Στην πολιτική, η απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εικονική αναπαράστασή της, μετριέται συχνά με το μέγεθος της επικοινωνιακής διαχείρισης. Μιας διαχείρισης που, όταν απουσιάζει το πραγματικό, χειροπιαστό έργο, αναλαμβάνει να θολώσει τα νερά, να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και, εν τέλει, να υποκαταστήσει την ουσία της διακυβέρνησης. Αυτό ακριβώς το επικίνδυνο και εξοργιστικό φαινόμενο βιώνουμε τις τελευταίες ημέρες με την πολυδιαφημισμένη πρεμιέρα της νέας κυβερνητικής πλατφόρμας «PosoKanei».
Η εξουσία επιχειρεί τεχνηέντως να κρύψει κάτω από το χαλί το πρόβλημα αφού ωραιοποιήσει πρώτα τις συνθήκες. Στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας ή στην κορύφωση μιας πρωτοφανούς κρίσης, αυτό μπορεί να γίνει με αποτελεσματικό τρόπο. Σήμερα, όταν διαμορφώνεται ισχυρό κλίμα φτωχοποίησης, δεν είναι το ίδιο.
Διότι το συμπέρασμα είναι διαφορετικό. Έρχεται η ίδια η κυβερνητική πολιτική να αλλοιώσει την πραγματικότητα. Έρχεται να μεταβάλλει τους όρους και την ουσία της αποστολής της. Ποια είναι αυτή η αποστολή; Δεν είναι άλλη από την αδιάκοπη προσπάθεια να παράξει έργο προς όφελος των πολιτών και των κοινωνικών ομάδων που απαρτίζουν την ελληνική κοινωνία, να συγκρουστεί με τα καρτέλ, να σπάσει τα ολιγοπώλια και να προστατεύσει το διαθέσιμο εισόδημα που εξανεμίζεται από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες του μήνα.
Όταν η κυβέρνηση απαντά στην φτώχεια
Αντ’ αυτού, τι ακριβώς βλέπουμε; Η κυβέρνηση παρουσιάζει μια ημιτελή εφαρμογή, ένα ψηφιακό εργαλείο αμφίβολης πρακτικής αξίας, και με ένα επικοινωνιακό τερτίπι προσπαθεί να πείσει την κοινή γνώμη για το ότι της δίνει ένα δήθεν υπερ-όπλο, ένα απολύτως χρήσιμο εργαλείο για την καθημερινότητα και την ζωή της. Η αφήγηση στήνεται πάνω στο μοτίβο του «έξυπνου καταναλωτή» που, με μερικά κλικ, θα νικήσει το τέρας του πληθωρισμού.
Παρά την αγωνιώδη προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών, όμως, το εγχείρημα αποτυγχάνει πλήρως και παταγωδώς. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι βαθιά διχαστικό και κοινωνικά προκλητικό.
Προκαλεί σε όσους δεν έχουν πρόβλημα επιβίωσης τον γέλωτα, καθώς παρακολουθούν μια φάρσα, και σε όσους διαβιούν στα όρια της φτώχειας, την απόλυτη αγανάκτηση για τον εμπαιγμό!
Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Όταν το αγωνιώδες ερώτημα που πλανάται πάνω από την ελληνική κοινωνία, πάνω από κάθε νοικοκυριό στον Άγιο Νικόλαο, την Ιεράπετρα, τη Σητεία, το Ηράκλειο είναι «Πώς θα ανταπεξέλθω στα ανελαστικά έξοδα;», πώς θα πληρώσω το ρεύμα, το ενοίκιο, τις υποχρεώσεις που πνίγουν, η κυβέρνηση απαντά με ένα… app! Σου ζητά να μετατραπείς σε έναν σύγχρονο, ψηφιακό κυνηγό προσφορών. Σου υποδεικνύει να αφιερώσεις όλη σου την ενέργεια, τον ελεύθερο χρόνο σου και την ψυχική σου ηρεμία για να συγκρίνεις τιμές στα σούπερ μάρκετ! Μα δεν φτάνει αυτό όταν το σούπερ μάρκετ έχει τουλάχιστον διπλασιαστεί κι αυτό σημαίνει εκατοντάδες ευρώ κάθε μήνα!
