Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή – Πουλτσίδη
Στην «Ανατολή της Κυριακής» υποδεχόμαστε τον συγγραφέα κύριο Κωνσταντίνο Μανίκα, γνωστό για την ψυχολογική του προσέγγιση στην αφήγηση, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Παραμύθια από ένστικτο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός. Μέσα από σπονδυλωτές ιστορίες, ο κύριος Μανίκας συνδέει την απτή πραγματικότητα με τους διαχρονικούς συμβολισμούς των μύθων, καλώντας μας να δούμε τις μικρές μας στιγμές σαν παραμύθια γεμάτα νόημα.
Ν.Π. Κύριε Μανίκα, πριν ξεκινήσετε να γράφετε το «Παραμύθια από ένστικτο», ποιο ερέθισμα ή γεγονός της ζωής σας σας ώθησε να σκεφτείτε τα παραμύθια ως καθρέφτες της σύγχρονης πραγματικότητας;
Κ.Μ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται κάποιο συγκεκριμένο γεγονός για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που είναι καθημερινό βίωμα. Η ζωή μας είναι μια αέναη μάχη ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Απλώς, ίσως τα τελευταία χρόνια προστέθηκε και το “παραμύθι” της αυταρέσκειας των social media. Βέβαια, στο βιβλίο μου τα παραμύθια λειτουργούν λυτρωτικά, απελευθερωτικά, περιγράφουν σχεδόν ως παραβολές την πραγματικότητα και στέλνουν αξιακά και ηθικά μηνύματα.
Ν.Π. Και στο βιβλίο σας υπάρχουν σκηνές που λαμβάνουν χώρα σε αστικά αλλά και υπαίθρια τοπία. Ποιον ρόλο παίζει ο τόπος άνετα διαμορφωμένος ή άγνωστος στη διαμόρφωση της μυθοπλασίας σας;
Κ.Μ. Ο τόπος άλλες φορές μπορεί να είναι απλώς ο καμβάς των εξελίξεων, άλλες όμως εξασκεί καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση των συνθηκών και την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Οι άνθρωποι, εκτός όλων των άλλων, είναι και παράγωγο των χωροχρονικών συνιστωσών και των κοινωνικών παραμέτρων που αυτές παράγουν.
Ν.Π. Αν και οι φωνές των χαρακτήρων εναλλάσσονται, διακρίνεται πάντα μια «κρυφή αφήγηση» που οδηγεί την πλοκή. Πώς φροντίζετε να κρατάτε την ισορροπία ανάμεσα στην αυτοτελή προσωπικότητα κάθε ήρωα και στο συλλογικό νήμα της ιστορίας;
Κ.Μ. Κάθε μυθιστόρημά μου ξεκινά με την πρόθεση να πραγματευτεί ένα συγκεκριμένο θέμα. Σίγουρα αυτή η πρόθεση διαμορφώνει ένα βασικό πλαίσιο ανάπτυξης της πλοκής και των ηρώων αλλά είναι δεδομένο ότι στην πορεία της συγγραφής ο κάθε ήρωας αναδεικνύει τη δική του μοναδικότητα, διαφοροποιείται, σχεδόν αυτονομείται. Η ισορροπία μάλλον διατηρείται στο βαθμό που κατορθώνεις να μη χάνεις το συνολικό προσανατολισμό σου και επιμένεις να υπηρετείς τον κεντρικό πυρήνα του αρχικού σκεπτικού.
Ν.Π. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε στο στήσιμο των «σπονδυλωτών» ιστοριών σας, ώστε να μη χαθεί η ροή όταν περνάτε από μονολόγους σε διάλογους ή σε αναδρομές στο παρελθόν;
Κ.Μ. Εξαρχής ήμουν προσηλωμένος σε αυτή τη δομή για το βιβλίο. Είχα στο μυαλό μου μιλώντας για τις αλήθειες και ψέματα σε όλα τα επίπεδα, να ξεκινήσω με πρωτοπρόσωπο λόγο και μονόλογους των κεντρικών ηρώων, να περάσω μετά στους διαλόγους σε δυάδες, με την επιλογή αυτών των δυάδων μόνο τυχαία μην είναι, και τελικά μετά από μια πιο ομαλή ροή αφήγησης να καταλήξουμε σε ένα εορταστικό δείπνο για ένα πολύ σημαντικό άτομο, τη γιαγιά, όπου θα ειπωθούν μεγάλες αλήθειες. Μια άτυπη εξελεγκτική πορεία της επικοινωνίας.
