Η εξωστρέφεια της Κρήτης και η δυναμική προβολή των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων συνεχίζουν να αποδίδουν καρπούς στο υψηλότερο επίπεδο. Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Μιχάλη Ατσαλάκη που δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της ΑΝΑΤΟΛΗΣ, ο νομός Λασιθίου βρίσκεται για άλλη μια φορά στο επίκεντρο του διεθνούς τουριστικού και γαστρονομικού ενδιαφέροντος, μέσα από ένα εκτενές, έντονα βιωματικό και απολύτως διθυραμβικό αφιέρωμα της μεγάλης βρετανικής εφημερίδας «The Guardian». Η γνωστή σεφ και καταξιωμένη συγγραφέας γαστρονομίας, Georgina Hayden, η οποία διαθέτει και η ίδια κυπριακές ρίζες, μέσα από ένα εξαιρετικά περιγραφικό ρεπορτάζ, μεταφέρει εκατομμύρια αναγνώστες στην ανατολική πλευρά της Κρήτης, συστήνοντάς τους τον πραγματικό πλούτο της ενδοχώρας μας.
Η αρθρογράφος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της, χαρακτηρίζοντας τον τόπο μας ως τον απόλυτο προορισμό που, παρά τη διαρκή τουριστική ανάπτυξη, παραμένει βαθιά αυθεντικός. Όπως γλαφυρά σημειώνει στην εισαγωγή του κειμένου της, όταν τη ρωτούν ποιο είναι το καλύτερο ελληνικό νησί, απαντά πάντα, χωρίς δισταγμό, το ίδιο: «Η Κρήτη. Με την έντονα περήφανη ταυτότητά της, τις ζεστές κοινότητες και το εξαιρετικό φαγητό, δίνει την αίσθηση ότι είναι βαθιά ελληνική και ταυτόχρονα απόλυτα ο εαυτός της».

Το ταξίδι των γεύσεων
– Το οδοιπορικό της Βρετανίδας δημοσιογράφου ξεκινά με έδρα τον Άγιο Νικόλαο και τα γαλανά νερά της παραλίας του Αλμυρού. Αναζητώντας τον αυθεντικό πυρήνα του τόπου, η Hayden εστιάζει εξ’ αρχής στην εξαιρετική, αγνή πρώτη ύλη του Λασιθίου.
– Η πρώτη δυνατή γευστική εμπειρία καταγράφεται στην ταβέρνα «Καρνάγιο». Εκεί, ο κρητικός ντάκος με ξινομυζήθρα, η φάβα, τα άγρια χόρτα με άφθονο λεμόνι και το ντόπιο αρνί γίνονται πρωταγωνιστές. Για το αρνί, μάλιστα, τονίζει με έμφαση: «Εβδομάδες αργότερα, και ακόμα σκέφτομαι αυτό το αρνί». Η βραδιά, αναμενόμενα, έκλεισε με την παραδοσιακή ρακή και το αυθόρμητο δέσιμο με τους ντόπιους: «Γεια μας! αναφωνούμε, υψώνοντας τα ποτήρια μας πριν κατεβάσουμε το φλογερό απόσταγμα».
– Η περιήγηση στον νομό συνεχίζεται νοτιοανατολικά, αναδεικνύοντας τις μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας. Στον παραδοσιακό φούρνο «Εύβοτρυ», ο Στέφανος και η Μαρία παρασκευάζουν λιχουδιές χρησιμοποιώντας αποκλειστικά το πετιμέζι από τα δικά τους αμπέλια. Η απουσία επεξεργασμένης ζάχαρης στα λασιθιώτικα καλιτσούνια κερδίζει αμέσως την αρθρογράφο.
Στη συνέχεια, η σύνδεση της παραγωγής με το φυσικό τοπίο κορυφώνεται με την επίσκεψη σε ένα αρχαίο ελαιόδεντρο 3.000 ετών. Η Hayden δίνει μια εξαιρετικά ποιητική και συναισθηματική διάσταση στο μνημείο της φύσης, γράφοντας: «Το δέντρο είναι ακριβώς όπως το περιμέναμε -απέραντο και επιβλητικό, αλλά ταυτόχρονα κάπως τρυφερό, σαν μια προγιαγιά ριζωμένη στο τοπίο».
