Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Στην «ΑΝΑΤΟΛΗ της Κυριακής» φιλοξενούμε τον συγγραφέα και εκπαιδευτικό Παναγιώτη Κουρούπη, που με το μυθιστόρημά του «Το Δέντρο στο Νοσοκομείο με τις Μαριονέτες» από τις Εκδόσεις Γκοβόστη μας οδηγεί σε ένα ταξίδι διαφορετικό: ανάμεσα στη Βενετία, στο Γκέτο, στις σκιές των πολέμων και στην τέχνη της μαριονέτας, ένας ήρωας αναζητά τη θέση του στον κόσμο. Μια ιστορία που διασχίζει εποχές, μουσικές, υλικά και ανθρώπινα όρια και μας θυμίζει ότι το αλλιώτικο πολλές φορές κρύβει μια μυστική αρμονία.
Κύριε Κουρούπη, το μυθιστόρημά σας «Το Δέντρο στο Νοσοκομείο με τις Μαριονέτες» διατρέχει σύνορα, εποχές και τέχνες. Πώς γεννήθηκε για εσάς η ανάγκη να γράψετε για έναν ήρωα τόσο διαφορετικό, που νιώθει συγγένεια με τις μαριονέτες και όχι με τους ανθρώπους;
Π. Κουρ: Αρχικά να σας ευχαριστήσω θερμά για το ενδιαφέρον σας για το «Δέντρο» μου, και για το έργο σας στον χώρο του βιβλίου. Είναι τιμή και χαρά η συνομιλία μας.
Χαίρομαι που ο ήρωάς μου αναγνωρίζεται εξαρχής ως ένας διακριτός ήρωας. Θεωρώ και ο ίδιος πως δεν μοιάζει με κανέναν άλλο λογοτεχνικό ήρωα, και υπό αυτή την έννοια μπορεί να χωρέσει τον καθένα μας, ακριβώς επειδή είναι ανοιχτός στην ερμηνεία και στην ταύτιση. Δεν κουβαλάει μαζί του στερεοτυπικές αναγνώσεις, κι έτσι μένει στον καθένα να τον νοηματοδοτήσει και να τον ερμηνεύσει, πατώντας στη δική του ανάγκη και στις δικές του ευαισθησίες. Αναφορικά με την συγγένεια, θα υποστηρίξω πως στην πραγματικότητα το «Δέντρο», ο ήρωας, ξεκλειδώνει πρώτα, μέσα από τη μουσική και το τραγούδι, το ξύλο, τα δέντρα. Είναι μια δύναμη της φύσης, ζωοποιός και αποκαλυπτική. Οι μαριονέτες είναι ξύλινα ανθρώπινα υποκατάστατα για τον ήρωα. Στην ιστορία ωστόσο λειτουργούν ως συμβολικά αρχέτυπα, και, την ίδια στιγμή ως χειροπιαστοί, ενσαρκωμένοι χαρακτήρες με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, δεν σχεδίασα έτσι την ιστορία για κάποιον λόγο, απλώς επειδή δεν έγραψα το βιβλίο μετά από λεπτομερή σχεδιασμό. Η ιστορία ήρθε ολοκληρωμένη, και απλώς την αφηγήθηκα.
Η μουσική παίζει διαρκώς έναν υπόγειο ρόλο στην ιστορία σας, σαν μια αόρατη γλώσσα που συνδέει ήρωες και υλικά. Πώς λειτουργεί για εσάς η μουσική στην αφήγηση; Υπήρξαν στιγμές που ανακαλύψατε ότι η γραφή και ο ήχος μοιράζονται την ίδια πηγή;
Π. Κουρ: Έχετε απόλυτο δίκιο και χαίρομαι που το παρατηρήσατε! Η πλέον αναγνωρίσιμη βάση της ιστορίας είναι η μουσική. Αποτελεί τον κώδικα που ενώνει τον ήρωα με το ανόργανο και του φανερώνει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διάκριση ζωντανών και άψυχων. Είναι ο τρόπος του για να αλλάζει τον κόσμο, είναι όμως επίσης και μια δύναμη έξω από τον ίδιο, αυτούσια και ανεξάρτητη, που τον ελέγχει και ασκεί πάνω του μια μεταμορφωτική δυναμική ανεξέλεγκτη. Παράλληλα, στη δράση ενσωματώνονται μια σειρά από επεισόδια εξαιρετικά γνωστών τμημάτων από όπερες, το «Vesti la giuba» από τους Παλιάτσους, το «Nessun dorma» από την Turandot, για να αναφέρω κάποια μόνο. Δεν λειτουργούν, όπως θα το καταλάβει σύντομα ο αναγνώστης, ως μουσική επένδυση· κάθε άλλο. Είναι συνεπή μέρη της αφήγησης, και αξίζει να τα ακούσει παράλληλα με τα σημεία εκείνα του βιβλίου.