Η άνιση μάχη του καταναλωτή
Και μιλάμε για τα σούπερ μάρκετ που μπορούν να χρεώνουν κατά βούληση, με βάση τα δικά τους κριτήρια αισχροκέρδειας, χωρίς κανέναν ουσιαστικό κρατικό έλεγχο να τους βάζει φρένο. Λειτουργούν με τη στρατηγική που διαμορφώνουν βασισμένα στην ανάλυση του δικού μας αγοραστικού προφίλ. Μην γελιόμαστε. Οι μεγάλες αλυσίδες έχουν σκιαγραφήσει πλήρως το προφίλ του κάθε πολίτη. Μέσα από τις κάρτες προσφορών, τα δεδομένα αγορών και τους αλγόριθμους, γνωρίζουν τις διατροφικές και λοιπές καταναλωτικές σου συνήθειες πολύ καλύτερα από σένα! Ξέρουν τι αγοράζεις, πότε το αγοράζεις και πόσο είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις όταν βρίσκεσαι σε ανάγκη.
Εσύ, όμως, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, πρέπει να μετατραπείς σε λογιστή του εαυτού σου. Πρέπει να κάνεις μια λίστα η οποία, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να φτιαχτεί ορθολογικά, να γράψεις ποια είναι τα πιο φθηνά προϊόντα ανά κατηγορία και μετά να γυρίζεις όλα τα σούπερ μάρκετ της περιοχής για να τα αγοράσεις, ώστε στο τέλος της ημέρας να νομίζεις ότι έκανες οικονομία! Η παραδοξότητα αυτού του συστήματος βγάζει μάτι.
Υπάρχει κέρδος;
Προφανώς, όσα λεπτά ή και ευρώ ακόμα, εξοικονομήσεις από τα τρόφιμα, τρέχοντας από το ένα κατάστημα στο άλλο, θα τα δώσεις διπλάσια στις βενζίνες! Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία για το κράτος και την κυβέρνηση. Ο στόχος τους επετεύχθη: μετέφεραν την ευθύνη της ακρίβειας από τις δικές τους πλάτες (τις πλάτες της πολιτείας και των ελεγκτικών μηχανισμών) στις δικές σου.
Αν κοιτάξουμε, μάλιστα, πιο προσεκτικά μέσα στα σωθικά της ίδιας της εφαρμογής, όπως ακριβώς καταγράφουμε στο ρεπορτάζ μας για την ακτινογραφία της πλατφόρμας, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο απογοητευτική. Ναι, η πλατφόρμα παρακολουθεί καθημερινά τις τιμές για περίπου 10.000 κωδικούς προϊόντων. Ναι, για την τοπική αγορά της Κρήτης προστέθηκαν αλυσίδες με ισχυρό τοπικό αποτύπωμα, όπως ο «Χαλκιαδάκης» και το «ΣΥΝΚΑ».
Όμως, μην μου πείτε πως πρόκειται για πραγματική απεικόνιση των αναγκών ενός σπιτιού. Μέσα στην πλατφόρμα υπάρχουν σχεδόν αποκλειστικά βιομηχανικά προϊόντα!
Είναι εντυπωσιακό και εξοργιστικό το γεγονός ότι από την εφαρμογή απουσιάζουν εντελώς το νωπό κρέας και το φρέσκο ψάρι! Απουσιάζουν, δηλαδή, βασικά συστατικά της διατροφής. Κι άλλα νωπά προϊόντα, όπως τα χύμα αγροτικά είδη, ο φρέσκος άρτος και τα προϊόντα των μικρών τοπικών παραγωγών της Κρήτης λάμπουν διά της απουσίας τους. Ακόμα και στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, η σύγκριση είναι πρακτικά αδύνατη.
Εκτός πραγματικότητας
Τι καταναλώνει, λοιπόν, ο κόσμος; Η πλατφόρμα αγνοεί επιδεικτικά τα είδη στα οποία το νοικοκυριό δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του μπάτζετ του, τα είδη όπου κάθε φορά που ο καταναλωτής βλέπει τη βιτρίνα ή τον πάγκο των σούπερ μάρκετ, αντικρίζει νέες, συνεχώς αυξημένες τιμές. Ίσως, βέβαια, η απουσία αυτών των βασικών ειδών διατροφής από την εφαρμογή να μην είναι μια απλή τεχνική παράλειψη. Ίσως θεωρούν ότι δεν χρειάζεται καν να μπουν αυτά τα προϊόντα στη λίστα σύγκρισης. Άλλωστε, με την πορεία που έχουν πάρει οι τιμές και την καθήλωση των μισθών, σε λίγο καιρό πόσοι θα μπορούν πραγματικά να τα καταναλώνουν; Το κρέας και το ψάρι μετατρέπονται σταδιακά σε είδη πολυτελείας για τον μέσο μισθωτό και συνταξιούχο.
