Ζούμε σε μια εποχή όπου οι αριθμοί ευημερούν στους πίνακες των τεχνοκρατών, αλλά η πραγματικότητα στους δρόμους, στα ράφια των σούπερ μάρκετ και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του τόπου μας λέει μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η έναρξη του καλοκαιριού βρίσκει την Κρήτη και ιδιαίτερα τον νομό Λασιθίου σε μια κρίσιμη καμπή. Περιμέναμε το 2026 ως τη χρονιά της απόλυτης σταθεροποίησης, όμως τα νέα στοιχεία της Eurostat έρχονται να ρίξουν βαριά τη σκιά τους πάνω από την καθημερινότητά μας, την τοπική αυτοδιοίκηση και, φυσικά, την «ατμομηχανή» της τοπικής μας οικονομίας: τον τουρισμό.
Η προκαταρκτική εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για την πορεία του τιμάριθμου στη χώρα μας δεν προκαλεί απλώς προβληματισμό, αλλά κρούει ηχηρά τον κώδωνα του κινδύνου για τους επόμενους μήνες.
Η σκληρή γλώσσα των αριθμών στο ευρωπαϊκό στερέωμα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα σκαρφάλωσε στο 5% τον Μάιο σε ετήσια βάση, καταγράφοντας νέα, ανησυχητική άνοδο από το 4,6% που είχε σημειωθεί τον Απρίλιο. Την ίδια στιγμή που εμείς βλέπουμε τον δείκτη να ξεφεύγει, ο μέσος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε μεν, αλλά με πολύ ηπιότερο ρυθμό, φτάνοντας μόλις στο 3,2% από 3% τον προηγούμενο μήνα.
Για να κατανοήσουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε στον ευρωπαϊκό χάρτη, αρκεί να κοιτάξουμε τις ακρότητες. Η χώρα μας βρίσκεται πλέον στην «κόκκινη ζώνη» της ακρίβειας, καταγράφοντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία που σκαρφάλωσε στο 6,3% και οριακά πίσω από τη Λιθουανία που βρέθηκε στο 5,1%. Στον αντίποδα, οι χώρες της σταθερότητας διατηρούν πολύ πιο ανεκτά επίπεδα, με τη Γερμανία στο 2,7%, τη Γαλλία στο 2,8% και τη Φινλανδία στο 3%.
Αναλύοντας τις κύριες συνιστώσες αυτής της πορείας στην Ευρωζώνη, η εικόνα γίνεται απόλυτα ξεκάθαρη. Η ενέργεια αποτελεί τον απόλυτο πυροδότη, διατηρώντας ετήσιο ρυθμό 10,9% τον Μάιο. Την ακολουθούν οι υπηρεσίες με 3,5%, τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 2,0% και τέλος τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 0,9%. Είναι προφανές πως το ενεργειακό κόστος, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες ανατιμήσεις στον τομέα των υπηρεσιών, τροφοδοτεί ένα επικίνδυνο σπιράλ ανόδου το οποίο η ελληνική αγορά -πολύ πιο ευάλωτη δομικά από τις ισχυρές κεντροευρωπαϊκές οικονομίες- αδυνατεί να απορροφήσει.
Η εικόνα της πενταετίας και η χαμένη σταθερότητα
Για να γίνει κατανοητή η δυναμική και η επικινδυνότητα του φαινομένου, οφείλουμε να ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη του δείκτη τα τελευταία πέντε χρόνια, καθώς η μνήμη στην οικονομία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Το 2021 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός βρισκόταν στο απόλυτα ελεγχόμενο 1,2%. Η βίαιη ανατροπή ήρθε το 2022, όταν υπό το βάρος της σφοδρής ενεργειακής κρίσης και των γεωπολιτικών αναταράξεων, ο δείκτης εκτοξεύθηκε στο 9,6%.
Ακολούθησε μια περίοδος όπου πιστέψαμε ότι τα χειρότερα πέρασαν, με το 2023 να κλείνει στο 3,5% και το 2024 να υποχωρεί κοντά στο 2,7%, ενώ ο μέσος όρος για το 2025 κυμάνθηκε στο 2,9%. Σε επίπεδο όμως των τελευταίων δώδεκα μηνών, η τάση είναι δυστυχώς σταθερά και ύπουλα ανοδική. Ενώ στις αρχές του περασμένου φθινοπώρου ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει κάτω από το 2%, δημιουργώντας κλίμα αισιοδοξίας στις τοπικές αγορές και στους προϋπολογισμούς, από τον Νοέμβριο ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Μετά το 2,8% του Δεκεμβρίου και το 2,9% του Ιανουαρίου, ακολούθησε η ραγδαία επιτάχυνση της άνοιξης που μας έφερε στο 4,6% τον Απρίλιο και στο 5% τον Μάιο, διαψεύδοντας παταγωδώς κάθε ελπίδα για ταχεία αποκλιμάκωση.
