ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ, ΦΩΤΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΜΨΥΧΩΤΗ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (1749-1809)
ΠΡΩΤ/ΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΜΑΡΝΕΛΛΟΥ, ΔΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, τ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ και ΑΝΑΠΛ. ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ Π.Α.Ε.Α.Η.Κ.
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ γεννήθηκε στη νήσο της Νάξου το 1749 και εκδήμησε προς Κύριον, στο κελλί των Σκουρταίων, στο Άγιο Όρος, τον Ιούλιο του 1809. Ένα μέρος του βίου του συμπίπτει με τις «Κολλυβαδικές» έριδες, οι οποίες δημιούργησαν ταραχές και προβλήματα στο Άγιο Όρος και στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η τεράστια συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα του Νικοδήμου (Ν) τον φέρνουν στο επίπεδο του κινήματος των λεγόμενων «ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» και στο άλλο κίνημα, εκείνο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Θα λέγαμε ότι ο Ν., ως λόγιος και συγγραφεύς πολυγραφώτατος, βρίσκεται στον αντίποδα του Διαφωτισμού. Χαρακτηρίζεται ως «παραδοσιακός Φωτιστής του Γένους» και «υπερασπιστής της ορθόδοξης χριστιανικής και ελληνικής παράδοσης και, ειδικότερα, των αγιορειτικών λειτουργικών και εκκλησιαστικών παραδόσεων» και όχι μόνο.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΩΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥ, ΦΩΤΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΜΨΥΧΩΤΗ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ο διακεκριμένος Καθηγητής του Κ.Π.Α., Στυλιανός Παπαδόπουλος, εκφράζει την άποψη ότι τόσον ο Μακάριος Νοταράς, πρώην Επίσκοπος Κορίνθου, όσο και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης δεν υπήρξαν «καθ’ αυτό Κολλυβάδες».
Από ό,τι γνωρίζομε, όταν ο Μακάριος Νοταράς έφτασε στο Άγιον Όρος, το 1775, θεωρητικά το ζήτημα των «Κολλυβάδων» είχε λήξει, αφού το Πατριαρχείο, μετά τις πρώτες αμφιταλαντεύσεις, δέχτηκε το μνημόσυνο με κόλλυβα της Κυριακής. Το ίδιο έτος έφθασε στον Άθωνα και ο Νικόδημος.
«Ο Νικόδημος δεν αναμίχθηκε στην σχετική διαμάχη ούτε αναφέρεται ως συζητητής των Αντικολλυβάδων ή ως συντονιστής των αγώνων των λεγόμενων Κολλυβάδων Πατέρων. Ο Ν., ως διδάσκαλος της θεολογίας, αρκέστηκε στην θεολογική θεμελίωση και υπερασπίστηκε τις εκκλησιαστικές και λειτουργικές-τυπικές παραδόσεις. Όπως και ο Μακάριος Νοταράς, έκανε υπακοή στις αποφάσεις του Πατριαρχείου, μολονότι τασσόταν υπέρ της «ακρίβειας».
Επομένως, ο Άγιος Νικόδημος 1. δεν υπήρξε Κολλυβάς με την στενή έννοια του όρου: α) εφ’όσον δεν ανήκε σε αυτούς που δημιούργησαν το ζήτημα των μνημόσυνων. Γεννήθηκε στη Νάξο το 1749, και σε ηλικία είκοσι οχτώ (28) ετών πήγε στον Άθωνα. Δεν ήταν φανατικός στις απόψεις του και εκδικητικός αλλά υπάκουος στην Εκκλησία. Ανεκτικός και στην εφαρμογή της οικονομίας. Έλεγε τα εξής: «απολογούμεθα πρώτον εις εκείνο, οπού πολλοί αδελφοί, εκτός φόβου Θεού κατηγορούντες, ονομάζουσιν ημάς Κολλυβάδας, και λέγομεν ότι το όνομα τούτο ψευδώς και συκοφαντικώς προσάπτουσιν εις ημάς οι καλοί αδελφοί, καθ΄ότι ημείς φυλάττομεν την αρχαίαν παράδοσιν της Εκκλησίας, ήτις άνωθεν και εξ αρχής παρέλαβε να εκτελή εν Σαββάτω τα των εν Χριστώ κεκοιμημένων μνημόσυνα, και ουχί εν τη Κυριακή…».
