Σε μια κίνηση με έντονο συμβολισμό για το μέλλον της εργασίας, η Κυβέρνηση και το σύνολο των Εθνικών Κοινωνικών Εταίρων υπέγραψαν στην Αθήνα την «Κοινωνική Συμφωνία», ένα πλαίσιο που φιλοδοξεί να επανακαθορίσει τους κανόνες στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας από το 2026. Ενώ όμως στο Υπουργείο Εργασίας και στα γραφεία των τριτοβάθμιων οργανώσεων το κλίμα είναι πανηγυρικό, κάνοντας λόγο για «ιστορική στιγμή», στο Λασίθι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων διατηρούν έντονες επιφυλάξεις, «διαβάζοντας» πίσω από τις γραμμές των εξαγγελιών.
Η συμφωνία, την οποία παρουσίασε η Υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως παρουσία των προέδρων της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ και του ΣΒΕ, στηρίζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες που αλλάζουν τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας:
Διευκόλυνση Επέκτασης Συμβάσεων: Το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων που απαιτείται για να κηρυχθεί μια κλαδική σύμβαση υποχρεωτική μειώνεται από το 50% στο 40%. Μάλιστα, δημιουργείται μια νέα διαδικασία «εξπρές»: αν η σύμβαση συνυπογράφεται από Εθνικούς Κοινωνικούς Εταίρους, επεκτείνεται χωρίς να εξετάζεται καν το ποσοτικό κριτήριο.
Πλήρης Μετενέργεια: Καταργείται η μνημονιακή ρύθμιση της μερικής μετενέργειας που ίσχυε από το 2012. Πλέον, μετά τη λήξη μιας σύμβασης και την τρίμηνη παράτασή της, θα εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της (και όχι μόνο ο βασικός μισθός) μέχρι την υπογραφή νέας.
Αλλαγές στη Διαιτησία (ΟΜΕΔ): Καταργείται ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας για την ταχύτερη επίλυση διαφορών, ενώ θεσπίζεται μηχανισμός προελέγχου για τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής.
Μανόλης Πεπόνης: «Δεν επιστρέφουμε στην κανονικότητα»
Την ώρα που η ηγεσία της ΓΣΕΕ χαρακτηρίζει τη συμφωνία ως ένα «σημαντικό βήμα», ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου και μέλος του ΔΣ της ΓΣΕΕ, Μανόλης Πεπόνης, διαφοροποιείται αισθητά. Σε δήλωσή του, αν και αναγνωρίζει τη σημασία της συμφωνίας των εταίρων, εκφράζει την άποψη ότι αυτή «δεν επαναφέρει την προ μνημονιακή προστασία, δεν ενισχύει τη θέση των εργαζομένων και δεν ανατρέπει την εργοδοτική αυθαιρεσία».
Ο κ. Πεπόνης επισημαίνει ένα δομικό πρόβλημα για την τοπική αγορά εργασίας: την έλλειψη κινήτρων προς τους εργοδότες για την υπογραφή κλαδικών συμβάσεων. Χαρακτηρίζει τη μείωση του ορίου επέκτασης στο 40% ως «προσπάθεια συγκάλυψης» του γεγονότος ότι το προ-μνημονιακό καθεστώς (όπου η επεκτασιμότητα ήταν κανόνας) δεν επανέρχεται. «Πριν τα μνημόνια, οι κλαδικές ΣΣΕ υπερίσχυαν των επιχειρησιακών και οι μονομερείς προσφυγές στον ΟΜΕΔ αποτελούσαν όπλο πραγματικής προστασίας. Μετά το 2010 όλα ξηλώθηκαν και οι ατομικές συμβάσεις έγιναν η νέα κανονικότητα», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι για τις αλλαγές στον ΟΜΕΔ. Θεωρεί πως η νέα διαδικασία με τον προέλεγχο καθιστά την προσφυγή «λιγότερο ελεύθερη και περισσότερο γραφειοκρατική», ενώ η κατάργηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας αφαιρεί ένα κρίσιμο εργαλείο άμυνας των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοτική πίεση. «Τα ταχύτερα αποτελέσματα απλώς σημαίνουν πιο γρήγορες αποφάσεις και όχι απαραίτητα πιο δίκαιες», υπογραμμίζει ο κ. Πεπόνης.
Το στοίχημα για την Κρήτη
Από την πλευρά των εργοδοτικών φορέων, ο τουρισμός – η “ατμομηχανή” της Κρήτης – εκπροσωπήθηκε από τον ΣΕΤΕ, ο οποίος στήριξε το πλαίσιο με την προσδοκία της εργασιακής ειρήνης και της σταθερότητας. Παράλληλα, οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ) έκαναν λόγο για «συμφωνία ευθύνης» που μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα.
Η συμφωνία θα νομοθετηθεί στις αρχές του 2026. Μέχρι τότε, παραμένει το ερώτημα αν οι αλλαγές αυτές θα καταφέρουν να αυξήσουν τους μισθούς στην πράξη ή αν, όπως πιστεύει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, η αληθινή ενίσχυση θα έρθει μόνο όταν «τα πρωτοβάθμια σωματεία έχουν τον λόγο και τη δύναμη», επιστρέφοντας ουσιαστικά στο δίκαιο προ του 2010.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ








































































