Τι σημαίνει το 5% για την πραγματική οικονομία του Λασιθίου
Συχνά οι οικονομικοί όροι φαντάζουν απόμακροι, όμως η ουσία του πληθωρισμού είναι η γενική και συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών στην αγορά. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε άμεση και βίαιη μείωση της αγοραστικής δύναμης, καθώς με το ίδιο ακριβώς χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, ο καταναλωτής σήμερα αγοράζει αισθητά λιγότερα προϊόντα σε σχέση με πέρυσι.
Όταν ο δείκτης αγγίζει το 5%, σημαίνει πως το άλλοτε δεδομένο καλάθι του σούπερ μάρκετ μετατρέπεται σε «πολυτέλεια», τα καύσιμα για τις καθημερινές μετακινήσεις στον μεγάλο σε έκταση νομό μας αδειάζουν το πορτοφόλι, ενώ οι λογαριασμοί του ρεύματος γονατίζουν κυριολεκτικά τα νοικοκυριά. Το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται ασφυκτικά. Αυτή η συνθήκη πλήττει πρωτίστως και αδυσώπητα τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τις μικρές επιχειρήσεις της γειτονιάς. Το μικρό εμπορικό κατάστημα στον Άγιο Νικόλαο, τη Σητεία, την Ιεράπετρα ή το Οροπέδιο βλέπει τον τζίρο του να μειώνεται, καθώς ο μέσος πολίτης αναγκάζεται να περικόψει κάθε δαπάνη που δεν αφορά την απολύτως βασική του επιβίωση.
Ο συστημικός κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού
Η επιμονή των υψηλών τιμών κάνει πλέον τους αναλυτές να προειδοποιούν ανοιχτά για τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού. Πρόκειται ίσως για την πιο επικίνδυνη, την πιο τοξική μακροοικονομική συνθήκη που μπορεί να αντιμετωπίσει μια χώρα. Σε αυτό το σενάριο, η οικονομία βιώνει ταυτόχρονα υψηλό πληθωρισμό με συνεχείς ανατιμήσεις, οικονομική στασιμότητα με χαμηλή ή μηδενική ανάπτυξη και ταυτόχρονη αύξηση της ανεργίας.
Αν οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται ενώ η πραγματική οικονομία επιβραδύνεται, οι Κεντρικές Τράπεζες εγκλωβίζονται σε ένα δραματικό δίλημμα. Οποιαδήποτε απότομη αύξηση των επιτοκίων για να «φρενάρουν» οι τιμές και να μαζευτεί το χρήμα από την αγορά, κινδυνεύει να στραγγαλίσει άμεσα τις επενδύσεις, να ακριβύνει δραματικά τον δανεισμό πλήττοντας τα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, και να βυθίσει τελικά την αγορά σε βαθύτερη ύφεση.
Η ασφυκτική πίεση στις τοπικές επιχειρήσεις
Οι εκτιμήσεις για τους επόμενους μήνες προβλέπουν διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως λόγω του ασταθούς και απρόβλεπτου ενεργειακού κόστους. Αυτό έχει άμεσο, ορατό και ιδιαίτερα κρίσιμο αντίκτυπο στην «ατμομηχανή» της Κρήτης και του νομού Λασιθίου που δεν είναι άλλη από τον τουρισμό.
Τα ξενοδοχεία του νομού μας, από τις εμβληματικές, μεγάλες μονάδες της Ελούντας μέχρι τα μικρότερα, οικογενειακά καταλύματα, καθώς και η εστίαση με τις επιχειρήσεις μεταφορών, βλέπουν τα λειτουργικά τους έξοδα να εκτροχιάζονται. Το κόστος των πρώτων υλών και των τροφίμων παραμένει ψηλά, ενώ το ρεύμα, το οποίο είναι απολύτως απαραίτητο για τον κλιματισμό και την εύρυθμη λειτουργία των υποδομών μέσα στο ζεστό καλοκαίρι, αποτελεί μόνιμο βραχνά. Τα περιθώρια κέρδους πιέζονται πλέον ασφυκτικά, δεδομένου ότι τα περισσότερα συμβόλαια με τους μεγάλους ξένους touroperators έχουν κλειστεί πολλούς μήνες πριν, με σταθερές τιμές που προφανώς δεν ενσωματώνουν τη σημερινή, αναπάντεχη πληθωριστική αύξηση του 5%.