Το Γκέτο της Βενετίας, οι μάσκες και οι μαριονέτες αποτελούν το σκηνικό μιας εποχής που αλλάζει βίαια. Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να τοποθετήσετε την ιστορία σ’ αυτό το πλαίσιο; Υπάρχει κάποιο μήνυμα ή παρατήρηση για τον σημερινό κόσμο που θα θέλατε να αναδειχθεί;
Π. Κουρ: Ασφαλώς, είναι όπως το λέτε. Το Γκέτο της Βενετίας, το πρώτο της ανθρωπότητας, απ’ το οποίο ονοματίστηκαν όλα τα υπόλοιπα, γίνεται στο μυθιστόρημα καταφύγιο για τους εξόριστους και τους πονεμένους, ανθρώπους, μαριονέτες, Εβραίους, αντιστασιακούς. Η βίαιη αλλαγή, ο Φασισμός και ο εκφασισμός της κοινότητας γύρω από τους ήρωες, φαίνεται δυστυχώς εξαιρετικά επίκαιρος. Θα μπορούσε κανείς εύκολα να πιστέψει πως έχω λόγο που γράφω αυτό το βιβλίο. Αλλά δεν γράφω για να διδάξω ή να στείλω μηνύματα. Αυτή είναι δουλειά των αναγνωστών. Όσα κουβαλάει το κείμενο, κι όσα μιλούν στις ανάγκες, τις διαθέσεις και τις δυνάμεις του κάθε αναγνώστη, θα αναδυθούν. Το βιβλίο μάς διαβάζει. Φυσικά διαβάζει κι εμένα. Αυτό που είμαι και όσα πρεσβεύω, δεν κρύβονται.
Στο μυθιστόρημα «Το Δέντρο στο Νοσοκομείο με τις Μαριονέτες» ο ήρωας δείχνει να αποφεύγει τις συγκρούσεις, να διαλέγει τον δρόμο της παρατήρησης και της σιωπηλής αντοχής. Πιστεύετε ότι το θάρρος μπορεί να πάρει και μορφές αόρατες; Τι σας έχει διδάξει προσωπικά η «σιωπηλή αντίσταση»;
Π. Κουρ: Αρχικά τουλάχιστον, ο ήρωας είναι το παιδί του τελευταίου θρανίου, το κακοποιημένο, το εξόριστο, το παράταιρο παιδί που δεν ανήκει πουθενά. Η στάση της παρατήρησης και της ανοχής στο κακό ωστόσο δεν πρέπει να παρερμηνευτεί. Η δύναμική του είναι εξαρχής επαναστατική. Επιλέγει να μην ταιριάζει, γιατί είναι αλλιώτικος, και αυτό το αποδέχεται. Όταν θα έρθει η ώρα του, ωστόσο, το «Δέντρο» δεν θα κρυφτεί καθόλου. Θα κοιτάξει στα μάτια το Κακό, σε όλες του τις μορφές: του διώκτη των Εβραίων, του φασίστα τραμπούκου στις γωνίες, του χειροκροτητή των φασιστών, κι όλων εκείνων που ανέχονται την αδικία ή την επικροτούν. Απέναντι σε όλους αυτούς, το «Δέντρο» στέκεται μόνο του, αναγνωρίζοντας ότι θα θυσιαστεί για τους άλλους. Μάχεται. Και μολονότι έχει τη δύναμη να χτυπήσει το κάνει χωρίς βία, αλλά με τη θυσία. Προσωπικά αναγνωρίζω στο είδος αυτό της στάσης το έσχατο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπέρβασης. Γιατί, ακριβώς επειδή η βία είναι δομικό μας στοιχείο, είναι και τόσο αφόρητα επίπονο να την καθυποτάξουμε.
