H «ΑΝΑΤΟΛΗ» φέρνει στο φως τα εξαιρετικά σημαντικά συμπεράσματα μιας εκτενούς επιστημονικής μελέτης που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες. Το ερευνητικό πόνημα του ΙΟΒΕ, με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», εκπονήθηκε από επιστημονική ομάδα (S. Danchev, Γ. Γατόπουλος, Ν. Καλαβρέζου, Κ. Κόντος, Α. Μαυρόπουλος και Γ. Παύλου) υπό τον συντονισμό του Νίκου Βέττα και λειτουργεί ως ένας αδιάψευστος καθρέφτης της σκληρής καθημερινότητας που βιώνουμε.
Επτά στα δέκα νοικοκυριά
Ενώ μετά τα δύσκολα χρόνια της κρίσης του δημόσιου χρέους η οικονομική ανάπτυξη της χώρας συνοδεύτηκε από μια οριακή μείωση του συντελεστή Gini, του καθιερωμένου δηλαδή δείκτη μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας, η πραγματικότητα στους δρόμους και τα νοικοκυριά είναι εντελώς διαφορετική. Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά αναφέρουν ότι δυσκολεύονται σοβαρά να τα βγάλουν πέρα, θεωρώντας μάλιστα ότι η ανισότητα στην πατρίδα μας είναι πολύ πιο έντονη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό ακριβώς το τεράστιο χάσμα μεταξύ των συνολικών στατιστικών στοιχείων και των αντιλήψεων των ίδιων των πολιτών αποτέλεσε το έναυσμα για να εξεταστεί το τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τους στεγνούς οικονομικούς δείκτες.
Η ψαλίδα στα εισοδήματα και το αδύναμο κράτος
Κοιτάζοντας προσεκτικά πίσω από τους μέσους όρους, η έρευνα καταδεικνύει ότι η οικονομική ανάκαμψη που ξεκίνησε μετά το 2017 υπήρξε βαθιά ασύμμετρη. Τα εισοδήματα των εργαζόμενων νοικοκυριών πράγματι κατέγραψαν αύξηση, όμως την ίδια στιγμή τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από τις διάφορες κοινωνικές μεταβιβάσεις και τα επιδόματα παρέμειναν ουσιαστικά σε απόλυτη στασιμότητα. Το εγχώριο σύστημα αναδιανομής αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύναμο στην πράξη. Η επίδραση των κοινωνικών παροχών στην άμβλυνση της ανισότητας παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ρίχνοντας τον σχετικό δείκτη μόλις κατά ελάχιστες μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος πρόνοιας αδυνατεί να προστατεύσει ουσιαστικά τις δομικά ευάλωτες ομάδες, όπως είναι τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι νέοι, οι οποίοι εξακολουθούν να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
Η εικόνα στην Κρήτη. Χαμηλότερη ανισότητα, αλλά με αστερίσκους
Εστιάζοντας στο δικό μας νησί και αναλύοντας τη διαρθρωτική γεωγραφία της ανισότητας, προκύπτουν ιδιαίτερα κρίσιμα ευρήματα για την τοπική μας οικονομία. Σύμφωνα με τα περιφερειακά δεδομένα του 2025, η Κρήτη καταγράφει δείκτη Gini στο 0,29. Η επίδοση αυτή τοποθετεί το νησί μας σε μια μεσαία προς χαμηλή κλίμακα ανισότητας, απέχοντας σημαντικά από την Αττική που αγγίζει το 0,312 ή το Νότιο Αιγαίο που καταγράφει τη μεγαλύτερη απόκλιση εισοδημάτων με 0,35. Ωστόσο, η μελέτη βάζει έναν πολύ σημαντικό αστερίσκο που μας αφορά άμεσα: οι περιφέρειες με χαμηλότερη εσωτερική ανισότητα δεν βρίσκονται απαραίτητα σε καλύτερη οικονομική κατάσταση.
Μια πιο ομοιόμορφη κατανομή του πλούτου αντανακλά, τις περισσότερες φορές, απλώς ένα γενικότερα χαμηλότερο επίπεδο συνολικού εισοδήματος για τους κατοίκους. Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η παραοικονομία και η ανεπίσημη απασχόληση εμφανίζουν σταθερά υψηλότερα ποσοστά στις μη αστικές περιοχές, κάτι που αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για μεγάλο τμήμα της κρητικής ενδοχώρας, επηρεάζοντας τα πραγματικά εισοδήματα που δεν δηλώνονται.
Εργασιακό τοπίο και εκπαιδευτικά εμπόδια
Στον κρίσιμο τομέα της απασχόλησης, παρά τη θετική υποχώρηση της ανεργίας, οι δομικές παθογένειες παραμένουν στο ακέραιο. Η Ελλάδα διατηρεί το θλιβερό προνόμιο του υψηλότερου ποσοστού αυτοαπασχολούμενων σε ολόκληρη την Ευρώπη, το οποίο αφορά σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού εργατικού δυναμικού. Διαθέτουμε το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, η οποία ξεπερνά το μισό του συνόλου των ανέργων , ενώ η αντιπροσωπευτικότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων περιορίζεται κάτω από το 30%, πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 80%. Ακόμα και στην εκπαίδευση, όπου παρατηρείται μεγάλη αύξηση αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης , η διαγενεακή κινητικότητα παραμένει ουτοπία. Παιδιά από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα έχουν δραματικά μικρότερες πιθανότητες επαγγελματικής ανέλιξης σε τομείς αιχμής, την ώρα που η εξάρτηση των οικογενειών από τα ιδιωτικά φροντιστήρια για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια συνεχίζεται αμείωτη.
Ανεπαρκής περίθαλψη και το δυσβάσταχτο άχθος της στέγης
Η ανισότητα ωστόσο δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο στις βασικές ανάγκες της ζωής. Στην υγεία, η χώρα μας σημειώνει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών από την τσέπη των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη παραμένει υποανάπτυκτη και οι δημόσιοι πόροι κατανέμονται ανορθολογικά, με τεράστια ποσά να κατευθύνονται στα φάρμακα και ελάχιστα στην πρόληψη. Ταυτόχρονα, στον ευαίσθητο τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας, η κρατική χρηματοδότηση συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες πανευρωπαϊκά. Το τεράστιο αυτό κενό υποστήριξης καλύπτεται αναγκαστικά από τα ίδια τα νοικοκυριά, με τις γυναίκες να αναλαμβάνουν ένα απολύτως δυσανάλογο μερίδιο της άτυπης φροντίδας, γεγονός που εγκλωβίζει τις επαγγελματικές τους προοπτικές.
Τέλος, το δικαίωμα σε αξιοπρεπή στέγαση μετατρέπεται ραγδαία σε είδος πολυτελείας. Το βάρος του κόστους στέγασης για τους Έλληνες είναι πλέον από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, γονατίζοντας κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα. Το παραδοσιακό ελληνικό όνειρο της ιδιοκατοίκησης υποβαθμίζεται, καθώς τα ποσοστά ιδιοκτησίας μειώνονται και η απόκτηση στέγης εξαρτάται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από την οικογενειακή κληρονομιά, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των γενεών. Οι αυξήσεις στα ενοίκια δημιουργούν ασφυκτικές πιέσεις που δεν καταγράφονται επαρκώς στους οικονομικούς δείκτες, ενώ η ενεργειακή φτώχεια και η αδυναμία επαρκούς θέρμανσης έχουν επιδεινωθεί κατακόρυφα μετά την κρίση του 2021, χτυπώντας πλέον την πόρτα και της μεσαίας τάξης.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη “ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ” της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ


































































































