρους χωροθέτησης για αιολικά, φωτοβολταϊκά και έργα αποθήκευσης ενέργειας. Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί αναντίρρητα εθνική και ευρωπαϊκή υποχρέωση, η οποία κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας. Ωστόσο, όπως ξεκαθαρίστηκε, η κρίσιμη αυτή μετάβαση προϋποθέτει έναν ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό, απόλυτο σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον και, κυρίως, ουσιαστική κοινωνική συναίνεση.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών κατέδειξε ότι η άναρχη ανάπτυξη έργων ΑΠΕ προκάλεσε δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις σε περιοχές με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, υψηλή γεωργική παραγωγικότητα και σημαντική τουριστική δραστηριότητα. Συνεπώς, το διακύβευμα δεν είναι αν χρειαζόμαστε ΑΠΕ, αλλά πού, σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους συγκεκριμένους όρους αυτές αναπτύσσονται. Ειδικά για περιοχές όπως το Λασίθι, που διαθέτει ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον, πλήθος προστατευόμενων περιοχών, ορεινούς όγκους και μια οικονομία άρρηκτα στηριγμένη στην ισορροπία γεωργίας, τουρισμού και τοπίου, το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη και υπαρξιακή βαρύτητα.
Στον τομέα της αιολικής ενέργειας, το Λασίθι αντιμετωπίζεται χωροταξικά ως αναπόσπαστο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας, διαθέτοντας «Περιοχές Καταλληλότητας» και «Περιοχές Επιτάχυνσης». Το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδάφους από ανεμογεννήτριες σκαρφαλώνει στο 4% της έκτασης ανά Δημοτική Ενότητα. Παρά το γεγονός ότι θεσπίζονται «Περιοχές Αποκλεισμού» που «κλειδώνουν» ευαίσθητες ζώνες –όπως υψόμετρα άνω των 1.200 μέτρων, πυρήνες εθνικών δρυμών, αρχαιολογικές ζώνες και περιοχές υψηλής τουριστικής ανάπτυξης– η τοπική αυτοδιοίκηση προειδοποιεί. Η εξομοίωση με την ηπειρωτική Ελλάδα αγνοεί την έντονη βιοποικιλότητα και το ιδιαίτερο ανάγλυφο της περιοχής, ζητώντας ρητούς αποκλεισμούς σε πλαγιές με κλίσεις άνω του 70%, για να αποφευχθούν οι καταστροφικές διανοίξεις δρόμων.
Για τα φωτοβολταϊκά, το νέο πλαίσιο εισάγει ένα αυστηρό όριο φέρουσας ικανότητας. Ειδικά για την Π.Ε. Λασιθίου, το μέγιστο ποσοστό εδαφικής κάλυψης “κλειδώνει” στο 1,5% της συνολικής της έκτασης, όπου θα προσμετρώνται τα ήδη εν λειτουργία έργα, όσα διαθέτουν Βεβαίωση Παραγωγού, αλλά και εκείνα με πλήρες αίτημα για προσφορά σύνδεσης.
Ένα ακόμη «καυτό» ζήτημα για τον παραγωγικό ιστό του νομού είναι η Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας, όπου το σχέδιο επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την εγκατάσταση σταθμών. Με δεδομένο το ισχυρό εξαγωγικό, αγροδιατροφικό μοντέλο μας, η ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής απειλεί ευθέως τη διαθέσιμη παραγωγική γη. Η θέση των φορέων είναι πως στις εκτάσεις αυτές τα έργα πρέπει να περιορίζονται αποκλειστικά στην αυτοπαραγωγή, μειώνοντας το ενεργειακό κόστος των θερμοκηπίων. Παράλληλα, η γεωθερμία προκρίνεται ως λύση στα τοπικά γεωθερμικά πεδία, σε αντίθεση με την πρόβλεψη για εγκατάσταση πλωτών φωτοβολταϊκών σε ταμιευτήρες. Για το Λασίθι, που δοκιμάζεται από παρατεταμένη λειψυδρία, ζητείται η ρητή απαγόρευση τέτοιων πλωτών έργων στα φράγματα, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η φυσικοχημική λειτουργία του νερού.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