Οι μαριονέτες και το ξύλο έχουν σχεδόν ψυχή στη δική σας αφήγηση. Τι συμβολίζουν για εσάς αυτά τα υλικά; Μπορεί η φαντασία να μεταμορφώσει το τραύμα σε τέχνη και ζωή;
Π. Κουρ: Θα μιλήσω για την ιστορία, κι όχι για μένα, γιατί είναι αρχή μου πως το έργο και ο συγγραφέας οφείλουν να είναι, καταστατικά, διακριτά στοιχεία της διαδικασίας της συγγραφής. Οι μαριονέτες στην πλοκή είναι ζωντανές, με τους όρους του μαγικού ρεαλισμού. Το ξύλο ζωντανεύει επίσης. Ωστόσο, στην ιστορία του «Δέντρου» συχνά επίσης οι δομές φλερτάρουν με στοιχεία όχι τόσο μεταφυσικά όσο συμβολικά – το αναγνωρίζω. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκω να περάσω κάποια προσωπική ιδεολογική ατζέντα· καθόλου. Αλλά, ναι, οι μαριονέτες είναι εξαιρετικά σύμβολα για ένα σωρό πράγματα, και ως αναγνώστης θα έκανα ενδεχομένως συνειρμούς κάθε είδους. Και το ξύλο, διατηρεί, στη δική μου οπτική, την γοητευτική ιδιότητα ενός υλικού που ενσωματώνει στις χρήσεις του τη μνήμη αυτού που κάποτε υπήρξε. Στα νερά, την ποιότητα, τη μυρωδιά, την υφή, την ουσία αν θέλετε. Τώρα, για τη φαντασία και το τραύμα. Νομίζω ότι το τραύμα κινητοποιεί, και δημιουργεί τέχνη. Άλλοτε ως παυσίλυπο, άλλοτε ως εξορκισμός του φόβου. Η φαντασία είναι για μένα αντανακλαστικό, βιολογική ανάγκη. Ακόμα περισσότερο, κι αυτό είναι βεβαιότητα, όχι πίστη, αυτό που ο καθένας ονοματίζει πραγματικότητα, είναι η δική του φανταστική ερμηνεία των ερεθισμάτων που φτάνουν στις αισθήσεις. Είναι μια διελκυστίνδα πάθους: νιώθω, ερμηνεύω, πονώ, κι ύστερα κάνω την οδύνη όνειρο ή όραμα.
Αναφέρεστε σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, ωστόσο διατηρείτε έναν ποιητικό, τρυφερό τόνο. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη σκληρότητα της εποχής και στην ανάγκη για ομορφιά; Υπήρξε κάποιο σημείο της συγγραφής που σας δοκίμασε περισσότερο ως δημιουργό ή ως άνθρωπο;
Π. Κουρ: Αγαπώντας με πάθος τον ήρωά μου, βρέθηκα σε πολλά σημεία της καταγραφής της ιστορίας του σε συναισθηματική φόρτιση. Εκεί, στη μεγάλη αδικία, στην απανθρωπιά και στη σκληρότητα του κυνισμού, εκεί ως άνθρωπος δοκιμάζομαι καθημερινά. Όμως η ιστορία του «Δέντρου» μου έχει την αθωότητα και την τρυφεράδα του ήρωα, κι έτσι έπρεπε να είναι και η γλώσσα, όταν π.χ. γράφεις για το Τραγούδι που ξυπνάει το ξύλο και μιλάει στη θάλασσα και στην πόλη και συγγενεύει με τον παλμό των αστεριών. Δεν ήταν ωστόσο ενσυνείδητη επιλογή. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Το βιβλίο μου είναι μια δημιουργία πρωτογενής, με ενστικτώδικη γραφή, και η σκληρότητα της εποχής μας δεν κρύβεται ούτε καλύπτεται μέσα στο έργο μου. Αντιθέτως, είναι εξόφθαλμα παρούσα, όπως ακριβώς είναι και απεχθής. Κι ακόμα περισσότερο εμφανής ακριβώς επειδή έρχεται σε εμφατική αντίθεση με την αγνή πρόθεση του ήρωα.