- Ο Ν., «Υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο»: «Παραδοσιακός Φωτιστής», Αφυπνιστής, Διδάσκαλος, Κατηχητής, «Αλείπτης» Μαρτύρων, συγγραφεύς «μαρτυρολογίων», συναξαρίων και βίων Αγίων.
- Ο Ν., «οικοδιδάσκαλος, στα αρχοντικά της Σμύρνης, Διδάσκαλος του Γένους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μέλος της Σχολικής Εφορείας της Αθωνικής Ακαδημίας, συγγραφεύς της Φιλοκαλίας, του Πηδαλίου, του Συμβουλευτικού Εγχειριδίου, του Αοράτου Πολέμου, συνολικά, με βάση την δική μας μακροχρόνια έρευνα, εκατόν ογδόντα τριών (183) Θεολογικών, Ερμηνευτικών, Κανονικών, Ποιμαντικών, Μυστικών, Ηθικών, Απολογητικών, Αγιολογικών, Συναξαριακών, ασκητικο-παιδαγωγικών, Υμνολογικών-Λειτουργικών έργων, ειδικότερα με τα «Μαρτυρολόγιά» του, συνέβαλε αποφασιστικά στον φωτισμό, στην διάσωση της Γλώσσας, της ορθόδοξης πατερικής και λειτουργικής βιωματικής θεολογίας, της εκκλησιαστικής παράδοσης και της διατήρησης του Γένους.
- Ο Ν., με την θεολογική του ανθρωπολογία, την ψυχοπνευματική διδασκαλία και παιδαγωγική του σκοποθεσία, την παρότρυνσή του προς: α) τους κηδεμόνες να εγγράφουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία και β) τους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους να διδάσκουν το λαό και να ιδρύουν σχολεία, συνέβαλε στη γλωσσική και πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού.
Ο Ν. φαίνεται μέσα από το πολυσχιδές έργο του ότι έχει συνείδηση της αξίας της μόρφωσης, της ελληνομάθειας, της χρήσης της γλώσσας και μάλιστα της απόδοσης της αρχαίας στη γλώσσα της εποχής, και συνεπώς της εν Χριστώ κατάρτισης και μόρφωσης και των ατελειών ή των ελλείψεων της κοσμικής αγωγής και παιδείας.
Με την συνείδηση του Διδασκάλου και Φωτιστή του Γένους, διαθέτοντας ευρύτητα του πνεύματος και «ανοιχτότητα» προς την ελληνική και ορθόδοξη κοινωνία και τις ανάγκες αυτής, σχολιάζει εκείνους που αντιτίθενται στην χρήση της απλής γλώσσας του λαού τα εξής σημαντικά: «Έλλησι και βαρβάροις, σοφοίς τε και ανοήτοις οφειλέτης ειμι» (Ρωμ α΄ 14). Τούτα είναι τα λόγια τα οπού εξεφώνησεν ο εν Χριστώ λαλών Παύλος… Δια να διδάξη με αυτά όλους εκείνους που αγαπούν την κοινήν ωφέλειαν του πλησίον, να μη ομιλούν, ή να συγγράφουν με γλώσσαν μόνον Ελληνικήν, ίνα δι΄αυτής ωφελούν μόνον τους πεπαιδευμένους και σοφούς, αλλά και να ομιλούν, και να συγγράφουν και με γλώσσαν απλοϊκήν εν ταυτώ, ίνα δι΄αυτής επίσης ωφελούν και τους ασόφους, και απλοϊκούς αδελφούς…Δια τούτο και ημείς… ηθελήσαμεν δια της παρούσης βίβλου («ΠΗΔΑΛΙΟΝ») να ωφελήσωμεν εν ταυτώ και τους ελλογίμους και σοφούς, και τους απλοϊκούς και ασόφους…».
