Απάντηση στο πολύχρονο ερώτημα των κατοίκων της περιοχής, τελικά τι ήταν η Οξά, γύρω από την οποία έπλεξαν θρύλους στο πέρασμα των αιώνων, δίδει πλέον τεκμηριωμένα και πειστικά η επιστημονική αρχαιολογική έρευνα που ξεκίνησε πριν από οκτώ χρόνια – το 2017. Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Νίκου Τραντά στην ΑΝΑΤΟΛΗ, πρόκειται για την έρευνα που ξεκίνησε στην κορυφή της Οξάς, υπό την αιγίδα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λασιθίου σε συνεργασία με το Εργαστήριο Γεωφυσικής – Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης & Αρχαιοπεριβάλλοντος (GeoSat ReSeArch Lab) του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΜΣ/ΙΤΕ). Από το 2025 στους φορείς υλοποίησης της έρευνας στην Οξά εντάχθηκε επισήμως και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Η Οξά υπήρξε ένα φρούριο το οποίο περιέκλειε οικισμό, που κτίστηκε την πρωτοβυζαντινή περίοδο και κατοικήθηκε για δυο περίπου αιώνες – από τον 6ο ως τέλη του 8ου ή αρχές του 9ου αιώνα μ.Χ. που εγκαταλείφθηκε οριστικά. Στην κορυφή της Οξάς σώζονται όμως και κατάλοιπα οχυρωματικών έργων από την ελληνιστική περίοδο.
Στην εκδήλωση η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή το βράδυ, στην Ελούντα, παρουσιάστηκαν από τις διευθύντριες της έρευνας και μέλη της ερευνητικής ομάδας τα αποτελέσματα από την αρχαιολογική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη. Την εκδήλωση συντόνισε η κ. Γεωργία Μοσχόβη η οποία στην ομιλία της παρουσίασε τα γενικά χαρακτηριστικά της θέσης, την ιστορία της έρευνας στην Οξά και τους στόχους του ερευνητικού προγράμματος.
Η αρχική κήρυξη του Όρους Οξά ως αρχαιολογικού χώρου από το Υπουργείο Πολιτισμού έγινε το 1976. Το πρόγραμμα «Όρος Οξά» αποτελεί την πρώτη συστηματική αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε αυτή τη θέση. Στόχος της επιφανειακής έρευνας ήταν η κατανόηση αυτού του ορεινού τοπίου, αναγνωρίζοντας, αποτυπώνοντας και τεκμηριώνοντας όλες τις σωζόμενες αρχιτεκτονικές δομές. Από τις αρχαίες έως τις σύγχρονες, προκειμένου να αναδειχθούν οι διαφορετικές χρήσεις του τόπου ανά εποχή (κατοίκηση, οχύρωση, λατρεία, ποιμενικές, γεωργικές ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες). Αρχαιολόγοι με διαφορετικές ειδικεύσεις, ανθρωπολόγοι και βιολόγοι συνεργάζονται προκειμένου να αναδειχτούν οι διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης παρουσίας στην Οξά στη μακρά διάρκεια του χρόνου.
Είναι η πρώτη συστηματική έρευνα στην Κρήτη, ίσως και στην Ελλάδα, με δύο διευθύντριες που ειδικεύονται στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, τη Γεωργία Μοσχόβη, επίτιμη πλέον προϊσταμένη του Τμήματος Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λασιθίου και τη Χριστίνα Τσιγωνάκη, επίκουρη καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ στο ΙΜΣ/ΙΤΕ.
Σημαντικά ορατά αρχιτεκτονικά στοιχεία
Στην επιμήκη και στενή κορυφογραμμή του (περίπου 600 μ. μήκος με 50-100 μ. πλάτος και υψόμετρο περίπου 540 μ.) υπάρχουν σημαντικά ορατά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Τα βραχώδη εξάρματα της κορυφής και οι πλαγιές του βουνού είναι σμιλευμένα από τη λατόμευση της φημισμένης κρητικής ακονόπετρας.
Η Οξά ως αρχαιολογική θέση είχε εντοπιστεί από ιστοριοδίφες και αρχαιολόγους ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι Μ.Α. Fabreguettes, Th. Spratt, L. Mariani και Α. Taramelli κάνουν σύντομες αναφορές στην οχύρωση και τις δεξαμενές της Οξάς. Ο H. van Effenterre που εξερεύνησε την περιοχή λίγο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο υποστήριξε ότι εκεί υπήρχε ένα φρούριο των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Σε πιο πρόσφατη επίσκεψή του στη θέση ο Κ. Nowicki εντόπισε στην κορυφή κεραμική διαφορετικών περιόδων, από τα προϊστορικά έως τα βενετσιάνικα χρόνια.