Στο «Το Δέντρο στο Νοσοκομείο με τις Μαριονέτες», τι θα θέλατε να έχει μείνει στον αναγνώστη: μια αίσθηση, μια εικόνα, μια ερώτηση ή ένα συναίσθημα; Αν μπορούσατε να συνοψίσετε το βιβλίο σε μια φράση, ποια θα ήταν αυτή για εσάς προσωπικά;
Π. Κουρ: Θα ήθελα να μείνουν στον αναγνώστη οι ήρωες. Οι παράξενοι, εντελώς πρωτοείδωτοι, βαθείς ήρωες του βιβλίου. Και νομίζω ότι το «Δέντρο», ο Μαέστρος των Μασκών, ο Κόκκινος Παλιάτσος, είναι μορφές που δεν θα ξεχαστούν απ’ όποιον τους γνωρίσει. Ένας παράλληλος κόσμος, σε αποσπά με βία από το παρόν, σε περιφέρει στο βάθος μιας πανομοιότυπης σύγκρουσης Φωτός και Σκότους· έτσι είναι γραμμένο το βιβλίο μου. Δύσκολα θα ξεφύγει ο αναγνώστης από τα σκοτεινά, καταδικασμένα και περήφανα πρόσωπα που η μοίρα τους έγινε δική του.
Μπορεί η δύναμη της λογοτεχνίας από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η άποψή σας;
Π. Κουρ: Η άποψή μου είναι πως δεν πρέπει να αφορά τον συγγραφέα ή τον κάθε δημιουργό γενικότερα, κάποιο σύνολο ανθρώπων προς το οποίο απευθύνεται, το «κοινό», ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομαστεί. Δεν είναι πλασιέ βιβλίων. Δεν γράφει για να αλλάξει εκ προθέσεως τους ανθρώπους που θα μοιραστούν μαζί του την ατμόσφαιρα ενός έργου του. Τότε δεν είναι τέχνη η γραφή. Η ειλικρινής δημιουργία οφείλει να είναι ρηξικέλευθη, συγκλονιστική, ανοίκεια και παράξενη, να κομίζει το νέο, το «απ’ αλλού φερμένο». Σε κάθε άλλη περίπτωση εξαπατά. Εφόσον κάποιος δέχεται αυτές τις αρχές, πρέπει επίσης να αναγνωρίσει ότι η Τέχνη δεν είναι εργαλείο, κι ούτε μπορεί ο δημιουργός να επιτρέπει το έργο του να εργαλειοποιείται κοινωνικά για σκοπούς ή θέσεις ή προθέσεις· του οποιουδήποτε. Η τέχνη, για να είναι τέχνη, οφείλει να βρίσκεται πάντα μπροστά και έξω από το χωροχρονικό ιστορικό της πλαίσιο. Είναι η μοναδική της ευκαιρία να ασκήσει μεταμορφωτική επιρροή, και να μην καταντάει όρος συντήρησης και πνευματικής καθήλωσης. Επιπλέον, η συγγραφή έχει το εξής προνόμιο: να μην περιορίζεται από κανέναν όρο, από εκείνους που περιορίζουν τις άλλες τέχνες. Μπορείς -πρακτικά-να γράψει ό,τι θέλεις, να δημιουργήσεις άλλους κόσμους, εναλλακτικές πραγματικότητες. Γιατί λοιπόν; Γιατί να επαναλαμβάνεις χιλιοειπωμένα μοτίβα; Αυτή η συγγραφή, η επαναστατική και ασυμβίβαστη, ασφαλώς και αλλάζει, μεταστρέφει τον αναγνώστη και τη στάση του. Η άλλη, είναι συναλλαγή, με όρους αγοράς και ζήτησης. Καθένας διαλέγει το μετερίζι του.



























































