- Η πολυεπίπεδη συνεισφορά προς το Γένος και την Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία του Ν. και ο ρόλος, τον οποίο διαδραμάτισε για τον σκοπό αυτό, προϋποθέτει σπουδαίο σοφό, πολυτάλαντο και πνευματέμφορο άνδρα, Μεγάλο Διδάσκαλο, Παιδαγωγό, χαλκέντερο συγγραφέα με ελληνομάθεια και γλωσσομάθεια. Ο Ν. διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης αρχαία ελληνικά, σχολική φιλοσοφία και λατινικά, είχε γνώσεις σλαβονικής, αφού χρησιμοποιεί συχνά τον σλαβονικό Συναξαριστή και, ίσως αργότερα στη Νάξο, φαίνεται ότι έμαθε και ρωσικά.
Ο Ν., ως λόγιος και ιερός συγγραφεύς, διέθετε, ταυτόχρονα, πνεύμα ισχυρής αντιστάσεως προς την «λαίλαπα του εξισλαμισμού, η οποία σηματοδοτούσε την αφαίμαξη των ορθόδοξων Ελλήνων».
Αναθρεμμένος με τα ζώπυρα της πίστεως, εμποτισμένη η ζωή του με τα ιερά βιώματα, τα οποία εισχώρησαν βαθιά στην ψυχή του , «αυτήκοος γενόμενος της διδαχής» του Πατροκοσμά, το έτος 1775 στο Άγιον Όρος, η στενή συνεργασία και η συναναστροφή του αφ’ ενός με τον Μακάριο Νοταρά, αφ’ ετέρου με τον εξόριστο Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (Ιερά Μονή των Ιβήρων 1798-1806), υπήρξε ψυχωφελής και πολυωφελής, ενίσχυσε το πατριωτικό του φρόνημα και την απόφασή του να δράσει σε πολλά διαφορετικά επίπεδα.
Ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ επεξεργάστηκε το «ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ», «Ν.Μ.», το 1797 και το εξέδωσε το 1799, «ήτοι Μαρτύρια των νεοφανών μαρτύρων…Συνταχθέντα εκ διαφόρων συγγραφέων. Παρά Ν. Γλυκεί 1799», δηλαδή έξι χρόνια πριν την κοίμηση του Μακαρίου του Κορίνθου. Έχει σημασία ότι ο Μακάριος Κορίνθου, ο συντάκτης των «μαρτυρολογίων», φρόντισε για τα έξοδα.
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ, ΚΑΤΗΧΗΤΗΣ, ΑΛΕΙΠΤΗΣ, ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ «ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΩΝ» ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ, ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΝΟΤΑΡΑ.
- Με την ίδια φιλοπατρία των δυο παραπάνω ιερομαρτύρων Κοσμά του Αιτωλού και Γρηγορίου του Ε΄, με την ίδια φλόγα, πασχίζουν και οι Διδάσκαλοι του Γένους, οι «ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΟΙ»-ΝΗΠΤΙΚΟΙ και «ΑΝΑΓΕΝΝΗΤΙΚΟΙ» ΠΑΤΕΡΕΣ» του 18ου και 19ου αιώνα στην Ελλάδα , με σκοπό να προετοιμάσουν πνευματικά, ψυχολογικά, τους Έλληνες, να εξυψώσουν το ηθικό τους και μετά να τους οδηγήσουν στον αγώνα της Επανάστασης. Εκκλησιαστικοί άνδρες, που δεν τους έχουν ακόμα παραδόξως δώσει την προσήκουσα θέση στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος και στον αντιστασιακό αγώνα κατά της εξουσίας των Αγαρηνών, δίνουν το δικό τους αγώνα για την μόρφωση του λαού, για τα ιερά και τα όσια του Γένους, για τη συνέχιση της ελληνικής μας Παράδοσης.
