Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης η ελληνική κοινωνία δεν καταφέρνει ακόμα να ανακάμψει και ενδεχομένως θα χρειαστούν αρκετά χρόνια ακόμα για να συμβεί, αν κάποτε επιτευχθεί μια ανάκαμψη των οικονομικών δεδομένων στα προ κρίσης επίπεδα.
Τα στοιχεία που αναφέρονται στην Ενδιάμεση Έκθεση για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση για το 2017, που παρουσίασε το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ είναι άκρως εντυπωσιακά και ενδεικτικά της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί.
Κατανάλωση
Η υστέρηση αποτυπώνεται στο δεδομένο για την κατανάλωση, που έχει σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο χαμηλότερο κατά 24 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο του πρώτου τριμήνου του 2008. Το δε επίπεδό της εκτιμάται πως δεν θα είναι διατηρήσιμο, δεδομένων των επικείμενων μέτρων λιτότητας και αν δεν υπάρξει ένα ισχυρό σοκ απασχόλησης και εισοδημάτων στην οικονομία.
«Ανάπτυξη χωρίς αύξηση της κατανάλωσης και χωρίς αύξηση των μισθών δεν πρόκειται να έρθει. Δυστυχώς όσο κι αν λέμε για ανάπτυξη, δεν μπορεί κάποιος να καταναλώσει με εισοδήματα από 300 ως 600 €», επισημαίνει το μέλος του Δ.Σ. της ΓΣΕΕ και πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου Μανόλης Πεπόνης.
Επενδύσεις
Παράλληλα, τα στοιχεία του Ινστιτούτου δείχνουν πως οι επενδύσεις έχουν σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο κατά 63% χαμηλότερο από αυτό του πρώτου τριμήνου του 2008, κάνοντας εμφανές το τεράστιο επενδυτικό κενό στο οποίο έχει περιέλθει η οικονομία. Υπολογίζεται ότι -με βάση τον μέσο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων του 2016- ο όγκος των επενδύσεων θα φτάσει στο επίπεδο του πρώτου τριμήνου του 2008 το πρώτο τρίμηνο του 2033.
Στην εργασία παρατηρούνται υψηλά ποσοστά υποαπασχόλησης, η οποία κατά τη διάρκεια της κρίσης έχει σχεδόν τριπλασιαστεί (από 99 χιλιάδες εργαζομένους το 2008 σε 267 χιλιάδες το 2017), και των απογοητευμένων ανέργων, ο αριθμός των οποίων επίσης υπερτριπλασιάζεται (από 37 χιλιάδες σε 109 χιλιάδες) την αντίστοιχη περίοδο.
Επισφαλής εργασία
Η σημαντική αύξηση των επισφαλών θέσεων εργασίας επηρεάζει τη μεταβολή των μισθών, καθώς ο μέσος μισθός των απασχολουμένων με μερική απασχόληση ήταν το 2016 στα 397,67 €. Η εξέλιξη αυτή επιφέρει σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις, καθώς ουσιαστικά λειτουργεί ως κρυφός μηχανισμός λιτότητας.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της EU-SILC για το 2015, το 34,7% των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και το 42,13% των εργαζομένων με μερική απασχόληση λαμβάνουν μισθό χαμηλότερο του κατώτατου. Το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός εργαζομένων κινείται γύρω και κάτω από το όριο της φτώχειας είναι ένδειξη της εύθραυστης κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας, συμπεραίνεται στην έκθεση.
«Με τις μορφές εργασίας που επικρατούν κι έχουν αυξηθεί όλες οι ελαστικές μορφές, εκτός από την κανονική εργασία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ανάπτυξη που έχει αντίκρισμα και αφορά την κοινωνία. Με αυτές τις συνθήκες είναι λογικό όταν ο κόσμος δεν μπορεί να αντεπεξέλθει», σημειώνει ο κ. Πεπόνης.
Αναζητείται λύση
Από την πλευρά του ο Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Μακροοικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισημαίνει πως «η εκτίμηση του Ινστιτούτου είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναζητά έναν δυναμικό μηχανισμό δημιουργίας εισοδημάτων, που θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης και θα βελτιώσει τη φερεγγυότητα και τη ρευστότητα του τραπεζικού και του δημόσιου τομέα της οικονομίας. Ένας τέτοιος μηχανισμός είναι προϋπόθεση για την ουσιαστική έξοδο της χώρας από την κρίση χρέους και για τη δημιουργία βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων που θα την αποδεσμεύσουν από την επιτροπεία των δανειστών».
Τουρισμός
Παράλληλα, υπενθυμίζει την πρόταση που έχει αναλύσει και στο παρελθόν, μιλώντας στην ΑΝΑΤΟΛΗ για την ανάγκη νέου παραγωγικού μοντέλου, πως η Ελλάδα χρειάζεται «ένα νέο ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης, ένα επεκτατικό μείγμα εσωστρέφειας και εξωστρέφειας. Η επεκτατική εσωστρέφεια επιτυγχάνεται με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων ικανοποίησης της εγχώριας δαπάνης με υποκατάσταση εισαγωγών. Η επεκτατική εξωστρέφεια επιτυγχάνεται με την αύξηση των εθνικών μεριδίων παραγωγής στην παγκόσμια αγορά». Ως παράδειγμα έφερε την δυναμική που μπορεί να αναπτύξει ο πρωτογενής τομέας στο συσχετισμό με τον τουρισμό.
«Χρειαζόμαστε ένα νέο τρόπο σκέψης και προσέγγισης που βλέπει τον τουρισμό ως όχημα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Σε αυτή την προσέγγιση η προσφορά του τουρισμού έγκειται στις διακλαδικές σχέσεις που μπορούν να επιτευχθούν, βάσει του τουρισμού, έτσι ώστε να διαχυθεί το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος στην τοπική κοινωνία, δηλαδή να επιταχυνθεί τόσο η τοπική όσο και η περιφερειακή ανάπτυξη. Αυτό προϋποθέτει την σύνδεση με άλλους κλάδους, όπως το αγροδιατροφικό σύμπλεγμα, να ωφεληθούν η μεταποίηση, οι μεταφορές ώστε να έχουμε διάχυση του αναπτυξιακού οφέλους από την εντυπωσιακή αύξηση που εμφανίζει ο τουρισμός.
Παράλληλα, ο τουρισμός θα μπορούσε να γίνει και το όχημα της διεθνοποίησης της ελληνικής οικονομίας, αλλά πάλι στο παραγωγικό επίπεδο. Δηλαδή να μπει στην παγκόσμια τουριστική αλυσίδα και μια σειρά από ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες να συνοδεύουν τον ελληνικό τουρισμό, να γίνουν μέρος της παγκόσμιας τουριστικής αλυσίδας», υπογραμμίζει ο κ. Αργείτης.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ








































































































