Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΒΕΛΑΚΗ
Από άρθρο των ημερών του 2024.
Ο συνδυασμός αυξημένης δυσκολίας και χρονικών απαιτήσεων, καθώς και οι «υπερπαραγωγές» θεμάτων, θέματα που περιλαμβάνουν 4-5 ασκήσεις κάθε φορά, φαίνεται πως θα θέσουν «εκτός» τους μέσους μαθητές.
………………………………………………………………
Τελειώνω ένα δικό μου άρθρο με ένα ερώτημα:
Μήπως τελικά η προσπάθειά μας στις εξετάσεις για σύνθεση πρωτότυπου θέματος γεννά τερατουργήματα, έχουμε χάσει το μέτρο και αντί για Φυσική αναγκάζουμε τους μαθητές να δεχτούν την «ηδονή μας» με τα ασκησιολογικά πρωτότυπα μορφώματα, που όχι μόνο δε διδάξαμε, αλλά ξαφνικά απαιτήσαμε από τα παιδιά να το αντιμετωπίσουν;
Αυτό έγραφα το 2024 για τα θέματα της φυσικής στις πανελλαδικές εξετάσεις.
Και ερχόμαστε στο 2026, όπου η εξέταση της Φυσικής χαρακτηρίστηκε πολύ εύκολη, αφού ήταν μια ισοπεδωτική εξέταση με καμία κλιμάκωση βαθμού δυσκολίας, στην οποία όλοι σχεδόν θα μπορούσαν να γράψουν όλα.
Τελικά το ερώτημα είναι τι θέλουμε εύκολα ή δύσκολα θέματα;
Αυτός είναι ο προβληματισμός μου και επειδή με απασχόλησε σοβαρά αυτές τις ημέρες και ιδιαίτερα από την Πέμπτη που ανακοινώθηκαν οι βαθμολογίες των γραπτών, καταθέτω μερικές σκέψεις, που μπορεί να βοηθήσει τον καθένα στην απάντηση του παραπάνω ερωτήματος.
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη σχολικό διαγώνισμα. Είναι ταυτόχρονα διαγωνισμός κατάταξης, διαγωνισμός πλήρωσης θέσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και μηχανισμός διασφάλισης ενός ελάχιστου επιπέδου γνώσεων και ικανοτήτων.
Ο ρόλος αυτού του τύπου των εξετάσεων, είναι η κατάταξη των μαθητών ανάλογα με τις ικανότητες τους και την αντίληψή τους στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Τελικός στόχος, βέβαια, αποτελεί να προκύψουν οι καταλληλότεροι φοιτητές για τις αντίστοιχες σχολές.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ισορροπία.
Δεν είναι σωστό, σε ένα πανέμορφο πειραματικό μάθημα, που διδάσκει πολιτισμό, να ματαιώνεται η προσπάθεια των μαθητών με υπερβολικά δύσκολα, τεχνικά ή εξεζητημένα θέματα, που πολλές φορές ελέγχουν περισσότερο την εξάσκηση σε ειδικές μεθοδολογίες παρά τη φυσική σκέψη.
Οι εξετάσεις πρέπει να ελέγχουν αν ο μαθητής έχει εμπεδώσει σε βάθος τη φυσική σημασία των εννοιών και αν μπορεί να τις εφαρμόσει. Δεν είναι χώρος για την ανάδειξη «τεχνασμάτων» ή εξεζητημένων μαθηματικών ακροβατικών που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία του μαθήματος.
Δεν θέλουμε κακά και εξεζητημένα θέματα.
Είμαι ο πρώτος που θα σας πω, πως οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν είναι ολυμπιάδα φυσικής, πως δεν θέλουμε υπερπαραγωγές και τρελά θέματα που χρειάζονται το απόλυτο φυσικό μυαλό.
Αλλά δεν είναι σωστό, ούτε το αντίθετο να δίνονται τόσο εύκολα θέματα, που δεν απαιτούσαν την ελάχιστη κριτική ικανότητα, ώστε να συσσωρεύεται μεγάλος αριθμός μαθητών στις ανώτατες βαθμολογίες και να χάνεται η διακριτική ικανότητα της εξέτασης.
Κάποιο ερώτημα για τους πιο «ψαγμένους»; Αυτούς τους σκέφτηκε κανείς;
Με αυτή την έννοια, τα φετινά θέματα της Φυσικής ήταν προβληματικά επειδή δεν φάνηκαν ικανά να κατατάξουν επαρκώς τους υποψηφίους.