Ο δρ. αρχαιολόγος Gialuca Cantoro– μόνιμος ερευνητής στο Ινστιτούτο επιστήμης για την πολιτιστική κληρονομιά (ISPC) του Ιταλικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (CNR) στη Ρώμη στην ομιλία του με τίτλο «Το αρχαιολογικό τοπίο της Οξάς: από την κατανόηση στην τεκμηρίωση και το αντίστροφο», παρουσίασε την αρχαιολογική μεθοδολογία της έρευνας, η οποία προσαρμόστηκε στο δύσβατο τοπίο της Οξάς.
Η συνδυαστική χρήση των τεχνολογιών αιχμής για την τεκμηρίωση των επιφανειακών αρχιτεκτονικών δομών στην Οξά, όπως η τηλεπισκόπηση, η τοπογράφηση με φορητή μονάδα RTK-GPS και οι ψηφιακές τρισδιάστατες σαρώσεις, έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την επίτευξη των στόχων της έρευνας. Η ερμηνεία αεροφωτογραφιών τραβηγμένων είτε με παραδοσιακές είτε με εναλλακτικές μεθόδους μέσω τηλεκατευθυνόμενου εναέριου μέσου συνδυάζεται με την εξέταση παλαιότερων ιστορικών φωτογραφιών που παρέχει η Γεωγραφική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού και παλαιούς τοπογραφικούς χάρτες. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην τοπογράφηση των ορατών αρχιτεκτονικών δομών με GPS με ακρίβεια αποτύπωσης σε επίπεδο εκατοστού. Για την ψηφιακή τεκμηρίωση των πιο σημαντικών αρχιτεκτονικών δομών της Οξάς, όπως είναι η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού – Ζωοδόχου Πηγής και επιλεγμένες δεξαμενές, χρησιμοποιήθηκε επίγειος σαρωτής laser. Από τον συνδυασμό των παραπάνω μεθοδολογιών έχει προκύψει ο πρώτος τοπογραφικός χάρτης του οικισμού στην κορυφή της Οξάς. Επιπλέον συλλέχθηκαν επιλεκτικά κινητά ευρήματα που βρίσκονταν στο έδαφος (διαγνωστικά όστρακα, πήλινα, λίθινα, μετάλλινα και γυάλινα μικροευρήματα). Η θέση όλων των κινητών ευρημάτων καταγράφηκε με GPS και αποτυπώθηκε σε χάρτες. Η συστηματική επιφανειακή έρευνα ολοκληρώθηκε με δοκιμαστικές τομές σε επιλεγμένα κτήρια της κορυφής προκειμένου να διαπιστωθεί η χρονολογία ανέγερσης και χρήσης των κτηρίων.
Ο συντοπίτης μας αρχαιολόγος Νίκος Μπετείνης, υποψήφιος διδάκτωρ της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Κρήτης, ο οποίος έχει εκπονήσει στο ίδιο Τμήμα το μεταπτυχιακό του με αντικείμενο τη βυζαντινή κεραμική από την επιφανειακή έρευνα στην κορυφή της Οξάς, παρουσίασε τα πρωταρχικά αποτελέσματα της μελέτης του. Με βάση την κεραμική που συλλέχθηκε κατά τη διάρκεια της επιφανειακής έρευνας αναγνωρίζεται με σαφήνεια μια πολύ διακριτή φάση κατοίκησης στην κορυφή, η οποία ανάγεται στην πρώτη βυζαντινή περίοδο: από τον 7ο αι. έως τις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. Προγενέστερη κεραμική των προϊστορικών και ιστορικών χρόνων έχει επίσης περισυλλεγεί, αλλά σε εντυπωσιακά μικρότερους αριθμούς.
Ανάμεσα στα ευρήματα υπερτερούν συντριπτικά οι αμφορείς. Οι περισσότεροι αμφορείς που εντοπίστηκαν είναι γνωστοί τύποι που κατασκευάζονται στην Κρήτη. Το σημαντικό είναι ότι στην Οξά εντοπίστηκαν και εισηγμένοι αμφορείς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι λεγόμενοι ωοειδείς αμφορείς. Χρονολογούνται στον 8ο και τις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. Παράγονται μάλλον σε κάποια νησιά του Αιγαίου, ίσως στη Σάμο και τους Λειψούς. Το δίκτυο διακίνησης εκτείνεται από το νότιο σύνορο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που αυτήν την εποχή είναι η Κρήτη, μέχρι το βόρειο σύνορό της, την Κριμαία. Και μέχρι τα δυτικά σύνορα, στις ακτές της Αδριατικής.
