(ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΧΟΥΡΔΑΚΗ “ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΝΙΣΠΙΤΑ ΤΟΜΟΣ Α΄, ΝΕΑΠΟΛΗ 1998)
Η εικοστή Τρίτη του Φλεβάρη 1823 αναφέρεται ως η ημερομηνία το Ολοκαυτώματος του ιστορικού Σπηλαίου της Μιλάτου, αλλά λόγοι που δεν είναι του παρόντος να σχολιαστούν μετέφεραν το 1952 με Βασιλικό Διάταγμα την επετειακή απόδοση τιμής στη μνήμη και στα θύματα στην Κυριακή μετά το Πάσχα. Την Κυριακή του Θωμά.
Ο αριθμός των εγκλείστων στο σπήλαιο ποικίλει. Διαφορετικό μας δίδουν οι ιστορικοί από 2.000 έως 6.000. Πάντως η πιθανότερη εκδοχή του Ελευθέριου Πλατάκη αλλά και του Διαλλινομιχάλη όπως αναφέρεις στα «Άπαντα» είναι πως οι έγκλειστοι μαζί με τους απέξω του σπηλαίου -στα γύρω βουναλάκια με τα υπάρχοντα τους διαμένοντες- ήταν γύρω στους 3.700 ψυχές.
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
Ο Χουσεϊν μπέης είχε έρθει εν τω μεταξύ στο Καινούργιο Χωριό από τη Γεράπετρα όπου τον είχε αφήσει ο Χασάν πασάς και επικεφαλής 10.000 ανδρών τακτικού στρατού έφτασε στην απέναντι από τα τέσσερα στόμια του Σπηλαίου πλαγιά.
Με νικητήριους αλλαλαγμούς, 150 Τουρκαλβανοί που νόμιζαν ότι οι πολιορκημένοι ήσαν ανυπεράσπιστοι, κατέβηκαν το ρυάκι κάτω στη χαράδρα και πιάσαντη θεόκτιστη σκάλα που οδηγούσε στο κεντρικό άνοιγμα του Σπηλαίου για να μπουν μέσα. Και οι 150 σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους δε, ήταν και ένας αξιωματικός ανηψιό του πασά.
15 ολόκληρες μέρες κράτησε ο εγκλεισμός και 9 μέρες η στενή πολιορκία, χωρίς οι Τουρκαλβανοί να έχουν την παραμικρή πρόοδο από πλευράς πολεμικής τέχνης, χάρη στη σθεναρή υπεράσπιση που επρόσφεραν οι 300 περίπου ένοπλοι επαναστάτες. Η καρτερία επίσης των έγκλειστων είναι παροιμιώδη, αφού ζούσαν την κόλαση της αποπνιχτικής ατμόσφαιρας με πτώματα γύρω τους, με θρήνους και οδυρμούς, με πείνα, δίψα κι «παντός είδους αθλιότητα». Αναφέρεται ότι πολλοί έπιναν τα ούρα τους όταν πια η δίψα είχε φτάσει στο τελικό στάδιο αντοχής.
Για να μην έρχονται οι μπάλες των κανονιών και των τουφεκιών μέσα στο Σπήλαιο, οι έγκλειστοι, έβαλαν στις εισόδους ρούχα, σακιά γεμισμένα με μαλλί και στρώματα.
Έξι φορές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ήρθε στην περιοχή ο ίδιος ο Χασάν πασάς με τους φιλοξενούντες αυτόν στο Καινούργιο Χωριό Καρακάσηδες, για να παρακολουθήσει από κοντά την πορεία της αισχρής αυτής επιχείρησης. Ούτε η ψυχολογική βία δεν έλειψε από το στρατηγό σε βάρος των πολιορκημένων. Ενώ δηλαδή ικανός αριθμός ανδρών του τακτικού στρατού έβριζε χυδαία τους χριστιανούς έγκλειστους και τους απειλούσε ότι θα ρουφήξει το αίμα τους μόλις παραδοθούν, τελάληδες εφώναζαν δυνατά προτρέποντας τους πολιορκούμενους να παραδοθούν για να τους δώσει ο στρατηγός αμνηστία αφού υπογράψουν το «ράι τεσκερεσί»(έγγραφο υποταγής).