Η αλλαγή συμπεριφοράς του Ευρωπαίου ταξιδιώτη
Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να διαβάσουμε σωστά και την οικονομική κατάσταση των ίδιων των πελατών μας. Οι Ευρωπαίοι επισκέπτες μας, προερχόμενοι από παραδοσιακές αγορές όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία, φτάνουν στο νησί έχοντας ήδη πληγεί από την ακρίβεια στις δικές τους πατρίδες. Η σημαντικά μειωμένη αγοραστική τους δύναμη αλλάζει αναπόφευκτα τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια των διακοπών τους.
Αυτό στην πράξη μεταφράζεται σε πολύ πιο συντηρητικές δαπάνες εκτός των ξενοδοχειακών μονάδων και ιδιαίτερα εκτός των πακέτων all-inclusive. Ο σημερινός τουρίστας θα σκεφτεί διπλά να νοικιάσει αυτοκίνητο για να εξερευνήσει την ενδοχώρα, να βγει για βραδινό φαγητό στην παραδοσιακή ταβέρνα, ή να αγοράσει τοπικά προϊόντα και αναμνηστικά. Αυτή η τάση αυτοσυγκράτησης περιορίζει δραματικά τον τζίρο στα τοπικά εμπορικά καταστήματα και στις μικρές επιχειρήσεις που συνθέτουν τον ιστό των δήμων μας, με αποτέλεσμα η πολυπόθητη διάχυση του τουριστικού πλούτου στην τοπική κοινωνία να κινδυνεύει φέτος να είναι εξαιρετικά ισχνή.
Η ώρα της ευθύνης για όλους
Μπροστά σε αυτό το ευρύ φάσμα ανατιμήσεων και έντονης αβεβαιότητας, το μεγάλο στοίχημα για την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και για τους παραγωγικούς φορείς της Κρήτης, είναι η πάση θυσία διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού μας προϊόντος.
Δεν αρκεί πλέον να στεκόμαστε στο να μετράμε απλώς αφίξεις στα αεροδρόμια. Πρέπει να διασφαλίσουμε εμπράκτως την ποιότητα της συνολικής εμπειρίας. Εν μέσω μιας ευρωπαϊκής οικονομίας που αναζητά βηματισμό, η Κρήτη πρέπει να προτάξει την αυθεντικότητά της, την ποιοτική ντόπια παραγωγή της και την αντοχή των δημοσίων υποδομών της. Οι Δήμοι καλούνται να στηρίξουν τον ντόπιο επαγγελματία βελτιώνοντας τις υποδομές, εξασφαλίζοντας υψηλά επίπεδα καθαριότητας, επαρκή υδροδότηση και έξυπνες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, χωρίς φυσικά να μετακυλίουν επιπλέον τέλη στις ήδη εξουθενωμένες τοπικές επιχειρήσεις που παλεύουν καθημερινά με τον ενεργειακό εφιάλτη.
Ταυτόχρονα, η κεντρική πολιτεία οφείλει να βγει επιτέλους από τη νάρκη της στατιστικής ευημερίας και να παρέμβει αποφασιστικά και ρυθμιστικά στην αγορά ενέργειας και τροφίμων. Η ανάπτυξη δεν μετριέται ποτέ μόνο στους μακροοικονομικούς δείκτες των υπουργείων, αλλά στο αν το εμπορικό ή τουριστικό κατάστημα στην οδό Ρούσου Κούνδουρου, στο λιμάνι ή στην μαρίνα στον Άγιο Νικόλαο, ή στην πλατεία της Ιεράπετρας, μπορεί να βγάλει με αξιοπρέπεια τον μήνα του. Και εκεί, προς το παρόν, τα σημάδια απαιτούν απόλυτη εγρήγορση και σε καμία περίπτωση εφησυχασμό.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ








































































































