Το παρόν άρθρο είναι η εισήγηση του Γιώργου Πελεκανάκη, Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Διευθυντών Ξενοδοχείων – ΠΟΔΙΞ, στη Γενική Συνέλευση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας, η οποία διεξήχθη στον Άγιο Νικόλαο, την Παρασκευή 26 και το Σάββατο 27 Ιουνίου 2026:
Για πολλές δεκαετίες η Ελλάδα οικοδόμησε την τουριστική της επιτυχία πάνω σε ένα ιδιαίτερα ισχυρό μοντέλο, τον ήλιο, τη θάλασσα και τη μοναδική ελληνική φιλοξενία. Ένα μοντέλο που μας οδήγησε στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου τουριστικού χάρτη και συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Σήμερα όμως βρισκόμαστε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.
Ο διεθνής ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και εντονότερος. Οι ταξιδιώτες είναι περισσότερο ενημερωμένοι, περισσότερο απαιτητικοί και αναζητούν πλέον κάτι περισσότερο από έναν όμορφο προορισμό. Αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες. Θέλουν να γνωρίσουν τον πολιτισμό ενός τόπου, να δοκιμάσουν την τοπική γαστρονομία, να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες, να γνωρίσουν τους ανθρώπους, να αισθανθούν ότι αποτελούν μέρος της τοπικής κοινωνίας.
Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος ταξιδιώτης δεν αγοράζει απλώς μια διαμονή. Αγοράζει μια εμπειρία. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας.
Η χώρα μας διαθέτει ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Διαθέτει ιστορία χιλιάδων ετών, έναν απαράμιλλο πολιτιστικό πλούτο, εξαιρετική γαστρονομία, μοναδικά φυσικά τοπία, ποιοτικά τοπικά προϊόντα και πάνω απ’ όλα, ανθρώπους που γνωρίζουν να προσφέρουν φιλοξενία.
Όλα αυτά αποτελούν το ιδανικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη των ειδικών μορφών τουρισμού. Και όταν μιλάμε για ειδικές μορφές τουρισμού, δεν αναφερόμαστε σε μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στον παραδοσιακό τουρισμό.
Αναφερόμαστε στην εξέλιξή του. Στον πολιτιστικό τουρισμό, στον γαστρονομικό, στον αγροτουρισμό, στον οινοτουρισμό, στον περιπατητικό και φυσιολατρικό τουρισμό, στον θρησκευτικό, στον συνεδριακό, στον αθλητικό, στον τουρισμό υγείας και ευεξίας, στον καταδυτικό και θαλάσσιο τουρισμό και τα τελευταία χρόνια έχουμε επίσης μια αύξηση στον στρατιωτικό τουρισμό και το dark tourism.
Σε όλες εκείνες τις μορφές τουρισμού που δημιουργούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, αυξάνουν τη μέση δαπάνη του επισκέπτη, επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο και διαχέουν τα οικονομικά οφέλη σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι ειδικές μορφές τουρισμού συμβάλλουν στη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, στη μείωση της εποχικότητας και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των προορισμών.
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να έχουμε απλώς περισσότερους επισκέπτες. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούμε μεγαλύτερη αξία.
Αξία για τον επισκέπτη, αξία για την επιχείρηση, αξία για την τοπική κοινωνία, αξία για την εθνική οικονομία. Και για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται συνεργασία. Ο τουρισμός δεν είναι ένας αυτόνομος οικονομικός κλάδος. Είναι η συνάντηση δεκάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Συναντά την αγροτική παραγωγή τη μεταποίηση, την εστίαση, τον πολιτισμό, την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες, την εκπαίδευση, την έρευνα.
Κανένας από αυτούς τους τομείς δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνος του. Η πραγματική προστιθέμενη αξία δημιουργείται μέσα από τις συνέργειες. Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος των Επιμελητηρίων.
Πιστεύω ότι τα Επιμελητήρια του 21ου αιώνα δεν μπορούν να περιορίζονται στον παραδοσιακό διοικητικό τους ρόλο. Πρέπει να εξελιχθούν σε πραγματικά Κέντρα Αναπτυξιακής Στρατηγικής. Σε οργανισμούς που θα σχεδιάζουν, θα συντονίζουν και θα κινητοποιούν ολόκληρο το παραγωγικό οικοσύστημα κάθε περιοχής.
Ας δούμε λοιπόν ποιος μπορεί να είναι αυτός ο νέος ρόλος.
Πρώτον: Δημιουργία συνεργειών και τοπικών δικτύων
Τα Επιμελητήρια μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες συνεργασίας, υποστηρίζοντας τη δημιουργία τοπικών συνεργατικών σχημάτων και δικτύων που θα συνδέουν τον τουρισμό με την πρωτογενή παραγωγή, τη γαστρονομία, τον πολιτισμό και τις νέες τεχνολογίες.
