Γράφει ο Γιώργος Μαμάκης, Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λασιθίου
Κάθε Σεπτέμβριο, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, το ενδιαφέρον στρέφεται εύλογα στις άμεσες ανάγκες: στα σχολεία που πρέπει να είναι έτοιμα, στους εκπαιδευτικούς που πρέπει να βρίσκονται στις θέσεις τους, στις μετακινήσεις των μαθητών, στα βιβλία, στις υποδομές, στα μικρά και μεγάλα προβλήματα που συνοδεύουν το πρώτο κουδούνι.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη σχολική χρονιά που αρχίζει.
Αφορά τις σχολικές χρονιές που έρχονται.
Πόσα παιδιά θα φοιτούν στα σχολεία του Λασιθίου σε πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια; Σε ποιες περιοχές θα κατοικούν; Και τι σχολικό δίκτυο θα χρειάζεται τότε ο τόπος μας;
Όταν μειώνονται οι μαθητές ενός σχολείου, η πρώτη συζήτηση είναι συνήθως διοικητική: πόσα παιδιά φοιτούν, πόσα τμήματα μπορούν να λειτουργήσουν, αν δικαιολογείται η διατήρηση μιας σχολικής μονάδας, αν απαιτείται συγχώνευση ή άλλη μεταβολή.
Για το Λασίθι, όμως, τα ερωτήματα αυτά δεν αρκούν.
Πίσω από τον αριθμό των μαθητών βρίσκεται μια πολύ ευρύτερη μεταβολή της κοινωνικής και δημογραφικής φυσιογνωμίας του τόπου. Και αν θέλουμε να σχεδιάσουμε σοβαρά το σχολικό δίκτυο της επόμενης δεκαετίας, πρέπει να δούμε το σχολείο όχι απομονωμένα, αλλά μέσα στο σύνολο των συνθηκών που καθορίζουν αν μια οικογένεια μπορεί να ζήσει, να εργαστεί και να μεγαλώσει τα παιδιά της σε μια περιοχή.
Η απάντηση λοιπόν δεν είναι υπόθεση μόνο της εκπαιδευτικής διοίκησης. Συνδέεται με τη δημογραφική εξέλιξη, τη γήρανση του πληθυσμού, τις κοινωνικές και χωρικές ανισότητες, τις υποδομές, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την τοπική οικονομία και, τελικά, με τη δυνατότητα νέων ανθρώπων και οικογενειών να συνεχίσουν να ζουν και να δημιουργούν στο Λασίθι.
Γι’ αυτό, στην αρχή μιας νέας σχολικής χρονιάς, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να κοιτάξουμε λίγο πιο μακριά από τον επόμενο Ιούνιο.
Τα παιδιά στα σχολεία είναι ένας από τους πιο έγκαιρους δημογραφικούς δείκτες
Τα στοιχεία που συγκεντρώνει το Περιφερειακό Παρατηρητήριο Κοινωνικής Ένταξης της Περιφέρειας Κρήτης αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Απογραφής 2021 που αξιοποιεί το Παρατηρητήριο, το 31,8% του πληθυσμού της Περιφερειακής Ενότητας Λασιθίου είναι άνω των 60 ετών, έναντι 26,2% στο σύνολο της Κρήτης. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των τεσσάρων Περιφερειακών Ενοτήτων του νησιού. Παράλληλα, η ηλικιακή ομάδα άνω των 70 ετών αυξάνεται, ενώ η γήρανση παρουσιάζει ιδιαίτερα έντονα χωρικά χαρακτηριστικά: Στην Ιεράπετρα, το ποσοστό των κατοίκων άνω των 60 ετών ανέρχεται στο 28%. Στον Άγιο Νικόλαο στο 31%. Στη Σητεία φτάνει στο 37%, ενώ στο Οροπέδιο Λασιθίου στο 44%.
Η απόσταση ανάμεσα στο 28% και στο 44% είναι πολύ μεγάλη για να αντιμετωπίζουμε ολόκληρο το Λασίθι με μία ενιαία πολιτική.
Επιπλέον, η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την τρίτη ηλικία.
Είναι ταυτόχρονα μια πληροφορία για το μέλλον των σχολείων.
Η μείωση του μαθητικού δυναμικού λοιπόν δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Προηγούνται δημογραφικές μεταβολές, μετακινήσεις οικογενειών, αλλαγές στην οικονομική δραστηριότητα, δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες, διαφορετικές δυνατότητες κατοίκησης και εργασίας από περιοχή σε περιοχή.
Το σχολείο είναι συχνά ο πρώτος δημόσιος θεσμός στον οποίο αυτές οι μεταβολές γίνονται ορατές.