Παρά τα δεινά που υπέφεραν οι πολιορκούμενοι, όχι μόνο δεν παραδίδονταν, αλλά αντίθετα απαντούσαν : «Δεν θα παραδοθούμε παλιόσκυλα κι αν θέλετε ελάτε ΄παέ να λογαριαστούμε».
Ως και τη μπουκανάρα, το βαρύ δηλαδή και μακρύλαιμο κανόνι που κου-βαλούσε ο Χασάν στο Καινούργιο Χωριό, μετέφερε αντίκρυ στο Σπήλαιο.
Ήρθε όμως η στιγμή που είτε από έλλειψη πολεμοφοδίων όπως αναφέρει ο Διαλλινομιχάλης και ο ιστορικός Ψιλάκης, είτε από λιποψυχία, οι ένοπλοι υπερασπιστές Σφακιανοί, όπως καταγράφει ο εγκυρότερος, όπως αποκαλείται, απομνηματογράφος της Εθνεγερσίας στο Νησί Κριτοβουλίδης «…αρπάσαντες βόας, πρόβατα κ.λπ. ανεχώρησαν αφήσαντες μόνους τους Μεραμβελλιώτας και τους περί αυτούς , να πολεμώσι ισχυρόν πολέμιον….».
Οι ένοπλοι Μεραμπελιώτες υπερασπιστές του Σπηλαίου, δεν ήσαν πάνω από εκατόν είκοσι κι ο λόγος ότι, όλοι οι υπόλοιποι, είτε από έλλειψη πολεμοφοδίων και τραυματισμών κατά τη διήμερη Μάχη της Κριτσάς είχαν αποσυρθεί στα όρη, είτε είχαν σκορπίσει ενωρίτερα σε διάφορα μέτωπα του Λασιθιού και της υπόλοιπης Κρήτης, όπου διεξάγονταν μάχες.
Από τους εκατόν είκοσι αυτούς γενναίους, υπολογίζονται είκοσι περίπου νεκροί κατά τις ημέρες υπεράσπισης του Σπηλαίου και 30 που παρέμεναν μέσα υπερασπίζοντας από κοντά τις οικογένειές και τους συγγενείς τους και εμψυχώνοντας τους υπόλοιπους πολιορκημένους. Οι υπόλοιποι 70 ένοπλοι επαναστάτες έμεναν ταμπουρωμένοι στους γύρω από τα στόμια βράχους.
Ποια σύγκριση όμως μπορεί να γίνει μεταξύ εκατό, έστω γενναίων και άρωτων που κράτησαν μέχρι την τελευταία στιγμή, με το μεγάλο ασκέρι των 10.000 πολιορκητών, όσες απώλειες κι αν είχαν υποστεί αυτοί; Κάποτε εξαντλήθηκαν τα πολεμοφόδια και αυτών των ένοπλων ηρώων, Οι πυροβολισμοί πέφταν τώρα μόνο από τη μεριά των πολιορκητών.
Ήταν ξημερώματα της ένατης ημέρας πολιορκίας 23 Φεβρουαρίου 1823 όταν μερικές σκιές Τουρκαλβανών κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα στόμια του Σπηλαίου και να βάλουν φωτιά στα στιβαγμένα εκεί στρώματα και άλλα εύφλεκτα εμπόδια που είχαν τοποθετήσει για προστασία από τις μπάλες οι έγκλειστοι. Η φωτιά και οι καπνοί ενισχύθηκαν από δροσερές αγκαραθιές, φασκομηλιές, κι ασπαλάθους που ξερίζωναν κι έριχναν πάνω.
Ποιος καλαμαράς, όσο παραστατικός κι αν είναι στην περιγραφή γεγονότων, μπορεί να αγγίξει, έστω, την πραγματικότητα του αποτελέσματος μιας τέτοιας πυρπόλησης;
Η ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ
Γεγονός παραμένει ,ότι, στο μεταξύ κι ενώ το ξημέρωμα προχωρούσε, εκατοντάδες Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι έφτασαν στα στόμια του Σπηλαίου. Όταν η φωτιά της κεντρικής εισόδου χαμήλωσε, όρμησε ικανός αριθμός ανδρών του Χασάν μέσα και έσπρωχνε τους πνιγμένους στον καπνό χριστιανούς στον πόρο του Σπηλαίου, για να τους παραλάβουν οι άλλοι που περίμεναν για να τους αποτελειώνουν. Πολλοί έγκλειστοι παραδίνονταν βγαίνοντας μόνοι τους, άλλοι όμως αγκαλιάζοντας τη γυναίκα και τα παιδιά τους, τραβούσαν στα βάθη για να συναντήσουν έτσι αγκαλιασμένοι το θάνατο από ασφυξία.
