Συνέντευξη στο ΝΙΚΟ ΣΓΟΥΡΟ
Το επίθετο Ξυλούρης από μόνο του λέει πολλά και σημαίνει ακόμη περισσότερα, όχι μόνο για τα Ανώγεια, για την Κρήτη αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα. Ένα όνομα «βαρύ σαν ιστορία» που, στην πορεία των χρόνων και γενιά με τη γενιά, παραμένει «ολοζώντανο» και συνεχώς γεμάτο από μουσικές επιρροές, παραδόσεις, ιστορία. Που παραμένει και συνεχώς εμπλουτίζεται. Ο Γιώργης Ξυλούρης, ο γνωστός σε όλους Ψαρογιώργης, είναι απόγονος της θρυλικής αυτής οικογένειας μουσικών του ορεινού χωριού – γιος του σπουδαίου Αντώνη Ξυλούρη (Ψαραντώνη) και ανιψιός του «Αρχάγγελου» της Κρήτης Νίκου Ξυλούρη, από τα πρώτα του μουσικά βήματα μέχρι και σήμερα στέκεται απόλυτα αντάξιος του ονόματος που κουβαλά, έχοντας καταφέρει να το κάνει γνωστό ως τα πέρατα του κόσμου. Αναθρεμμένος μέσα στην «μουσική κολυμπήθρα» της παράδοσης των Ανωγείων καταφέρνει, συνεργαζόμενος με αμέτρητους καλλιτέχνες σε Κρήτη, Ελλάδα και εξωτερικό, να «παντρεύει» τους ήχους της παραδοσιακής Κρητικής μουσικής με διαφορετικές μουσικές και κουλτούρες. Έχει δημιουργήσει το δικό του ξεχωριστό στυλ, γεμάτο από αυξομειούμενες εντάσεις, ηχοχρώματα και αποπνέουσα αύρα και έχει καταστήσει το λαούτο από συνοδευτικό όργανο μέσα στο μουσικό σύνολο να είναι ένα όργανο κεντρικό που πλαισιώνει και «υφαίνει» επάνω στο τραγούδι. Ο τραγουδιστής, συνθέτης, τραγουδοποιός και δεξιοτέχνης στο λαούτο Ψαρογιώργης, λίγο πριν εμφανιστεί σήμερα το βράδυ – στις 9.30 -στον Λόφο του Προφήτη Ηλία στις Βρύσσες, στην εκδήλωση που διοργανώνει ο Πολιτιστικός – Φυσιολατρικός Σύλλογος Βρυσσών, «ανοίγει» την καρδιά του στην ΑΝΑΤΟΛΗ μιλώντας για την μουσική, την Κρήτη, όλα όσα έχει καταφέρει και όλα αυτά που κουβαλά μέσα του από την αρχή της σπουδαίας μουσικής του διαδρομής…
ΑΝΑΤΟΛΗ: Κύριε Ξυλούρη στις Βρύσσες έχετε ξαναεμφανιστεί;
Γιώργης Ξυλούρης (Γ.Ξ.): Όχι, είναι η πρώτη φορά που θα παίξω στις Βρύσσες. Θα βρίσκομαι μαζί με το δικό μου μουσικό σχήμα. Μαζί μου θα είναι και τα παιδιά μου όπως και ο Γιάννης Παπατζανής σε κρουστά και τραγούδι και ο Γιάννης Πολυχρονάκης στο Μπάσο. Θα παίξουμε τραγούδια από την διαδρομή μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια.
