Ένα χαμόγελο που δεν έσβησε ποτέ –
Στη μνήμη του Μάνου Σταματάκη
ΤΟΥ ΠΡΩΤ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΕΡΟΥΛΑΚΗ, Προϊσταμένου Ι.Ν. Αγίας Τριάδος
Η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου δεν είναι ποτέ μια απλή στιγμή αποχαιρετισμού· είναι μια στάση ζωής, μια ευκαιρία να αναλογιστούμε τι άφησε πίσω του, τι κράτησε ζωντανό στις καρδιές των ανθρώπων που τον γνώρισαν.
Ο Εμμανουήλ Σταματάκης, ο δικός μας «Μάνος», δεν ήταν ένας άνθρωπος που πέρασε απλώς από τη ζωή. Ήταν μια παρουσία που άφησε βαθύ αποτύπωμα. Όποιος τον γνώρισε, δύσκολα τον θυμάται χωρίς ένα χαμόγελο. Ένα πρόσωπο φωτεινό, μια καρδιά γεμάτη ζωντάνια, ένας άνθρωπος που ήξερε να δίνει χαρά και να μεταδίδει ενθουσιασμό.
Υπήρξε ο άνθρωπος της παρέας· δυναμικός, δραστήριος, πάντα παρών. Δεν αρκέστηκε να ζει απλώς, αλλά ήξερε να δίνει νόημα στη ζωή, να τη μοιράζεται, να τη χαρίζει.
Ως μαθηματικός υπηρέτησε την επιστήμη του με συνέπεια και ευθύνη. Όμως δεν ήταν μόνο άνθρωπος της λογικής. Ήταν βαθιά άνθρωπος της καρδιάς. Γιατί αν τα μαθηματικά διδάσκουν την τάξη, εκείνος δίδαξε την αγάπη και την ανθρώπινη παρουσία.
Η αγάπη του για τη ζωή φαινόταν ακόμη και στις πιο ιδιαίτερες συνήθειές του. Ως χειμερινός κολυμβητής, δεν φοβόταν το κρύο, δεν υποχωρούσε μπροστά στη δυσκολία. Έμπαινε στη θάλασσα με τόλμη, όπως μπήκε και στη ζωή: με θάρρος, με διάθεση, με δύναμη.
Η πορεία του όμως δεν ήταν χωρίς δοκιμασίες. Η απώλεια της αγαπημένης του συζύγου και αδελφού του στάθηκε ένας βαθύς σταυρός. Κι όμως, δεν λύγισε. Δεν έκλεισε την καρδιά του. Συνέχισε να στέκεται όρθιος, με αξιοπρέπεια και εσωτερική δύναμη. Η ζωή του έγινε μια σιωπηλή μαρτυρία ότι ο άνθρωπος μπορεί να πονά και να συνεχίζει, να πληγώνεται και να αγαπά, να χάνει και όμως να μην χάνεται.
Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του είχαν τα παιδιά και τα εγγόνια του, τα «καμάρια» του, όπως τα αποκαλούσε με τόση τρυφερότητα. Σε αυτά έβλεπε τη συνέχεια της ζωής του, την ελπίδα, το φως που δεν σβήνει.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του δοκιμάστηκε από την ασθένεια. Και όμως, ακόμη και τότε, διατήρησε το χαμόγελό του. Μέσα στον πόνο δεν έχασε την ανθρωπιά του. Μέσα στη δοκιμασία δεν έχασε το φως του. Αντίθετα, τότε φανερώθηκε ακόμη πιο καθαρά το βάθος της ψυχής του.
Η στάση του αυτή δεν ήταν απλώς μια ανθρώπινη αντοχή· ήταν μια σιωπηλή μαρτυρία πίστεως. Γιατί η Εκκλησία μας δεν βλέπει τον θάνατο ως τέλος, αλλά ως πέρασμα. Ως Πάσχα. Ως μετάβαση από τη φθορά στη ζωή.
Ο Χριστός δεν υποσχέθηκε μια ζωή χωρίς πόνο, αλλά υποσχέθηκε ότι ο πόνος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Και η ζωή του Μάνου έδειξε ακριβώς αυτό: ότι ο Σταυρός μπορεί να γίνει δρόμος που οδηγεί στο φως.
Γι’ αυτό και η μνήμη του δεν συνοδεύεται μόνο από θλίψη, αλλά και από ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για όσα πρόσφερε, για τη χαρά που σκόρπισε, για την παρουσία που άφησε. Και μαζί με την ευγνωμοσύνη, παραμένει και η ελπίδα. Η βεβαιότητα της πίστεως ότι η ζωή δεν τελειώνει εδώ, ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά μια μετάβαση στην αιωνιότητα, εκεί όπου «οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωή ἀτελεύτητος».
Ο Μάνος δεν έσβησε. Πέρασε στο φως. Και το χαμόγελό του θα παραμένει ζωντανό στις καρδιές όλων όσοι τον αγάπησαν.
Αιωνία του η μνήμη.
































































