Δυόμισυ χιλιάδες περίπου γυναικόπαιδα και γέροντες ήσαν οι αιχμάλωτοι έγκλειστοι στο Σπήλαιο και τη γύρω περιοχή. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονταν 18 παπάδες και εκατό οπλοφόροι με αδειανά τουφέκια που είχαν μείνει κοντά στους έγκλειστους για να μοιραστούν την τύχη τους.
Τα σαράντα μωροπαίδια (ο αριθμός αμφισβητείται) που ΄χαν γεννηθεί ανάμεσα σε πτώματα, τ’ άρπαξαν οι Τουρκαλβανοί από την αγκαλιά της μάνας τους, τα τεμάχιζαν με τα τρομερά γιαταγάνια τους γελώντας και πετούσαν τα κομμάτια της αγγελικής τους σάρκας στα στρατιωτικά σκυλιά του Χαάν. (Πιθανό είναι να υπήρχαν 40 μωροπαίδια μέσα στο Σπήλαιο, όχι όμως ότι γεννήθηκαν άρον-άρον εκεί).
Γέμισε ο τόπος αποκεφαλισμένα κορμιά που κατρακυλούσαν στ’ απότομο πλάι του φάραγγα, για να σχηματίσουν κάτω χαμηλά στο ρυάκι ένα μακάβριο σωρό που ξεπλύνονταν από τα γάργαρα νερά και που κοκκίνιζαν τώρα από το πολύ χριστιανικό αίμα.
Κάποτε οι κάμες και τα γιαταγάνια στόμωσαν. Η περιοχή του Σπηλαίου είχε μετατραπεί σε κρανίου τόπο.
Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΠΟΜΠΗ
Όσοι από τους αιχμαλώτους είχαν ξεφύγει προς ώρας το θάνατο, μπήκαν στη σειρά για να σχηματιστεί η μεγάλη και τραγική πομπή που οδηγούνταν στο Καινούργιο Χωριό.
Με χτυπήματα φτυσίματα, βρισιές και άλλα ρεζιλίκια, προχωρούσαν οι κακοπαθημένοι αιχμάλωτοι, όσοι δε από τη φοβερή κακουχία αποκαμωμένοι , έπεφταν καταγής, δεν σηκώνονταν πια, αφού με απανωτή μαστίγωση παράδιναν το πνεύμα στο Δημιουργό.
Όταν η θλιβερή μαρτυρική και μακάβρια πομπή έφτασε στο γνωστό μετόχι Αγόροι, όπου υπήρχε και υπάρχει η μεγάλη στέρνα, έτρεξε μια κοπελιά, πήδησε μέσα, την ακολούθησαν κι άλλοι. Η κοπέλα αυτή πνίγηκε, τους δε υπόλοιπους τους τράβηξαν έξω οι Τουρκαλβανοί με σχοινιά κα τσιγκέλια.
Μετά το επεισόδιο αυτό, εξαγριωμένοι πλειότερο οι Τουρκαλβανοί, δέσαν τους αιχμαλώτους με τα φορτώματα των μουλαριών, τις δε γυναίκες τις έδεσαν μεταξύ τους από τις κοτσίδες των μαλλιών τους.
Όταν η αισχύλειος πομπή περνούσε από το σημείο του ποταμού που βρίσκεται στο φαράγγι της Χελιδονιάς, τρεις αιχμάλωτοι εσκύψαν να πιούν νερό αλλά με τη μαστίγωση άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Πομπή αθλιότητας χαρακτηρίζεται τούτη η πορεία από την εμφάνιση και τις οιμωγές των κατατρεγμένων γυναικόπαιδων.




































































































