Μια εικόνα δύο ταχυτήτων για την ελληνική οικονομία, με την Κρήτη να ξεχωρίζει θετικά στους ποσοτικούς δείκτες απασχόλησης, αλλά την αγοραστική δύναμη των πολιτών να παραμένει δραματικά καθηλωμένη, αποτυπώνει η νέα Ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ για το 2026.
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Μιχάλη Ατσαλάκη στην ΑΝΑΤΟΛΗ σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες, η ενεργειακή ανασφάλεια και το υψηλό κόστος διαβίωσης ταλανίζουν τα νοικοκυριά, τα αναλυτικά στοιχεία φέρνουν την Περιφέρειά μας στο επίκεντρο της ανάκαμψης.
Ταυτόχρονα, όμως, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας που επικρατούν, ειδικότερα στον κρίσιμο τομέα του τουρισμού.
Στην Κρήτη η υψηλότερη απασχόληση
Σύμφωνα με την Έκθεση, η Κρήτη καταγράφει για το 2025 το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης (για τις παραγωγικές ηλικίες 15-64 ετών) σε ολόκληρη την Ελλάδα, αγγίζοντας το 68,3%. Στη δεύτερη και τρίτη θέση ακολουθούν η Πελοπόννησος με 68,1% και η Αττική με 67,5% αντίστοιχα. Παράλληλα, το νησί μας εμφανίζει ένα από τα πλέον χαμηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας στη χώρα, φτάνοντας μόλις στο 24,1%, μια επίδοση που καταρρίπτει τον αρνητικό εθνικό μέσο όρο (55,8%) και προσεγγίζει πολύ περισσότερο τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Η ατμομηχανή αυτής της τοπικής επιτυχίας δεν είναι άλλη από τον τομέα των υπηρεσιών και τον τουρισμό.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) των υπηρεσιών την πενταετία 2019-2024 αυξήθηκε στην Κρήτη κατά σχεδόν 27%, γεγονός που πιστοποιεί την τεράστια δυναμική του τουριστικού κλάδου. Επιπρόσθετα, η Κρήτη, μαζί με την Αττική και το Βόρειο Αιγαίο, συγκαταλέγεται στις περιφέρειες που καταγράφουν υψηλές επιδόσεις όσον αφορά την καινοτομία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η τουριστική βιομηχανία πάσχει από επενδυτική υστέρηση, αφού η επένδυση ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ανέρχεται σε 5,4 χιλιάδες ευρώ έναντι 11,5 χιλιάδων ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εντατικοποίηση της εργασίας
Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς της τουριστικής ανάπτυξης, κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα της ακραίας εντατικοποίησης της εργασίας. Οι εργαζόμενοι στον κλάδο παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης στην Ελλάδα εργάζονται κατά μέσο όρο 43,1 ώρες την εβδομάδα. Μιλάμε δηλαδή για σχεδόν 8 ώρες περισσότερο από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο των 35,3 ωρών. Ταυτόχρονα, το πραγματικό ωρομίσθιο στον ευρύτερο ενιαίο κλάδο του εμπορίου, των μεταφορών, της διαμονής και της εστίασης, αν και σημείωσε αύξηση 4,8% σε σχέση με το 2019, παραμένει 25,3% χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα του 2009. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το «θαύμα» του ελληνικού τουρισμού στηρίζεται σε εξαντλητικά ωράρια, ευελιξία και συμπιεσμένες αμοιβές. Σε αυτό το πλαίσιο, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην εργασία διαμορφώνεται στο 9,7%, αποδεικνύοντας ότι το να έχεις δουλειά δεν εξασφαλίζει απαραίτητα και αξιοπρεπή διαβίωση.
Σε εθνικό επίπεδο, το μακροοικονομικό σύστημα μπορεί να δείχνει σημάδια σταθεροποίησης και θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, ωστόσο η ανάπτυξη δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική σύγκλιση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) παραμένει καθηλωμένο στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, επιβεβαιώνοντας το τεράστιο χάσμα ευημερίας με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η μεγέθυνση της χώρας εξακολουθεί να στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση των νοικοκυριών (67,8% του ΑΕΠ), ενώ οι επενδύσεις κατευθύνονται κυρίως προς τις κατοικίες (18,2%) αντί για τον τεχνολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό. Παράλληλα, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% από το 2019 έως το 2025, ενώ υπέστη μείωση 1,3% σε σχέση με το 2021, υποκύπτοντας στις σαρωτικές πληθωριστικές πιέσεις.
Πεπόνης: ουσιαστικές αυξήσεις ενάντια στην ακρίβεια
«Το συμπέρασμα που προκύπτει για την τοπική, αλλά και την εθνική οικονομία είναι πραγματικά κρυστάλλινο», επισημαίνει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου και μέλος του Δ.Σ. της ΓΣΕΕ Μανόλης Πεπόνης. «Η Κρήτη έχει αποδείξει πως διαθέτει την παραγωγική δυναμική για να πρωταγωνιστήσει. Όμως, μια πραγματικά βιώσιμη ανάπτυξη δεν χτίζεται μόνο με την ποσοτική μείωση της ανεργίας. Απαιτεί στοχευμένες επενδύσεις που θα βελτιώνουν την παραγωγικότητα, επαναφορά των ισχυρών συλλογικών συμβάσεων και, πρωτίστως, ουσιαστικές αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων για να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για μια ανάπτυξη που θα εξασφαλίζει κοινωνική συνοχή και ευημερία που έχουμε ανάγκη», σημειώνει.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ

































































