Ο «Γενάρχης της Φιλοκαλίας» Μακάριος ο Νοταράς, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Όσιος Νικηφόρος ο Χιος, με την πλούσια συγγραφική παραγωγή τους και την επανέκφραση της ορθόδοξης παράδοσης, θέλησαν να συμβάλουν στον ρωμαίικο διαφωτισμό του Γένους».
Το ίδιο και η πνευματική παραγωγή του Αγίου Νικοδήμου, τεράστια σε έκταση, και πλούσια σε ποιότητα και η λοιπή του κατηχητική δράση, κατέχουν εξέχουσα θέση στην ιστορία των νεότερων χρόνων στην Ελλάδα και εκφράζουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο την ελληνική και ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση. Προετοιμάζουν ψυχολογικά και πνευματικά τους υπόδουλους Έλληνες στον αγώνα της Επανάστασης.
Δέος και συγκίνηση στον κάθε ορθόδοξο Έλληνα προκαλεί το γεγονός η παλληκαριά και η τόλμη του Ν., με την οποία συγκέντρωσε, συνέγραψε και εξέδωσε το «ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ», Ν.Μ. την πιο ταραγμένη εποχή, το 1799. Ένα έργο, το οποίο έχει όχι μόνο θεολογική αλλά και εθνική αξία, διότι προβάλλει στο εν αιχμαλωσία Γένος τα μαρτύρια και την αντίσταση των Νεομαρτύρων που θυσιάστηκαν για την Ορθόδοξη πίστη και για την πατρίδα και ενθαρρύνει την επανάσταση κατά των Τυράννων.
Αυτές τις ηρωικές μορφές του Ελληνικού Γένους, τις ηρωικές ομολογίες και θυσίες τους, θέλησε να παρουσιάσει και να προβάλλει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος στο υπόδουλο Ελληνορθόδοξο Γένος. Τα φωτεινά παραδείγματα ηρωισμού και παρρησίας αλλά και θαυματουργικής χάρης κατόρθωσε να στηρίξει τους συμπάσχοντες αδελφούς, να εμψυχώσει το φρόνημα τους και να αντικρούσει, συμπάσχοντας με αυτούς, τους Αγαρηνούς. Επίσης, να προστατεύσει τους ορθόδοξους Έλληνες, Κληρικούς και λαϊκούς, από το φρικτό και βίαιο εξισλαμισμό.
Έργο λοιπόν, πολυδιάστατο και μεγάλης εθνικής σημασίας, έργο ευλογημένο από τον έχοντα την εξουσία στα επίγεια και τα επουράνια Κύριον Ημών Ιησούν Χριστόν.
Ν. από το 1775-1809 δόθηκε στη μελέτη των Γραφών, στη μελέτη των χειρόγραφων των διαφόρων Μονών και στην αξιοποίηση των θησαυρών αυτών. «Σκοπός του είναι η τελείωση των μοναχών, ο καταρτισμός του κλήρου, η μεταλαμπάδευση στον υπόδουλο λαό της παλιάς εκκλησιαστικής σοφίας. Πολλά έργα του έγιναν κτήμα του λαού. Γνώρισαν συνεχείς εκδόσεις και στάθηκαν ευεργετικοί οδηγοί του.
