Πριν από λίγες ημέρες το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» επέστρεψε στην μόνιμη θέση ελλιμενισμού του, στο Άλσος Ναυτικής Παράδοσης στη Μαρίνα Φλοίσβου στο Τροκαντερό, καθώς ολοκληρώθηκαν οι προγραμματισμένες εργασίες δεξαμενισμού, συντήρησης και επισκευής του στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, οι οποίες διήρκεσαν τρεις μήνες.
Η επανατοποθέτηση του κύριου καταστρώματος καθώς και εναπομείνασες εργασίες συντήρησης και αναβάθμισης εσωτερικών χώρων του πλοίου, πρόκειται να ολοκληρωθούν το προσεχές διάστημα, στη μόνιμη θέση ελλιμενισμού του και ως εκ τούτου δεν θα είναι δυνατή η υποδοχή επισκεπτών έως την πλήρη αποπεράτωση των εργασιών, η οποία τοποθετείται περί τα μέσα Σεπτεμβρίου.
Με αφορμή την επιστροφή του Γ. Αβέρωφ στο Άλσος Ναυτικής Παράδοσης στη Μαρίνα Φλοίσβου, η «Α» με τη βοήθεια του ημερολογίου της Μαρίας Δαφνομήλη-Κωστοβασίλη γυρίζει τον χρόνο πίσω στον Μάρτη του 1935 όταν το ιστορικό πλοίο έμπαινε θριαμβευτικά στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Το θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ» (Θ/Κ Γ. Αβέρωφ) είναι ιστορικό πλοίο της νεότερης Ελλάδας. Παρά το γεγονός ότι αναφέρεται ως θωρηκτό, είναι θωρακισμένο καταδρομικό, κλάσης ΠΙΖΑ (ήταν ακριβές αντίγραφο του ιταλικού θωρακισμένου καταδρομικού «Pisa» που είχε ναυπηγηθεί το 1907 με βάση σχέδιο του Ιωσήφ Ορλάντο). Το Αβέρωφ κατασκευάστηκε στα ναυπηγεία του Oρλάντο στο Λιβόρνο της Ιταλίας την περίοδο 1908-1911 και εντάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό.
Η τότε κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη δαπάνησε 23.650.000 δρχ. για την απόκτησή του. Τα 8.000.000 χρυσές δρχ. προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς του Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899 (χρονολογία δημοσίευσης της διαθήκης), στην οποία όριζε ότι το ποσό αυτό διατίθεται για την ναυπήγηση πολεμικού πλοίου που θα φέρει το όνομά του και θα χρησιμοποιείται ως εκπαιδευτικό πλοίο και «Σχολή Ναυτικών Δοκίμων». Το υπόλοιπο ποσό (15.650.000 χρυσές δραχμές) καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου.
Πρόκειται για το μοναδικό δείγμα του τύπου «θωρακισμένο καταδρομικό» που διατηρείται στον κόσμο ως σήμερα.
Στο ημερολόγιό της η Μαρία Δαφνομήλη- Κωστοβασίλη αναφερόμενη στην έλευση του θωρηκτού Γ. Αβέρωφ στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου γράφει χαρακτηριστικά:
Τρίτη 12 Μαρτίου 1935
Σαν όνειρο γλυκό που σβήνει, και αφήνει πίσω του μια μαρτυρική ανάμνηση. Είναι η Επανάστασις αυτή! Έσβησε σαν όνειρο. Έσβησε ύστερα από ζωή ημερών, που στάθηκε αρκετή να ξυπνήσει στις καρδιές τον ενθουσιασμό, να σκορπίσει την συγκίνηση, για να αφήσει ύστερα πίσω της σκληρή απογοήτευση και μελαγχολία. Δεν μιλώ με υπερβολές! Είχα τόσο ενθουσιαστεί μ’ αυτό το παιχνίδι, που η αποτυχία του μου έφερε μια άσχημη μελαγχολία, μια μεγάλη λύπη. Είχα την ευτυχία να γνωρίσω τους αρχηγούς, κι’ αυτό με κάνει να τους πονώ περισσότερο. Τι τρικυμία θα δέρνει τώρα την ψυχή τους.
Προχθές, το Σάββατο το πρωί ήμουνα στην κουζίνα και ετοίμαζα κάτι γλυκά. Μια στιγμή κοιτάζοντας από το παράθυρο προς την θάλασσα, ανακαλύψαμε καπνόν βαποριού πίσω από το νησί. Τι να σήμαινε αυτό; Τι βαπόρι να είναι; Ξεύραμε πως η Επανάστασις είχε απαγορεύση κάθε κίνηση. Εν τω μεταξύ κόσμος πολύς μαζεύεται στην προκυμαία, και τα κιάλια τίθενται εις ενέργειαν.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και το βαπόρι ξεπρόβαλε. Ο κόσμος όλος το υπεδέχθει με ζητωκραυγές «Ζήτω ο Αβέρωφ!».
Ήταν πραγματικώς ο «Αβέρωφ» το δοξασμένο μας καράβι.
Τα ναυτάκια παρατεταγμένα στο κατάστρωμα από την μια άκρη ως την άλλη, απαντούν στον κόσμο με άλλες ζητωκραυγές «Ζήτω η Επανάστασις».
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο ενθουσιασμένο. Βγήκα έξω με τις φίλες μου. Σε λίγο από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου «Λατώ» παρακολουθούμε την υποδοχή που γίνεται στους αρχηγούς. Από την ατμάκατο βγαίνουν ο Δεμέστιχας, ο Κολιαλέξης και τελευταίος ο θείος Σήφης Κούνδουρος.