Στη σύγχρονη εποχή, καμία επιχείρηση και κανένας παραγωγικός κλάδος δεν μπορεί να αναπτυχθεί απομονωμένα. Η πραγματική υπεραξία δημιουργείται όταν διαφορετικοί τομείς συνεργάζονται και συνδιαμορφώνουν ένα ολοκληρωμένο προϊόν. Τα Επιμελητήρια μπορούν να φέρουν γύρω από το ίδιο τραπέζι ξενοδόχους, εστιάτορες, αγρότες, παραγωγούς τοπικών προϊόντων, οινοποιούς, πολιτιστικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις τεχνολογίας, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Να δημιουργήσουν ένα πραγματικό οικοσύστημα συνεργασίας.
Ένα δίκτυο που δεν θα προωθεί μόνο υπηρεσίες φιλοξενίας, αλλά ολοκληρωμένες εμπειρίες. Αυτές είναι οι εμπειρίες που δημιουργούν πιστούς επισκέπτες και διαφοροποιούν έναν προορισμό από όλους τους υπόλοιπους.
Τα Επιμελητήρια μπορούν ακόμη να δημιουργήσουν θεματικά clusters, κοινές στρατηγικές προβολής και συνεργατικά επιχειρηματικά δίκτυα, ώστε ολόκληρη η περιοχή να αποκτήσει μία κοινή αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζονται σήμερα οι επιτυχημένοι τουριστικοί προορισμοί.
Δεύτερον: Τα Επιμελητήρια ως μοχλός καινοτομίας και επενδύσεων
Η ανάπτυξη όμως δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στις καλές ιδέες. Χρειάζεται και τους απαραίτητους πόρους για να γίνουν πράξη.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα Επιμελητήρια μπορούν να διαδραματίσουν έναν ακόμη καθοριστικό ρόλο: να αποτελέσουν τον σύνδεσμο μεταξύ των επιχειρήσεων και των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.
Σήμερα η ανταγωνιστικότητα ενός τουριστικού προορισμού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις φυσικές του ομορφιές ή τις ξενοδοχειακές του υποδομές. Εξαρτάται από την ικανότητα των επιχειρήσεων να καινοτομούν, να επενδύουν, να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες, να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης.
Δυστυχώς, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ακολουθήσουν αυτόν τον ρυθμό. Όχι γιατί δεν διαθέτουν όραμα. Αλλά γιατί συχνά δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία ή τους οικονομικούς πόρους.
Εδώ ακριβώς τα Επιμελητήρια μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Μπορούν να ενημερώνουν συστηματικά τις επιχειρήσεις για κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό πρόγραμμα, να παρέχουν συμβουλευτική υποστήριξη, να οργανώνουν γραφεία υποστήριξης επενδύσεων, να βοηθούν τις επιχειρήσεις στην προετοιμασία και την ωρίμανση επενδυτικών σχεδίων, να λειτουργούν ως πραγματικοί αναπτυξιακοί σύμβουλοι.
Σήμερα υπάρχουν σημαντικά εργαλεία όπως το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης, τα ευρωπαϊκά προγράμματα συνεργασίας και πλήθος άλλων χρηματοδοτικών μηχανισμών που μπορούν να στηρίξουν την εξέλιξη των επιχειρήσεων.
Οι επενδύσεις αυτές μπορούν να αφορούν την ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, τη μείωση της κατανάλωσης νερού, την αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την εφαρμογή συστημάτων ποιότητας, αλλά και την ανάπτυξη νέων τουριστικών εμπειριών. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση δεδομένων, οι έξυπνες εφαρμογές και οι σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες δεν αποτελούν πλέον τεχνολογίες του μέλλοντος. Αποτελούν εργαλεία του σήμερα. Όποιος δεν επενδύσει σε αυτές, πολύ σύντομα θα χάσει την ανταγωνιστικότητά του.
Η βιωσιμότητα επίσης δεν αποτελεί πλέον μια επιλογή καλής πρακτικής. Αποτελεί βασική απαίτηση της αγοράς. Οι επισκέπτες επιλέγουν ολοένα και περισσότερο επιχειρήσεις που σέβονται το περιβάλλον, μειώνουν το ενεργειακό τους αποτύπωμα και λειτουργούν με υπευθυνότητα. Και αυτή η μετάβαση απαιτεί επενδύσεις. Επενδύσεις που τα Επιμελητήρια μπορούν να βοηθήσουν να γίνουν πραγματικότητα. Γιατί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση δεν είναι απλώς ένα οικονομικό εργαλείο.
Είναι ο μοχλός που μετατρέπει μια καλή ιδέα σε πραγματική ανάπτυξη.
Τρίτον: Προβολή, εξωστρέφεια και δημιουργία ισχυρού Brand
Η τρίτη μεγάλη αποστολή των Επιμελητηρίων αφορά την εξωστρέφεια.
Σε έναν κόσμο όπου εκατοντάδες προορισμοί ανταγωνίζονται καθημερινά για την προσοχή του ταξιδιώτη, δεν αρκεί να διαθέτεις ένα εξαιρετικό προϊόν. Πρέπει να μπορείς και να το επικοινωνήσεις. Η προβολή δεν είναι διαφήμιση, είναι στρατηγική. Είναι η δημιουργία μιας ισχυρής ταυτότητας που κάνει έναν προορισμό να ξεχωρίζει μέσα σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.
