Σε ένα κλίμα πρωτοφανούς έντασης και απόλυτης θεσμικής ομοψυχίας, η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Κρήτης ύψωσε ένα αδιαπέραστο τείχος προστασίας απέναντι στο προτεινόμενο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ).
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Μιχάλη Ατσαλάκη στην ΑΝΑΤΟΛΗ η αποτελεσματικότητα κάθε χωροταξικού σχεδιασμού κρίνεται διαχρονικά στην εφαρμογή του, και σε αυτή την εφαρμογή εντοπίζονται σοβαρές αδυναμίες. Όπως επισήμανε ο Αντιπεριφερειάρχης Λασιθίου Γιάννης Ανδρουλάκης, οι πέντε κρίσιμες αστοχίες του σχεδίου είναι καταδικαστικές.
Πρώτον, το πλαίσιο δεν αποκλείει μεγάλης κλίμακας έργα εντός των περιοχών του Ευρωπαϊκού Δικτύου Natura 2000. Η πολιτική αυτή προωθείται χωρίς να συνεκτιμώνται επαρκώς τα δεδομένα ευαισθησίας και η βιοποικιλότητα της κάθε περιοχής.
Δεύτερον, προβλέπεται μια σκανδαλώδης μεταβατική διάταξη η οποία εξαιρεί από τους νέους όρους τα έργα που θα έχουν απλή τυπική πληρότητα φακέλου πριν τις 20 Μαΐου 2026. Η τυπική αυτή πληρότητα πιστοποιεί μόνο τη δυνατότητα αξιολόγησης του φακέλου και σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται τη συμβατότητά του με τα κριτήρια περιβαλλοντικής προστασίας, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς τον αυστηρότερο χαρακτήρα που επιδιώκει να εισαγάγει το νέο πλαίσιο.
Τρίτον, τίθεται ένα σοβαρότατο ζήτημα αναλογικότητας. Η ισχύς των έργων ΑΠΕ που ήδη λειτουργούν ή κατασκευάζονται έχει ήδη προσεγγίσει τον εθνικό στόχο που έχει τεθεί για το 2030. Αντίστοιχα, το σύνολο των εκκρεμών αιτήσεων υπερβαίνει σε σημαντικό βαθμό ακόμα και τον στόχο του 2050.
Τέταρτον, το χωροταξικό πλαίσιο προωθείται βιαστικά προς θεσμοθέτηση πριν καν θεσμοθετηθούν επισήμως, με Προεδρικό Διάταγμα, οι ήδη εγκεκριμένες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες. Η αντιστροφή αυτής της λογικής σειράς θέτει σε ευθεία αμφισβήτηση τη συνεκτικότητα του συνολικού πλαισίου περιβαλλοντικής αξιολόγησης.
Πέμπτον, απουσιάζει η ουσιαστική μέριμνα για την προστασία του τοπίου, η οποία, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Φλωρεντίας, αποτελεί κυρωμένη διεθνή υποχρέωση της χώρας μας. Η υποχρέωση αυτή οφείλει να ενσωματώνεται ουσιαστικά σε κάθε χωροταξικό σχεδιασμό, ιδίως σε νησιωτικές και ορεινές περιφέρειες.
Ο κίνδυνος των συνοδών έργων και η δίκαιη μετάβαση
Πέραν των κεντρικών εγκαταστάσεων, ο μεγαλύτερος κίνδυνος κρύβεται στα «συνοδά έργα». Οι νέοι δρόμοι πρόσβασης, τα χιλιόμετρα δικτύων μεταφοράς και οι υποσταθμοί προκαλούν σοβαρό κατακερματισμό των οικοσυστημάτων. Γι’ αυτό τίθεται επιτακτικά η ανάγκη να προστατευθούν τα Καταφύγια Άγριας Ζωής του νομού μας, τα οποία δεν διαθέτουν τη ρητή χωρική ασυλία στο σχέδιο.
Η Περιφέρεια απαιτεί πραγματική προστασία των περιοχών Natura 2000, της γεωργικής γης και των τοπίων ιδιαίτερης αξίας. Επιβάλλεται ο απόλυτος σεβασμός στις τοπικές κοινωνίες, η κατάργηση της διάταξης περί τυπικής πληρότητας και η ουσιαστική συμμετοχή της αυτοδιοίκησης στη λήψη αποφάσεων. Οι τοπικές κοινωνίες, οι δήμοι και η Περιφέρεια διαθέτουν γνώση του τόπου που καμία εξ αποστάσεως μελέτη δεν υποκαθιστά.
Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη. Οι τοπικές κοινωνίες που φιλοξενούν τα έργα ΑΠΕ πρέπει να απολαμβάνουν ουσιαστικά ανταποδοτικά οφέλη, όπως μειωμένο ενεργειακό κόστος, ενίσχυση των τοπικών υποδομών, στήριξη της απασχόλησης και συμμετοχή μέσα από ενεργειακές κοινότητες. Σε διαφορετική περίπτωση, δημιουργείται δικαιολογημένα η αίσθηση ότι μια περιοχή επιβαρύνεται περιβαλλοντικά, χωρίς να απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν έρχεται σε αντίθεση με την πράσινη ανάπτυξη, αλλά είναι η απαράβατη προϋπόθεση για μια πραγματικά βιώσιμη ανάπτυξη. Το φυσικό τοπίο αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο για τις επόμενες γενιές και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας διαθέσιμος χώρος προς εκμετάλλευση χωρίς όρια.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