Η ομιλία της δρ Στεφανίας Μιχαλοπούλου, η οποία είναι αρχαιολόγος με ειδίκευση στην ζωοαρχαιολογία, είχε τίτλο «Η οικονομία και το φυσικό περιβάλλον της Οξάς κατά την Α’ Βυζαντινή περίοδο και το πρόσφατο παρελθόν μέσα από την ζωοαρχαιολογία και τις αγροτικές κατασκευές». Η ερευνήτρια παρουσίασε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης των οστών ζώων και των οστρέων (όπως ονομάζονται στην αρχαιολογία τα κοχύλια), τα οποία είχαν συλλεχθεί κατά την ανασκαφή των δοκιμαστικών τομών. Η ζωοαρχαιολογική μελέτη ενισχύει την υπόθεση ότι κατά την α΄ βυζαντινή περίοδο υπάρχει μια μόνιμη εγκατάσταση στην κορυφή. Οι κάτοικοι κατανάλωναν κυρίως αιγοπρόβατα μικρής ηλικίας και δευτερευόντως χοίρους, αλλά και ζώα από την άγρια πανίδα. Η άμεση επικοινωνία των κατοίκων της Οξάς με την παράκτια ζώνη φανερώνεται και από τη διατροφή τους, αφού στις δοκιμαστικές τομές βρέθηκαν κοχλιδάκια της θάλασσας και κελύφη από καλόγνωμες.
Σημαντική πτυχή της έρευνας είναι και η προσπάθεια ανασύστασης της αγροτικής οικονομίας της Οξάς στο πρόσφατο παρελθόν. Για τον λόγο αυτό καταγράφηκαν όλες οι αγροτοκτηνοτροφικές κατασκευές που εντοπίστηκαν στην κορυφή, όπως αλώνια, τράφοι για οριοθέτηση ιδιοκτησιών, ξερολιθιές για πεζούλες, κατασκευές για τη μελισσοκομία. Κάποιες βυζαντινές δεξαμενές συνέχισαν να χρησιμοποιούνται, όπως για παράδειγμα η δεξαμενή στο βόρειο άκρο της κορυφής που τροποποιήθηκε για να γίνει τυροκομείο.
Οι παρατηρήσεις των αρχαιολόγων στο πεδίο συνδυάζονται με τις διηγήσεις των κατοίκων της Ελούντας. Όπως και στο Νησί (οι ντόπιοι ανακαλούν το χρυσό χρώμα στα σταροχώραφα), στην Οξά καλλιεργούνταν διάφορα δημητριακά και αμυγδαλιές. Σήμερα είναι όλες ξεραμένες, ωστόσο τα μεραμπελλιώτικα αμύγδαλα είναι πάντα φημισμένα.
Η εκδήλωση έκλεισε με την ομιλία της συνδιευθύντριας της έρευνας στην Οξά, καθηγήτριας Χριστίνας Τσιγωνάκη, η οποία είχε τίτλο «Οξά: ένα βυζαντινό κάστρο;». Η ομιλήτρια τόνισε τα βασικά χαρακτηριστικά του βυζαντινού οικισμού που αποκαλύπτεται σταδιακά στην κορυφή της Οξάς. Το πρώτο είναι η στρατηγική του θέση, αφού από εκεί ελέγχεται οπτικά όλος ο θαλάσσιος χώρος στα βόρεια και ανατολικά, από τo Ακρωτήριο του Αφορεσμένου έως το Λιόπετρο της Σητείας, αλλά και η ενδοχώρα στα νοτιοδυτικά μέχρι τα Λασιθιώτικα Όρη. Συγχρόνως διαθέτει μια φυσική οχύρωση, αφού είναι χτισμένος σε ένα σχετικά ψηλό υψόμετρο και περιβάλλεται από γκρεμνούς με πολύ λίγα σημεία πρόσβασης.
Το κοντινότερο μεγάλο λιμάνι, ήταν ο αρχαίος Ολούς, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια στη βόρεια ακτή της Κρήτης. Ο οικισμός της Οξάς ήταν καλά προστατευμένος και αθέατος στην κορυφή του βουνού, δεν ήταν όμως αναγκαστικά απομονωμένος. Αντίθετα λόγω της εγγύτητας με την Ελούντα και μέσω του λιμανιού της Ελούντας μπορούσε να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο. Παρά τη φυσική οχύρωση η κορυφή περιβαλλόταν από ένα ισχυρό τείχος. Μέσα στον οχυρωματικό περίβολο εντοπίστηκαν πάρα πολλά κτήρια, και αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του οικισμού, δηλαδή πόσο πυκνοδομημένος ήταν. Ένα από τα πυκνοδομημένα σημεία εντοπίζεται γύρω από την εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και της Ζωοδόχου Πηγής. Ο ναός παρουσιάζει σήμερα την εικόνα ενός μονόχωρου ναού, μια μορφή που έχει προκύψει από τις επεμβάσεις της δεκαετίας του 1980. Η αρχική φάση του ναού ανάγεται στο τέλος της πρώτης βυζαντινής περιόδου (7ος -8ος αι. μ.Χ.). Στην αρχική του φάση ήταν πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων, με δύο ακόμα διαμερίσματα που καταλήγουν σε ημικυκλική κόγχη στα νότια και βόρεια.