Τα Επιμελητήρια μπορούν να αναλάβουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο. Να οργανώνουν συμμετοχές σε διεθνείς τουριστικές και εμπορικές εκθέσεις. Να πραγματοποιούν επιχειρηματικές αποστολές. Να δημιουργούν συνεργασίες με διεθνείς τουριστικούς οργανισμούς, αεροπορικές εταιρείες και tour operators. Να αξιοποιούν τις δυνατότητες του ψηφιακού μάρκετινγκ, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τεχνητής νοημοσύνης.
Κυρίως όμως μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ισχυρού brand για κάθε περιοχή της Ελλάδας. Γιατί σήμερα δεν αρκεί να πουλάμε ξενοδοχεία. Δεν αρκεί να πουλάμε παραλίες. Πρέπει να πουλάμε ιστορίες, συναισθήματα, αυθεντικές εμπειρίες.
Αυτό είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί έναν προορισμό. Και αυτό είναι το στοιχείο που δημιουργεί επισκέπτες οι οποίοι επιστρέφουν ξανά και ξανά. Η εξωστρέφεια όμως δεν αφορά μόνο τον τουρισμό. Αφορά και τα τοπικά προϊόντα. Κάθε επισκέπτης που επιστρέφει στην πατρίδα του με ένα ποιοτικό ελληνικό προϊόν γίνεται ο καλύτερος πρεσβευτής της χώρας μας. Έτσι ο τουρισμός λειτουργεί ως μοχλός ανάπτυξης ολόκληρης της ελληνικής παραγωγής.
Τέταρτον: Τα Επιμελητήρια ως Think Tank του ελληνικού τουρισμού
Θα ήθελα όμως να καταθέσω ακόμη μία πρόταση. Ίσως τη σημαντικότερη από όλες. Πιστεύω ότι τα Επιμελητήρια της επόμενης δεκαετίας πρέπει να αποκτήσουν έναν νέο θεσμικό ρόλο.
Να εξελιχθούν σε πραγματικά Think Tanks του ελληνικού τουρισμού. Να μην ακολουθούν απλώς τις εξελίξεις αλλά να τις διαμορφώνουν.
Να παρακολουθούν τις διεθνείς τάσεις και να αναλύουν τα δεδομένα της αγοράς.
Να συνεργάζονται με τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα και να προτείνουν νέες μορφές τουριστικής ανάπτυξης.
Να παράγουν στρατηγικές με ορίζοντα δεκαετιών και όχι μόνο της επόμενης τουριστικής περιόδου.
Ο τουρισμός αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική αλλαγή, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι νέες ταξιδιωτικές συνήθειες. Όλα αυτά μεταβάλλουν συνεχώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούμε. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε το μέλλον με τα εργαλεία του χθες. Χρειαζόμαστε οργανισμούς που θα παράγουν γνώση. Που θα σχεδιάζουν πολιτικές. Που θα καθοδηγούν τις επιχειρήσεις.
Και πιστεύω βαθιά ότι τα Επιμελητήρια μπορούν να αναλάβουν αυτόν τον ιστορικό ρόλο.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερο τουρισμό. Έχει ανάγκη από καλύτερο τουρισμό. Έναν τουρισμό που δημιουργεί πλούτο για ολόκληρη την κοινωνία. Που σέβεται το περιβάλλον και που προστατεύει την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Που δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και στηρίζει την ελληνική παραγωγή.
Που δίνει προοπτική στη νέα γενιά.
Οι ειδικές μορφές τουρισμού μπορούν να αποτελέσουν το όχημα αυτής της μετάβασης.
Και τα Επιμελητήρια μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη που θα ενώσει όλους τους κρίκους της αλυσίδας. Επιχειρήσεις, παραγωγούς, εκπαίδευση, καινοτομία, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Πολιτεία.
Γιατί το μέλλον του ελληνικού τουρισμού δεν θα το καθορίσει ποιος θα έχει τα περισσότερα ξενοδοχεία. Θα το καθορίσει ποιος θα δημιουργήσει τις πιο αυθεντικές εμπειρίες. Ποιος θα επενδύσει περισσότερο στους ανθρώπους. Ποιος θα συνεργαστεί περισσότερο. Και ποιος θα έχει το θάρρος να σχεδιάσει το αύριο από σήμερα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα.
Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο των Επιμελητηρίων.
Να πάψουν να είναι απλώς Επιμελητήρια Επιχειρήσεων και να εξελιχθούν σε Επιμελητήρια Ανάπτυξης Προορισμών.
Όχι μόνο να εκπροσωπούν την επιχειρηματικότητα, αλλά να σχεδιάζουν το μέλλον κάθε περιοχής.
Να συνδέουν την παραγωγή με τον τουρισμό.
Να μετατρέπουν τις τοπικές ιδέες σε αναπτυξιακές πολιτικές.
Και τελικά, να γίνουν οι οργανισμοί που θα οδηγήσουν την Ελλάδα στη νέα εποχή των ειδικών μορφών τουρισμού.


































































