– Το ρεπορτάζ του Guardian ανηφορίζει έπειτα προς το Μόχλος, ένα «ειρηνικό ψαροχώρι βουτηγμένο στη μινωική ιστορία». Δίπλα στο κύμα του κόλπου του Μιραμπέλλου, η απλότητα μιας δροσερής ελληνικής σαλάτας και του φρέσκου ψητού καλαμαριού αποθεώνεται.
– Στο Καβούσι, η δημοσιογράφος εντυπωσιάζεται από την πρωτοβουλία μιας ντόπιας, η οποία άφησε τον τομέα των οικονομικών για να δημιουργήσει, όπως γράφει η Hayden, «λιγότερο μια σχολή μαγειρικής και περισσότερο ένα σημείο συνάντησης -μια ζωή αναδιοργανωμένη γύρω από το φαγητό, τη φιλοξενία και την κοινότητα».
– Το ταξίδι των γεύσεων εμπλουτίζεται περαιτέρω στον ιστορικό οικισμό της Κριτσάς, με τον τοπικό γυναικείο συνεταιρισμό και την παραγωγή ντόπιων ζυμαρικών (σκιουφιχτά). Αμέσως μετά, ακολουθεί μια ενδελεχής γευσιγνωσία στο ελαιοτριβείο «Mourello». Εκεί εξυμνείται η απαράμιλλη ποιότητα του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου της περιοχής, με τη δημοσιογράφο να περιγράφει το λάδι γλαφυρά ως «πιπεράτο, δυναμικό και μεταξένιο», φεύγοντας, όπως ομολογεί, με «αρκετά μπουκάλια κάτω από τις μασχάλες μας».
– Ο γαστρονομικός αυτός χάρτης ολοκληρώνεται ιδανικά στον Κρούστα, σε υψόμετρο 520 μέτρων, με τη «δραματική θέα πάνω από τον κόλπο του Μιραμπέλλου». Στο εστιατόριο «Ξαθέρι», η βιωματική εμπειρία απογειώνεται. Το τραπέζι γεμίζει με ντολμαδάκια, κατσικάκι με παλαιωμένη γραβιέρα και το πατροπαράδοτο γαμοπίλαφο, το οποίο η συγγραφέας χαρακτηρίζει ως «βαθιά παρηγορητικό και απίστευτα πλούσιο».
Σχεδιάζοντας την επιστροφή
Ολοκληρώνοντας το ταξίδι της, η Hayden συμπυκνώνει όλη την ουσία της κρητικής φιλοξενίας σε μία μόνο φράση: «Φεύγουμε όχι απλώς γεμάτοι, αλλά ελαφρώς αποπροσανατολισμένοι -σκεπτόμενοι ήδη την επιστροφή μας σε αυτή την ήρεμη γωνιά της Κρήτης».
Δημοσιεύματα τέτοιου τεράστιου βεληνεκούς στον διεθνή Τύπο δεν προκύπτουν τυχαία. Αποτελούν ανεκτίμητη υπεραξία και επιβεβαιώνουν περίτρανα ότι οι συστηματικές προσπάθειες που γίνονται από την τοπική αυτοδιοίκηση, σε επίπεδο Περιφέρειας και Δήμων, για τη διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τον ποιοτικό τουρισμό, βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση. Ο πολιτισμός της καθημερινότητάς μας, τα μοναδικά τοπικά προϊόντα, οι οικισμοί μας και οι ίδιοι οι άνθρωποι, είναι αυτοί που καθιστούν το Λασίθι και ολόκληρη την Κρήτη έναν κορυφαίο, παγκόσμιο προορισμό.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ








































































