Φαινομενικά δεν πρόκειται για την απλή δομή αλλά το ζητούμενο κάθε φορά είναι να βρίσκουμε το πιο πρόσφορο έδαφος και τα πιο αποδοτικά μέσα για να αναδείξουν το λόγο σου. Άλλωστε όταν υποστηρίζουν ότι κάνουμε λογοτεχνία οφείλουμε τουλάχιστον να προσπαθούμε να βρίσκουμε νέα σχήματα, νέες τεχνικές, να προσθέτουμε νέα στοιχεία στη γραφή μας.
Ν.Π. Πολλές σεκάνς στο μυθιστόρημά σας λειτουργούν σαν μικρά ψυχολογικά πειράματα: τι συμβαίνει όταν ο ήρωας αντιλαμβάνεται την «παγίδα» του παραμυθιού μέσα του; Πώς προσεγγίζετε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σωτηρία και στην εξαπάτηση;
Κ. Μ. Η συνειδητοποίηση της πλάνης είναι μια επώδυνη αλλά απολύτως καθαρτική διαδικασία. Κάτι σαν μια ψυχαναλυτική εξομολόγηση, εξαγνισμού από τα ανομολόγητα ανομήματα του παρελθόντος. Δεν είναι εύκολη η μετάβαση από την πλάνη στο φως της αλήθειας. Οι εσωτερικές αντιστάσεις είναι ισχυρές, τα κοινωνικά “πρέπει” μοιάζουν ανυπέρβλητα. Όμως με κάποιο τρόπο το πρώτο βήμα για την οριστική απελευθέρωση γίνεται κι οι ήρωες προχωρούν, αβέβαια στην αρχή, με περισσότερη σιγουριά στην πορεία προς την κάθαρση και την αλλαγή.
Ν.Π. Στην εποχή των social media και της συνεχούς πληροφορίας, πώς νομίζετε ότι αλλάζουν τα σύγχρονα «παραμύθια» που αφηγούμαστε στον εαυτό μας; Έχετε ενσωματώσει κάποιο τέτοιο στοιχείο στο βιβλίο σας;
Κ.Μ. Τα social media είναι αναπόσπαστο στοιχείο της επικοινωνίας των καιρών μας. Το βιβλίο ξεκινά με τον μονόλογο μιας συζύγου που επιχειρεί να βρει αντίδοτο στην έλλειψη διαπροσωπικής επαφής μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν θα αργήσει βέβαια να αντιληφθεί τη ματαιότητα και τη φθορά που συνοδεύει τη χρήση τους. Πέρα από αυτό, όλοι οι βασικοί ήρωες διατηρούν κάποια σχέση με τα social media τα οποία τελικά παίζουν κάποιο ρόλο στη ζωή τους και στην εξέλιξη της πλοκής.
Ν.Π. Ως συγγραφέας με ισχυρή ψυχολογική ματιά, πώς επιλέγετε το ύφος και το λεξιλόγιο ώστε οι αφηγήσεις σας να «αγγίζουν» τον αναγνώστη στην καρδιά, χωρίς να χάνουν σε στιλ ή σε δύναμη εικόνας;
Κ.Μ. Δεν υπήρξα ποτέ θιασώτης της μονοδιάστατης οπτικής και Γραφής, ούτε του εύκολου εντυπωσιασμού και του εκβιασμού του συναισθήματος. Ο λόγος υπηρετεί το ύφος κάθε ήρωα, τη χρονική στιγμή και τα γεγονότα. Φυσικά υπάρχει μια διάχυτη ποιοτικότητα σε πολλά σημεία της αλλά δεν αποτελεί δεσμευτικό παράγοντα. Το τι λογοτεχνικά αγγίζει την καρδιά μας προκύπτει από μια πολυπαραγοντική “εξίσωση” που εξαρτάται από τα βιώματα, την παρούσα ή μη φόρτιση, τα αγαπημένα μας αναγνώσματα και αρκετά ακόμα στοιχεία. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να προσπαθεί κάτι άλλο από το να καταθέτει την ψυχή του και τη σκέψη του με καθαρότητα, δίχως μιμητισμούς, και να αφήνει στον αναγνώστη το κατά πόσο θα ταυτιστεί ή όχι με τα γραφόμενά του.
Ν.Π. Αν είχατε τη δυνατότητα να συνοψίσετε τη «φιλοσοφία» του Παραμύθια από ένστικτο σε ένα μότο που θα έστελνε ο ίδιος ο ήρωας στο μέλλον, ποιο θα ήταν αυτό;
Κ. Μ. Ανακαλύψτε και αναδείξτε το δικό σας μύθο. Μην αφήνετε άλλους να σας επιβάλλουν το δικό τους πλαστό αφήγημα.





























































