Α: Είστε ένας άνθρωπος που ταξιδεύει, βλέπει διαφορετικές μουσικές κουλτούρες και αρκετές φορές παντρεύετε την παραδοσιακή Κρητική μουσική με στοιχεία καινούργια και «ξένα». Πόσο δύσκολο είναι αυτό και τι σημαίνει για εσάς;
Γ.Ξ.: Θα έλεγα ότι το δύσκολο κομμάτι είναι να ταιριάξουν οι άνθρωποι και οι αισθητικές. Για μένα δεν έχει να κάνει από πού προέρχεται ο καθένας, περισσότερο μετράει κατά πόσο 2,3,5, 10 άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους, το πώς βγάζουν πράγματα μαζί για να γίνει κάτι άλλο. Ούτε το όργανο έχει να κάνει. Βεβαίως ηχητικά αν δεν έχεις ξανακούσει κάτι μπορεί να σε ξενίσει ή να σου εκπέμπει κάτι άλλο αλλά στην ουσία αυτό θα δείξει πως τοποθετείται μέσα σε αυτό ο άνθρωπος που το παίζει, ως προσωπικότητα και ως άτομο και με τι ευαισθησία έχει. Η εξέλιξη στη μουσική και στην παράδοση μας είναι να πηγαίνεις και «πίσω». Όσο πιο πίσω πας, τόσο μπροστά θα προχωρήσεις. Αυτό που ζεις εσύ σήμερα, να το βάλεις με αυτό που άλλοι έζησαν παλαιότερα χωρίς να κάνουμε το ίδιο αλλά με την δυναμική και την έμπνευση να το σεβαστούμε και να το κάνουμε «κτήμα» μας, χωρίς απαραίτητα να το αντιγράφουμε.
Α: Εσείς από όλα αυτά που έχετε κάνει τόσα χρόνια ποιο είναι αυτό που ξεχωρίζετε στην ψυχή και την καρδιά σας;
Γ.Ξ.: Για μένα το πιο σημαντικό είναι όταν «ανακαλύψω» ξανά τον πρώτο Χανιώτικο τον συρτό, την κοντυλιά, τον Μαλεβιζιώτη. Όταν το ανακαλύπτω αυτό, κάθε φορά που το παίζω, λέω στον εαυτό μου «μπράβο Ψαρογιώργη, είσαι σε καλό δρόμο». Από συνεργασίες σίγουρα ξεχωρίζω τον πρώτο δίσκο που έκανα με τον πατέρα μου (σ.σ. Ψαραντώνης), τα «Σαϊτέματα». Ακόμη και σήμερα όταν το ακούω νιώθω σα να είναι κάτι που γράψαμε χθες ενώ είναι κάτι που έγινε πριν 40 χρόνια. Θυμάμαι πως το στήσαμε, πόσες φορές το παίξαμε, τι έγινε. Ξεκινώντας από εκεί, που ήταν και η πρώτη φορά που μπήκα στο στούντιο, η εμπειρία, ο ήχος, το άκουσμα με ακολουθούν πάντα. Κάνοντας στην πορεία πολλά πράγματα, με τον Γ. Αγγελάκα, με τους «Xylouris Ensemble», με συμμετοχές στου αδερφού μου του Λάμπη τους δίσκους, για μένα καθένα από αυτά και τελικά όλα μαζί είναι ένας «σταθμός» κι ένα κομμάτι από τη ζωή μου.
Α: Για τον Ψαρογιώργη τι σημαίνει η Κρήτη, τι είναι αυτό που σας «ξυπνάει» στο άκουσμα της;
Γ.Ξ.: Η Κρήτη για μένα είναι πηγή έμπνευσης χωρίς διακοπή, κάτι που «κουβαλάω» μέσα μου. Είναι κομμάτι του εαυτού μου. Είναι το κάθε βουνό, οι άνθρωποι, οι διαφορετικότητες από τόπο σε τόπο. Όταν φεύγω από την Κρήτη χαίρομαι γιατί ξέρω ότι πάω κάπου αλλού για να επιστρέψω πάλι και να φέρω κι άλλα πράγματα, εικόνες και να τα συνδέσω με πράγματα εδώ. Το να βρεθείς από μεγάλες πόλεις του εξωτερικού σε μέρη της Κρήτης, στα Όρη, σε ένα μιτάτο, είναι κάτι που «πλάθεται», σε εμπνέει και σε «γεμίζει». Εγώ με το «Xylouris – White» έχω αυτή την ευκαιρία και γενικά υπάρχει ανταπόκριση από τους ξένους – μας καλούν σε μεγάλα φεστιβάλ από τζαζ μέχρι ροκ και world και country music, σε μουσικές σκηνές, σε μουσεία, σε μπουάτ. Όλα αυτά «πλάθονται» μαζί με την Κρήτη μέσα μου. Όπου και να πάω και ότι να κάνω εγώ ξανά επιστρέφοντας θέλω να ακούσω πράγματα που λατρεύω από λαουτιέρηδες, λυράρηδες, βιολάτορες, τραγουδιστές πιο παλιούς που μ’ επηρεάζουν πολύ αλλά και χορευτές που μου δίνουν πολλή έμπνευση και επιρροή.