Όταν περίπου το 30% των υποψηφίων γράφει 18-20 και πάνω από το 20% γράφει 19–20, σε απόλυτους αριθμούς στο 2ο Επιστημονικό Πεδίο οι υποψήφιοι που πέτυχαν βαθμολογία πάνω από 19 αυξήθηκαν από 723 το 2025 σε 2.953 το 2026, δηλαδή υπερτετραπλασιάστηκαν, τότε η εξέταση δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τον άριστο από τον καλό και τον πολύ καλά προετοιμασμένο από εκείνον που απλώς απέφυγε τα λάθη.
Σε τόσο υψηλές βαθμολογικές περιοχές, μια απροσεξία ή μια μικρή αστοχία, ένα ασήμαντο λάθος π.χ. αριθμητικό λάθος ήσσονος σημασίας, μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη σημασία, να έχει δυσανάλογο κόστος, να είναι καταδικαστικό για την είσοδο σε μια υψηλόβαθμη σχολή.
Η φετινή γραπτή δοκιμασία λοιπόν απέτυχε παταγωδώς να ταξινομήσει τους μαθητές ανάλογα με την αντίληψη και τις ικανότητές τους στο συγκεκριμένο μάθημα.
Αποτέλεσμα: Η συσσώρευση μαθητών σε υψηλές βαθμολογίες και ποιος μένει να κρίνει ποιοι θα περάσουν στις υψηλόβαθμες Πολυτεχνικές σχολές; Όπως όλοι καταλαβαίνουμε εύκολα η Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία. Αυτό κατά την άποψη μου είναι κατάντια για τις θετικές επιστήμες.
Το ζητούμενο, λοιπόν, στις Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν είναι ούτε η επίδειξη ισχύος από την πλευρά των θεματοδοτών, ούτε η ισοπέδωση προς τα κάτω.
Η προσωπική μου φιλοσοφία για τα θέματα της Φυσικής συμπυκνώνεται σε μια βασική αρχή: τα θέματα πρέπει να ανταποκρίνονται στην εκπαιδευτική πραγματικότητα και να χαρακτηρίζονται από ορθολογική κλιμάκωση, μακριά από κάθε είδους ακρότητες.
Η Φυσική στην Γ΄Λυκείου έχει μια δεδομένη ύλη, που αν έχουν μεράκι και διάθεση οι θεματοδότες να προσφέρουν κάτι στην εκπαιδευτική διαδικασία της αξιολόγησης, μπορούν να φτιάξουν όμορφα και ποιοτικά θέματα που θα εξετάζουν έννοιες σε χαμηλότερο τεχνικό επίπεδο, αλλά, κυρίως, σε υψηλότερο εννοιολογικό επίπεδο. Λιγότερα θέματα που κρίνονται από την τυποποιημένη μεθοδολογία και περισσότερα ερωτήματα που ελέγχουν αν ο μαθητής καταλαβαίνει το φαινόμενο, τις αρχές, τα όρια εφαρμογής των νόμων και τη φυσική σημασία των αποτελεσμάτων, θέματα που να ελέγχουν πραγματικά τη φυσική σκέψη. Θέματα που να ξεκινούν προσιτά, αλλά κορυφώνονται με ερωτήματα που απαιτούν ουσιαστική σκέψη και ξεχωρίζουν εκείνους που έχουν πραγματικά κατακτήσει το αντικείμενο.
Για παράδειγμα ένα απαιτητικό Θέμα Β και 2-3 υποερωτήματα στις ασκήσεις (Θέματα Γ και Δ) είναι απαραίτητα για να ξεχωρίσει ο άριστος από τον καλό μαθητή.
Η σωστή διαβάθμιση (κλιμακούμενη δυσκολία) είναι το μοναδικό εργαλείο που εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη. Ένα σωστά δομημένο διαγώνισμα οφείλει να δίνει τη δυνατότητα στον λιγότερο προετοιμασμένο να γράψει τη βάση, στον μέτριο να αναδειχθεί και στον καλό μαθητή να προσεγγίσει μια υψηλή βαθμολογία.
Κυρίως, όμως, πρέπει να αποφεύγονται οι ακρότητες —και ιδιαίτερα οι ακρότητες προς τα πάνω.
Όταν τα θέματα είναι υπερβολικά δύσκολα και ακραία, η εξέταση μετατρέπεται σε λοταρία. Η ψυχραιμία της στιγμής ή η τύχη του να έχει λύσει κάποιος μια παρόμοια ακραία άσκηση υπερτερούν της συστηματικής προσπάθειας ετών. Αυτό ισοπεδώνει και απογοητεύει τους πραγματικά καλούς μαθητές.
