Την ώρα που οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή κλιμακώνονται και οι ένοπλες δυνάμεις ανταλλάσσουν πυρά, μια άλλου είδους «επίθεση» συντελείται στην καρδιά της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Ως άλλες ρουκέτες, οι τιμές των καυσίμων, των τροφίμων και των βασικών αγαθών στην Ελλάδα έχουν πάρει μια ιλιγγιώδη, ανεξέλεγκτη πορεία προς τα πάνω. Η νέα πληθωριστική κρίση, αν και παγκόσμια, αποκτά στη χώρα μας χαρακτηριστικά εγχώριας παθογένειας. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ενώ ο πληθωρισμός τον Απρίλιο στις χώρες-μέλη διαμορφώθηκε στο 4,4%, η Ελλάδα εντάχθηκε σε μια κλειστή, καθόλου τιμητική ομάδα τεσσάρων χωρών (μαζί με το Βέλγιο, την Ιταλία, τη Χιλή και την Τουρκία) όπου ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε δραματικά.
Η απόκλιση του πληθωρισμού της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έφτασε τον Μάιο στις 1,7 ποσοστιαίες μονάδες (με τον εναρμονισμένο δείκτη στο 4,9% έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη). Αυτό το νούμερο δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο. Είναι η αποτύπωση μιας αγοράς που λειτουργεί με στρεβλώσεις, απροστάτευτη απέναντι στην κερδοσκοπία.
Το Χρονικό μιας προαναγγελθείσας κρίσης
Το πρόβλημα ξεκίνησε πολύ πριν από τις πρόσφατες συρράξεις. Το ράλι των τιμών είχε ήδη αρχίσει από το φθινόπωρο του 2021, ως απόρροια της μεταπανδημικής επανεκκίνησης και των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα, για να κορυφωθεί με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όμως, ενώ η ενεργειακή κρίση αποκλιμακώθηκε σε επίπεδο διεθνών δεικτών, οι τιμές στο ράφι δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ του 2022 επίπεδα.
Στην οικονομική επιστήμη, αυτό περιγράφεται γλαφυρά με τη θεωρία «Ρουκέτες και Φτερά», δηλαδή οι τιμές εκτοξεύονται σαν ρουκέτες με την παραμικρή αφορμή κόστους, αλλά όταν το κόστος υποχωρεί, πέφτουν αργά, βασανιστικά, σαν πούπουλα, αν πέσουν ποτέ.
Πώς δικαιολογείται η αύξηση της σοκολάτας κατά 7,7% στην Ελλάδα έναντι 5,7% στην Ευρώπη, όταν το κακάο εισάγεται από όλους εξίσου από τη Δυτική Αφρική και τη Νότια Αμερική; Πώς εξηγείται η εκτίναξη στα λαχανικά και τα φρούτα σε μια χώρα με τον δικό μας πρωτογενή τομέα;
Το κρητικό παράδοξο. Παράγουμε πλούτο, αγοράζουμε ακρίβεια
Αναλύοντας τα δεδομένα αποκλειστικά μέσω του πρίσματος των αριθμών και της λογικής, το συμπέρασμα είναι εξοργιστικό. Το πραγματικό σοκ έρχεται όταν η καθίζηση της αγοραστικής μας δύναμης συναντά τις τιμές στο ράφι.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα, εκφρασμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης, βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μοιραζόμαστε πλέον την τελευταία, ντροπιαστική θέση με τη Βουλγαρία, καταγράφοντας αγοραστική δύναμη 32% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που πέρασαν ανάλογα μνημόνια, έχουν ανακάμψει εντυπωσιακά: η Πορτογαλία στο 81%, η Ισπανία στο 92% και η Ιταλία στο 96%.
Εμείς παραμένουμε καθηλωμένοι, βιώνοντας παράλληλα ένα επίπεδο τιμών στα τρόφιμα 5,3% πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Εδώ εντοπίζονται οι μεγαλύτερες στρεβλώσεις, που για εμάς στην Κρήτη ακούγονται σαν κακόγουστο αστείο:
Ελαιόλαδο: Στον κατεξοχήν τόπο του λαδιού, το προϊόν πωλείται 7,5% ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Γαλακτοκομικά: Παρά την ισχυρή κτηνοτροφία του νησιού, οι τιμές βρίσκονται 29,9% πάνω από την Ευρώπη, καθιστώντας μας τους πιο ακριβούς πανευρωπαϊκά.
Αλιεύματα: Παρά την τεράστια ακτογραμμή και τις ιχθυοκαλλιέργειες, πληρώνουμε τα ψάρια 11,4% ακριβότερα.
Η απουσία μεγάλων αγροτικών συνεταιρισμών με καθετοποιημένη λειτουργία, κάτι που πληγώνει ιδιαίτερα τον αγροτικό κόσμο της Ιεράπετρας και του Λασιθίου ευρύτερα, διατηρεί σε πανίσχυρη θέση τους χονδρεμπόρους. Αυτοί μεσολαβούν, ελέγχουν τις κεντρικές αγορές και προμηθεύουν τα σούπερ μάρκετ (σε ποσοστά από 45% έως 75%), αφήνοντας τον παραγωγό με ελάχιστα κέρδη και τον καταναλωτή με άδεια τσέπη. Ακόμα και οι λαϊκές αγορές έχουν πάψει να λειτουργούν ως το παραδοσιακό, φθηνό καταφύγιο.