Γίνεται πανζουρλισμός. Ο κόσμος σκύβει και φιλεί το χέρι του. Τι συγκίνησις! Κατεβήκαμε και ανακατευτήκαμε με το πλήθος.
Σε λίγο, στην Νομαρχία, είχαμε την μεγάλη ευχαρίστηση να γνωρίσουμε από κοντά τους αρχηγούς, και να τους σφίξουμε με συγκίνηση το χέρι. Τ’ απόγευμα, όλες οι ξαδέλφες μαζί με καβαλιέρο τον Γιάννη Συγγελάκη πήγαμε στο «Αβέρωφ» συστημένοι στον κυβερνήτη του από τον κ. Κολιαλέξη. Είμεθα όλες ανιψιές του Κούνδουρου και… φωτιζόμεθα λιγάκι από την δόξα του.
Ο κυβερνήτης του πλοίου, ο κ. Θεόδωρος Κουντουριώτης, γιος του δοξασμένου Ναυάρχου, μας υπεδέχθει με ευγένεια. και μας οδηγεί στα ιδιαίτερα σαλόνια του ναυάρχου. Μας παρακαλεί να καθίσουμε, και μείς αμέσως αρχίζουμε τις ερωτήσεις. Θέλουμε να μάθουμε τα παρασκηνιακά της Επαναστάσεως.
«Ελπίζετε να επιτύχει μέχρι τέλους η Επανάστασις;» τον ερωτώ.
«Αν το ελπίζω; Μα ήδη είμεθα νικηταί», απαντά.
«Το εύχομαι αυτό, είπα, μα αν ρωτήσετε και τους αντίθετους, ασφαλώς δεν θα παραδεχτούν πως αυτοί θα’ναι οι νικημένοι. Πάντως η αισιοδοξία είναι πάντα καλή».
Στο βάθος της αίθουσας βρίσκεται μια μεγάλη ολόσωμη φωτογραφία του πατρός Κουντουριώτη, δίπλα στην φωτογραφία του πατέρα του βρίσκεται ένα κομμάτι οβίδας που θυμίζει την ναυμαχία των Δαρδανελίων, και μάλιστα σήμερα, σε ώρα επαναστάσεως. Όλ’ αυτά τον δείχνουν σαν όμορφο ήρωα μπρος στα μάτια μας.
«Είναι πρώτη φορά, μας λέει, που κυβερνώ το καράβι, ευρισκόμενο σε αληθινή δράση, και είμαι όλος ενθουσιασμό».
«Το 12 και 13 ανέδειξε τον πρώτο Κουντουριώτη», είπε κάποιος από την συντροφιά μας, «ευχόμεθα το 35 να αναδείξει Κουντουριώτην τον Β΄».
Σκύβει το κεφάλι με ένα υπέροχο μειδίαμα και λέει: «ευχαριστώ».
Αφού μας περιποιήθηκε με λικέρ και σοκολάτες, μας πήρε μαζί και ο κ. Καλαμαριώτης, αξιωματικός αυτός του πλοίου αγνώστου βαθμού, και μας έδειξαν το κάθε τι πάνω στο καράβι, και με προθυμία μας εξήγησαν ό,τι ζητούσαμε. Μας έδειξαν σημάδια που είχαν αφήσει οι πόλεμοι του 12 και 13, και που δεν τα επιδιόρθωσαν για να θυμίζουν τις δόξες εκείνες, και άλλα σημάδια που τους έκαναν χθες ακόμα οι βόμβες που τους έριψε η κυβέρνησις με τα αεροπλάνα της. Ευτυχώς δεν είναι παρά τρύπες μικρές από θραύσματα οβίδας.
Δεν θα ξεχάσω την επιβλητικότητα της στιγμής που κατέβασαν την σημαία. Ενώ η σάλπιγγα έπαιζε, τα πληρώματα όλα, ναύτες και αξιωματικοί, στέκονται με προσοχή, και χαιρετούν την σημαία που κατεβαίνει αργά, κυματιστά, υπερήφανα!
Είχε σκοτεινιάσει πια όταν αποφασίσαμε να φύγουμε. Μας κάλεσαν να επισκεφθούμε πάλι το βαπόρι την επόμενη το πρωί. Δεχτήκαμε μ’ ενθουσιασμό και ευχαριστήσαμε. Σαν βγήκαμε έξω, πήραμε τους δρόμους, γεμάτους ναυτάκια, τραγουδώντας μαζί τους το «Βενιζέλε μας πατέρα της πατρίδας…» Είμεθα τρελές από ενθουσιασμό.
13 Μαρτίου 1937
Επίσκεψη βασιλιά Γεωργίου του Β΄
Το πρωί του Σαββάτου, λίγο πριν έρθει ο βασιλιάς, μπήκε στο λιμάνι μας το «Αβέρωφ» που θα τον έπαιρνε το βράδυ. Πήρα μια βαρκούλα και την Ρένα για συντροφιά, και πήγαμε να δούμε από κοντά το καράβι αυτό, που τόση συγκίνηση δοκίμασα σαν το πρωτογνώρισα, προ δύο χρόνων, επαναστατημένο τότε. Και τι σύμπτωσις! Η ίδια μέρα σαν και σήμερα Παραμονή της Μεγάλης Αποκριάς!
ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ


































































