Όπως επεσήμανε η κ. Τσιγωνάκη, οι αρχιτεκτονικές κατασκευές που χαρακτηρίζουν το τοπίο της Οξάς είναι οι θολοσκεπείς δεξαμενές συλλογής ομβρίων υδάτων. Οι δεξαμενές που έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα δεν είναι 100, όπως θέλει ο κρητικός μύθος, αλλά 32. Από αυτές οι μισές σχεδόν σώζονται σε ικανοποιητικό ύψος, ενώ οι υπόλοιπες σε επίπεδο θεμελίωσης. Οι δεξαμενές ποικίλουν τόσο ως προς το σχήμα και τις διαστάσεις, δηλαδή τη χωρητικότητα σε νερό. Έχουν χτιστεί με τον τοπικό, σκληρό, φαιόχρωμο ασβεστόλιθο και άφθονο συνδετικό κονίαμα. Όμοιο τρόπο χτισίματος παρουσιάζει και η οχύρωση της Οξάς. Πιθανότατα οχύρωση και δεξαμενές ανήκουν στο ίδιο οικοδομικό πρόγραμμα. Τα κεραμικά αγγεία που βρέθηκαν στον πυθμένα μιας δεξαμενής, όπου έγινε δοκιμαστική τομή, είναι κυρίως αμφορείς που χρονολογούνται στον 7ο -8 ο αι., ίσως και αρχές του 9ου αι. Τεκμηριώνεται έτσι χωρίς αμφιβολία η περίοδος χρήσης της δεξαμενής. Τα χρονολογικά στοιχεία μας οδηγούν στο τρίτο πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της Οξάς: αυτή αποτελεί τον μοναδικό νεοϊδρυμένο οικισμό που έχει εντοπιστεί ως τώρα στην ανατολική Κρήτη. Ιδρύεται σε μια εποχή μεγάλης κρίσης για όλο το νησί. Η κατάληψη της Αλεξάνδρειας το 642 μ.Χ. σηματοδότησε την αλλαγή των γεωπολιτικών συσχετισμών και κατέστησε την Κρήτη το νοτιότερο σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τη ναυπήγηση του αραβικού στόλου, οι αραβικές επιδρομές εναντίον των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης εντείνονται. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Μεσογείου που ο κόσμος χωρίζεται σε χριστιανικό και ισλαμικό. Ο οικισμός της Οξάς φαίνεται ότι ιδρύθηκε και κατοικήθηκε την περίοδο που μαινόταν ο αραβοβυζαντινός πόλεμος για την επικράτηση στη Μεσόγειο: από τα μέσα του 7 ου έως τις αρχές του 9ου αι.
Ωστόσο, η Οξά δεν ήταν απλά ένα καταφύγιο, γιατί η ποιότητα των κατασκευών της κορυφής, και ειδικά των δεξαμενών αναδεικνύει το μεγάλο κόστος της επένδυσης που έγινε εκεί. Με βάση τα παραπάνω είναι εύλογο να διατυπωθεί ότι η Οξά είναι ένα βυζαντινό κάστρο. Η διάρκεια ζωής του ωστόσο ήταν μικρή, μιλώντας με ιστορικούς όρους. Κάτι λιγότερο από 200 χρόνια. Και αυτό είναι το τελευταίο χαρακτηριστικό της Οξάς: η Οξά είναι μια θέση που σφραγίστηκε στον χρόνο. Στις αρχές του 9 ου αι. εγκαταλείφθηκε και δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ συστηματικά. Ο οικισμός που ανακαλύπτουμε στην Οξά είναι ένα ιστορικό στιγμιότυπο μιας εποχής κρίσιμης και μεγάλων αλλαγών για τις κοινωνίες της Μεσογείου και συγχρόνως ένα παράδειγμα για τη δύναμη και την ανθεκτικότητα αυτών των κοινωνιών, κατέληξε η κ. Τσιγωνάκη.
Την εκδήλωση χαιρέτισε η αν. προϊσταμένη της ΕΦΑΛΑΣ Βάσω Ζωγραφάκη, η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Σοφία Καραμανώλη και η καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ελευθερία Ζέη. Την εκδήλωση παρακολούθησε πολύς κόσμος, μεταξύ αυτών οι Αντιδήμαρχοι Πολιτισμού Γεωργία Πολυχρονάκη, Τουρισμού Μανούσος Πεδιαδίτης, ο πρώην Δήμαρχος Αντ. Ζερβός κ.α.
ΝΙΚΟΣ ΤΡΑΝΤΑΣ




































































