Δομικές αστοχίες και ο μύθος του ανταγωνισμού
Στα μεταποιημένα τρόφιμα, η επιβράδυνση των ανατιμήσεων ήταν αποτέλεσμα τεχνητής συγκράτησης και όχι υγιούς ανταγωνισμού. Τα πολυδιαφημισμένα κυβερνητικά μέτρα, όπως το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους και η «πρωτοβουλία μείωσης τιμών», αποδείχθηκαν ημίμετρα. Οι προμηθευτές και τα σούπερ μάρκετ επέλεξαν οι ίδιοι τους κωδικούς (συχνά χαμηλής ζήτησης) για να μειώσουν τιμές, μετατρέποντας το κράτος σε άμισθο διαφημιστή των προωθητικών τους ενεργειών. Το αποτέλεσμα; Από τις αρχές του 2026 μέχρι τον Μάρτιο, έγιναν ανατιμήσεις σε 7.500 κωδικούς.
Γιατί όμως δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα;
Υπάρχει σαφής κατακερματισμός και χαμηλή παραγωγικότητα και ο κλάδος των σούπερ μάρκετ, παρά τις συγχωνεύσεις, παραμένει μη ανταγωνιστικός διεθνώς.
Η απουσία ευρωπαϊκών συμμαχιών είναι ορατή κι έχει συνέπειες. Οι ελληνικές αλυσίδες δεν συμμετέχουν στις European Retail Alliances, και η λογική των εγχώριων ομίλων αγορών (π.χ. Αριάδνη, ΕΛΟΜΑΣ) φθίνει.
Η περίφημη ιδιωτική ετικέτα είναι αδύναμη. Με το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας μόλις στο 27%, δεν ασκείται επαρκής πίεση στα επώνυμα προϊόντα ούτε ενισχύεται η διαπραγματευτική ισχύς των λιανεμπόρων απέναντι στους προμηθευτές πολυεθνικών.
Η θηλειά της στέγασης και των υπηρεσιών
Η αιμορραγία, δυστυχώς, δεν σταματά στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Σε μια τουριστική περιφέρεια όπως η δική μας, η ανάπτυξη συχνά μεταφράζεται σε δυσβάσταχτο κόστος διαβίωσης για τους μόνιμους κατοίκους.
Τα ενοίκια εξελίσσονται σε βόμβα στα θεμέλια της τοπικής κοινωνίας. Αυξάνονται με ρυθμό 7,7%, υπερδιπλάσιο από την Ευρώπη (3%), αναγκάζοντας το μέσο νοικοκυριό να δαπανά το 35,5% του εισοδήματός του αποκλειστικά για στέγαση. Την ίδια στιγμή, οι τηλεπικοινωνίες μας κοστίζουν 26,9% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ στα καύσιμα κίνησης —μια απολύτως ανελαστική δαπάνη για τον πρωτογενή τομέα και τις μεταφορές της Κρήτης— είμαστε κατά 4,5% πιο ακριβοί, φιγουράροντας στην 5η θέση πανευρωπαϊκά.
Οι χρεώσεις στον τουρισμό και την εστίαση διατηρούνται ψηλά, διότι η ζήτηση από ξένους επισκέπτες (με πολλαπλάσια αγοραστική δύναμη) παραμένει ανεπηρέαστη. Για τους ντόπιους, ωστόσο, υπηρεσίες που στατιστικά εμφανίζονται κατά 13,9% φθηνότερες από την Ευρώπη, παραμένουν στην πράξη απολύτως απαγορευτικές όταν ο μισθός κατατάσσεται στους χαμηλότερους των Βαλκανίων.
Η παγίδα των επιδομάτων
Σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον, η βασική κυβερνητική πολιτική εξαντλείται στη χορήγηση έκτακτων επιδομάτων. Ο μηχανισμός είναι απλός, αλλά καταστροφικός: οι αυξημένες τιμές γεννούν υπερπλεονάσματα από τα έσοδα του ΦΠΑ. Αυτά τα υπερέσοδα επιστρέφονται ως «Pass» σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Αυτή η ανακύκλωση της φτώχειας έχει πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα. Αφήνει εντελώς απροστάτευτη τη μεσαία τάξη. Συχνά «επιβραβεύει» όσους φοροδιαφεύγουν και δηλώνουν ψευδώς χαμηλά εισοδήματα. Και το κυριότερο, ρίχνει χρήμα στην αγορά χωρίς να αυξάνει την παραγωγή, συντηρώντας έτσι τη ζήτηση και, νομοτελειακά, κρατώντας τις τιμές ψηλά.
Με την ακρίβεια να παραμένει η απόλυτη πληγή της ελληνικής κοινωνίας, ημίμετρα όπως οι «συμφωνίες κυρίων» δεν επαρκούν. Όσο δεν σπάμε τα ολιγοπώλια, όσο δεν δημιουργούμε ισχυρούς συνεταιρισμούς στον αγροτικό τομέα και όσο δεν ελέγχουμε τα καρτέλ των μεσαζόντων, η Κρήτη και ολόκληρη η Ελλάδα θα συνεχίσουν να βλέπουν τις τιμές να ανεβαίνουν σαν ρουκέτες. Και εμείς, με τη μικρότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη, θα περιμένουμε μάταια τα φτερά να πέσουν.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ







































































