Δεκάδες τόμοι, γραμμένοι υπό το αμυδρό φως της κανδήλας και των κεριών και με τη μισή μπουκιά ξηρού ψωμιού στο στόμα -για να αισθάνεται την γλυκύτητα, επί ώρες, της αμάσητης τροφής- που έχει συστηματικά και νυχθημερόν ασχοληθεί ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κατά το χρονικό διάστημα 1775-1809, τον έχουν καταστήσει βασική πηγή στον χώρο της θεολογικής Επιστήμης και της Ασκητικής-νηπτικής Γραμματείας και γενικότερα στην πνευματική κίνηση της εποχής της τουρκοκρατίας. Γνωστός ως ο «πολυγραφώτατος συγγραφεύς των νεωτέρων χρόνων στον εκκλησιαστικό-θεολογικό χώρο» δεν επιτρέπεται, υπό το πρίσμα των απόψεών μας, λόγω του «κολλυβαδικού» κινήματος και των όποιων εκτιμήσεων και αντιπαραθέσεων, να μην κάνομε την υπέρβαση, κινούμενοι στον χώρο της έρευνας και στην εξαγωγή αντικειμενικών συμπερασμάτων. Δεν είναι επιστημονικά και δεοντολογικά πρέπον, χωρίς συστηματική μελέτη και έρευνα των πηγών και του πνευματικού κλίματος της εποχής του Ν., στηριζόμενοι βασικά σε βοηθήματα και όχι στις πηγές, στα έργα του Ν. και των συγχρόνων του, να «υποβιβάζομε» και να «απαξιώνομε», χωρίς τεκμηρίωση, τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στα μάτια των ερευνητών της θύραθεν και εκκλησιαστικής Ιστορίας και του ευσεβούς ελληνικού ορθόδοξου λαού.
Ο Ν., σε αντίθεση με ορισμένους Διαφωτιστές, «αντιπαράταξε στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και το κοσμικό του πνεύμα» τους Αγίους, τους Οσίους και τους Μάρτυρες και στη σοφία του κόσμου τη θεία σοφία και την αγιοπνευματική εμπειρία». Ο λόγος του «πνευματέμφορος», «επαναστατικός», φιλοκαλικός, λόγος δυνάμεως και αλήθειας, παρακλήσεως, ψυχωφελής, μα συνάμα βαθύτατα πατριωτικός και εθνικός.
«Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τόλμησε να συγγράψει και να εκδώσει το «Νέον Μαρτυρολόγιον» στην δεκαετία που μαρτύρησαν ο Ρήγας Βελεστινλής και οι σύντροφοί του (1798), γεγονός που προϋπόθετε μεγάλη πίστη και αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστόν, τόλμη, γενναιότητα και παρρησία.
Το «Ν.Μ.», στις σελίδες του κρύβει τη δική του επανάσταση, («αιχμές κατά των τυράννων»), το ίδιο και σε κάποια άλλα βιβλία του Ν., όπως «Κήπος Χαρίτων», αφού περισώζει μαρτυρολόγια, εγκωμιάζει και προβάλλει στο Γένος, τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων αλλά και των παλαιών Μαρτύρων, τον «υπολανθάνοντα λόγον του έθνους», σχολιάζει «τροπολογικώς», «αλληγορικώς», «συμβολικώς», «αναγωγικώς», στην ουσία, ξεσηκώνοντας, με ευθύ και τολμηρό τρόπο, τους σκλαβωμένους Έλληνες, προτρέποντας τους, αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν και κληθούν για να αρνηθούν την πίστη τους, να εξωμοτήσουν, να μην την αρνηθούν και γίνουν μουσουλμάνοι.
Αυτή η στάση, γράφει ο Κων/νος Σαρδελής «έχει και μεγίστη εθνική σημασία, γιατί στους χρόνους της δουλείας η ορθόδοξη πίστη αποτελεί την ταυτότητα όλων των Ρωμιών-η εθνική συνείδηση λανθάνει ακόμα κάτω από την ορθόδοξη χριστιανική».
Ιερός Ναός Ρόδον το Αμάραντον, Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Νεκταρίου Πενταπόλεως, 8/7/2025
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΜΑΡΝΕΛΛΟΣ


































































