Α: Στους δυο γιους σας, τον Νίκο και τον Αντώνη Ξυλούρη, που συνεχίζουν την παράδοση της οικογένειας τι λέτε καθημερινά, τι τους συμβουλεύετε;
Γ.Ξ.: Οι συμβουλές βγαίνουν από την κουβέντα που κάνουμε κάθε μέρα, δεν τους συμβουλεύω κάτι ξεχωριστά. Τα παιδιά έχουν νομίζω καλές επιρροές.
Α: Πόσο δύσκολο είναι να «κουβαλάτε» ένα επίθετο με τέτοια ιστορία όπως το Ξυλούρης;
Γ.Ξ.: Όταν πάμε κάπου να παίξουμε θεωρείται δεδομένο ότι θα παίξω κάποια τραγούδια και αυτό λίγο με αποπροσανατολίζει, γιατί ξέρω ότι ο κόσμος περιμένει αυτό πολλές φορές και πιο πολύ εκτός Κρήτης που δε με ξέρουν όσο εδώ. Εγώ πιάνοντας το όργανο, σκέφτομαι κάποιους ανθρώπους, τρόπους που παίξαμε. Το δοξάρι του θείου μου, τα κατεβάσματα του πατέρα μου με τη λύρα, το «ξόμπλιασμα» στην κάθε πενιά του Ψαρογιάννη. Για μένα αυτό αποτελεί το έναυσμά μου, δεν το φέρω ως «βάρος».
Α: Μεγαλύτερες μουσικές επιρροές εσείς από πού πήρατε;
Γ.Ξ.: Για μένα η οικογένεια μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου που επίσης είναι από μουσική οικογένεια, οι φίλοι μου, είναι για μένα οι πιο κοντινές μου επιρροές. Επιρροή μεγάλη για μένα είναι ο Μίχαλος που μεγάλωσα μαζί του, ο Ανάστος, η γιαγιά μου η Ψαράκαινα, η Ξυδάκαινα, ο Μανταλιώτης, ο Πανιάς, η πλατεία που μεγάλωσα. Μεγάλη επιρροή είναι και ο Λυραρογιάννης (Γιάννης Βάρδας) μέσα από τους στίχους και το παίξιμο του. Επιρροή είχα απ’ όλους αυτούς αλλά περισσότερο μ’ επηρέασε ο πατέρας μου που βέβαια ήταν συγχρόνως και συνεργάτης μου.
Α: Αυτές τις ημέρες που αλλού θα εμφανιστείτε ζωντανά πέρα από τις Βρύσσες που θα παίξετε την Δευτέρα;
Γ.Ξ.: Στις 10 Αυγούστου παίζουμε στον Κερατόκαμπο, στις 11 του μήνα στην Βασιλική Λασιθίου, στις 14 στο Αβδού με τον Γιώργο Μανωλάκη, τον Στέλιο Πετράκη και τον Γιάννη Παρασχάκη ενώ παίζουμε στη Σίτανο στη Σητεία στις 15 Αυγούστου μαζί με τα παιδιά μου και τον Στέλιο Πετράκη. Νιώθω πολύ τυχερός που μπορώ να παίζω με τα παιδιά μου και όλους αυτούς τους ανθρώπους. Αυτή είναι η «μαγεία» – να παίζω με τον Jim White στο εξωτερικό και μετά από πέντε μέρες να παίζω στην Βασιλική, στον Κερατόκαμπο, στο κάθε μέρος της Κρήτης.
Α: Θέλετε να απευθύνετε ένα κάλεσμα στον κόσμο που ανυπομονεί να σας δει και να σας ακούσει από κοντά;
Γ.Ξ.: Να πω μια μαντινάδα του Ανωγειανού Γιώργη του Καράτζη που νομίζω σήμερα εκφράζει πολλά πράγματα σαν μήνυμα για να’ ρθει ο κόσμος να μας ακούσει: «Φύσα Βοριά, φύσα Γαρμπή, όλ’ οι καιροί φυσάτε, μα στη καρδιά μου το δεντρί, τσ’ αγάπης δε το σπάτε».
































































