Τα λογικά και κλιμακούμενης δυσκολίας θέματα είναι τα μόνα που προστατεύουν τον κόπο των παιδιών, αναδεικνύουν την πραγματική αξία και ξεχωρίζουν τον άριστο από τον απλώς καλό.
Υπάρχει λοιπόν και η μέση οδός που δεν βλέπω ότι μπορεί να ακολουθηθεί εύκολα, αν και λιγότερο ή περισσότερο κάποιες χρονιές ακολουθήθηκε.
Οδός που εξασφαλίζει ορθή κατανομή από το 0 – 100, που δεν ματαιώνει τον κόπο των αρίστων και τους εξισώνει βαθμολογικά με τους μέτριους, επιβραβεύει αυτούς που είχαν τις ικανότητες και κοπίασαν σε όλο το Λύκειο, και εν τέλη προσφέρει σε κάθε σχολή τους φοιτητές που μπορούν και αξίζουν να ολοκληρώσουν τα προγράμματα σπουδών τους.
Και κάτι ακόμα που σχετίζεται με ορισμένα σχόλια στο διαδίκτυο.
Η διδασκαλία της φυσικής σε πλήθος δημόσιων σχολείων έχει και υψηλό επίπεδο και δεν της ταιριάζει η εξέταση θεμάτων που απαιτούν απλή αντικατάσταση τύπων.
Σε δημόσια σχολεία σε όλη την επικράτεια γίνεται εξαιρετική δουλειά από συναδέλφους με μεράκι και αγάπη για τους μαθητές τους.
Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν πως ποτέ δεν υπερασπίστηκα ούτε θέματα που πιέζουν χρονικά, ούτε θέματα που ξεφεύγουν από ότι μπορεί ο διαβασμένος μαθητής να αντιμετωπίσει.
Τα θέματα, όμως, των πανελλαδικών εξετάσεων οφείλουν να έχουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά που ανέπτυξα, να δίνουν τη δυνατότητα στον διαβασμένο να γράφει με αξιοπρέπεια, αλλά ταυτόχρονα και στον ικανό να διακρίνεται.
Προφανώς και εμείς ως καθηγητές οφείλουμε να έχουμε προετοιμάσει τους μαθητές μας για κάτι ανάλογο.
Όποιος θεωρεί πως το δημόσιο σχολείο με έξι ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα στη Φυσική της Γ΄ Λυκείου, δεν μπορεί να προετοιμάσει μαθητές γι’ αυτό που περιέγραψα, λυπάμαι αλλά κάνει μεγάλο λάθος.
Τέλος, ναι ήταν θέματα που εκ του αποτελέσματος είχαν έναν μεγάλο βαθμό ευκολίας για παιδιά που προετοιμάστηκαν, με δεδομένο όσα γίνονται στη Φυσική τα τελευταία χρόνια. Έχοντας, λοιπόν, προετοιμαστεί για τα χειρότερα, σε αυτά τα θέματα ο μέτριος μαθητής έγινε άριστος και ο άριστος δεν ξεχώρισε.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν λύνεται ούτε με «σφαγές» ούτε με εξετάσεις χαμηλής διαβάθμισης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η εξέταση έκανε σωστά τη δουλειά της. Αν, δηλαδή, διασφάλισε ένα επαρκές επίπεδο γνώσεων και ταυτόχρονα κατέταξε δίκαια τους υποψηφίους.
Φέτος, στη Φυσική, μάλλον δεν το πέτυχε. Και αυτό δεν διορθώνεται του χρόνου με υπερβολικά δύσκολα θέματα. Το ένα λάθος δεν διορθώνεται με το αντίθετό του. Η Φυσική δεν πρέπει να είναι ούτε παγίδα, ούτε τυπική διαδικασία. Πρέπει να είναι μάθημα σκέψης, ερμηνείας και κατανόησης του κόσμου. Και οι εξετάσεις της πρέπει να υπηρετούν ακριβώς αυτό.
Εύχομαι ολόψυχα στους μαθητές μας καλά αποτελέσματα και να έχουν τύχη στη ζωή τους.
Καλό καλοκαίρι.
Υ.Γ. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια εθιστήκαμε πολύ στις υπερπαραγωγές και στη μαθηματικοποίηση της Φυσικής και μου βγήκε το στερητικό σύνδρομο!!!!!
ΚΑΡΑΒΕΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ
ΦΥΣΙΚΟΣ






































































