Η πολιτική κριτική
Δεν θέλω να μείνω στην πολιτική αντιπαράθεση κυβέρνησης αντιπολίτευσης, αλλά δικαίως τα κόμματα λένε πως δεν πρόκειται καν για κάτι νέο, αλλά για ένα “ξαναζέσταμα” παλαιότερων πλατφορμών, από το e-prices του 2010 μέχρι το πιο πρόσφατο e-katanalotis. Η χώρα δεν σώζεται με μετονομασίες ψηφιακών εργαλείων, λέει το ΠΑΣΟΚ, αλλά με σοβαρή πολιτική προστασίας του καταναλωτή, με ισχυρούς ελέγχους κατά των ολιγοπωλιακών πρακτικών και με γενναίες φορολογικές παρεμβάσεις στα βασικά αγαθά, όπως η μείωση του ΦΠΑ, κάτι που η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά.
Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ένα καίριο λογικό και πολιτικό ερώτημα: Το ζήτημα για τους πολίτες που δεν βγάζουν τον μήνα, δεν είναι το «Πόσο Κάνει;». Το πραγματικό, το αμείλικτο ερώτημα είναι «Γιατί κάνει τόσο;». Γιατί η Ελλάδα, με μισθούς Ανατολικής Ευρώπης, έχει τιμές στα ράφια που ξεπερνούν αυτές των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης; Και τέλος, όπως εύστοχα καταγγέλλει το ΚΚΕ, η αληθινή ανακούφιση από τη λαίλαπα της ακρίβειας δεν θα έρθει μέσα από τον ψηφιακό λαβύρινθο των barcodes, αλλά μέσα από την πραγματική, γενναία αύξηση των μισθών, την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και την αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος.
Ο ρόλος των πολιτών
Κλείνοντας, ας είμαστε ξεκάθαροι. Οι πολίτες της Κρήτης, που βλέπουν επιπλέον τις τοπικές τους αγορές να πιέζονται αυξητικά λόγω του τουρισμού, δεν χορταίνουν με ψηφιακές εφαρμογές. Το πρόβλημα της ακρίβειας είναι ζήτημα πολιτικό. Απαιτεί πολιτική βούληση, στρατηγική και σχέδιο, για να παταχθεί η αισχροκέρδεια στην πηγή της. Στα διυλιστήρια να μειωθούν τα κέρδη και τα έσοδα για τα κρατικά ταμεία, στις εταιρείες ενέργειας να χάσουν τα υπερκέρδη οι μεταπράττες της ενέργειας, στα τρόφιμα πρέπει να πάψουν να αισχροκερδούν οι μεσάζοντες και στις μεγάλες αλυσίδες τροφίμων, πρέπει να αποδεχθούν οι πολυεθνικές και οι ελληνικές εταιρείες πως δεν μπορούν να εφαρμόζουν ευρωπαϊκές τιμές με τέτοιους μισθούς για να έχουν αύξηση τζίρου 9 -12% κάθε χρόνο!
Σε πολιτικό επίπεδο πάντως, όσο η κυβέρνηση αρνείται να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος και προτιμά να παίζει με mobile apps, τόσο η κοινωνική δυσαρέσκεια θα φουσκώνει. Η καθημερινότητα δεν είναι διαχειρίσιμη με όρους τεχνολογικού μάρκετινγκ. Η διαφάνεια από μόνη της, όταν δεν συνοδεύεται από αγοραστική δύναμη και έλεγχο, είναι μόνο ένα παράθυρο από το οποίο κοιτάς το φαγητό που δεν μπορείς να αγοράσεις. Και αυτό, δυστυχώς δεν λέγεται μεταρρύθμιση ή βελτίωση της ποιότητας ζωής. Λέγεται προβληματική διαχείριση που οδηγεί όχι μόνο σε κοινωνικό αλλά και σε πολιτικό κόστος.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ




























































