Δεν υπάρχει ένα Λασίθι
Είναι επίσης λάθος να αντιμετωπίζουμε το Λασίθι ως μια ενιαία δημογραφική και κοινωνική πραγματικότητα.
Ο Άγιος Νικόλαος, η Ιεράπετρα, η Σητεία και το Οροπέδιο Λασιθίου έχουν διαφορετική παραγωγική βάση, διαφορετικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές δυνατότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες και διαφορετική ηλικιακή σύνθεση.
Στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα συνυπάρχουν τουριστικές και αστικές περιοχές, δυναμικές αγροτικές ζώνες, ορεινοί και απομακρυσμένοι οικισμοί, μικρές κοινότητες και περιοχές με έντονη εποχικότητα στην απασχόληση.
Το ίδιο το Περιφερειακό Παρατηρητήριο έχει καταγράψει στους αγροτικούς θύλακες του νοτιοανατολικού άξονα της Κρήτης σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε απομονωμένους αγροτοκτηνοτροφικούς οικισμούς με γήρανση και δημογραφική συρρίκνωση, παράκτιες περιοχές που βασίζονται στον εποχικό τουρισμό και μεγαλύτερες κωμοπόλεις που λειτουργούν ως εμπορικά και κοινωνικά κέντρα. Καταγράφονται επίσης ζητήματα γεωγραφικής απομόνωσης, αυξημένου κόστους μετακινήσεων και άνισης πρόσβασης σε κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει μία απάντηση για όλα τα σχολεία και όλες τις περιοχές.
Χρειαζόμαστε χωρικά διαφοροποιημένο εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Από τη διαχείριση της μείωσης στον σχεδιασμό
Η μείωση του μαθητικού δυναμικού σε ορισμένες σχολικές μονάδες είναι μια πραγματικότητα που δεν πρέπει ούτε να αποκρύπτεται ούτε να δραματοποιείται.
Χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με στοιχεία.
Αλλά προσαρμογή του σχολικού δικτύου δεν σημαίνει αυτομάτως συρρίκνωση.
Μια απόφαση για ένα σχολείο δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον αριθμό των εγγεγραμμένων μαθητών μιας χρονιάς. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τη διαχρονική πορεία του μαθητικού πληθυσμού, τις γεννήσεις στην περιοχή, τις πιθανές εγγραφές των επόμενων ετών, τις αποστάσεις και τον πραγματικό χρόνο μετακίνησης, τις δυνατότητες μαθητικής μεταφοράς, την κατάσταση των κτιρίων, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε τοπικής κοινότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόσβαση των οικογενειών σε ένα ευρύτερο δίκτυο υπηρεσιών. Το Περιφερειακό Παρατηρητήριο επισημαίνει ότι στις απομακρυσμένες και λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές η πρόσβαση σε κοινωνικές δομές δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, ενώ καταγράφονται κενά και στην υποστήριξη των ατόμων με αναπηρία και των οικογενειών τους.
Μια οικογένεια δεν αποφασίζει να ζήσει σε έναν τόπο επειδή υπάρχει απλώς μια θέση εργασίας.
Αξιολογεί το σχολείο, την υγεία, τη φροντίδα των παιδιών, τις μετακινήσεις, την κατοικία, την ασφάλεια και την ποιότητα της καθημερινής ζωής.
Γι’ αυτό το σχολείο πρέπει να αντιμετωπίζεται και ως αναπτυξιακή υποδομή.
Το μικρό σχολείο δεν είναι απλώς ένας αριθμός μαθητών
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις μικρότερες και απομακρυσμένες κοινότητες του Λασιθίου.
Είναι προφανές ότι ένα μικρό σχολείο έχει διαφορετικό λειτουργικό κόστος και διαφορετικές δυνατότητες από μια μεγάλη σχολική μονάδα αστικού κέντρου. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Πρέπει όμως να εξετάζεται και η άλλη πλευρά.
Τι συμβαίνει όταν ένα σχολείο παύει να λειτουργεί; Πόσο αυξάνεται η καθημερινή μετακίνηση ενός μικρού παιδιού; Τι σημαίνει αυτό για μια οικογένεια που σκέφτεται να παραμείνει ή να εγκατασταθεί σε έναν οικισμό; Ποια άλλη δημόσια υπηρεσία παραμένει στην κοινότητα; Και ποια είναι η συνολική επίπτωση μιας τέτοιας αλλαγής στην κοινωνική και δημογραφική της βιωσιμότητα;
Το δύσκολο ερώτημα, επομένως, δεν είναι «ποιο σχολείο θα κλείσει».
Είναι:
ποιο σχολικό δίκτυο χρειάζεται το Λασίθι ώστε να παρέχει ποιοτική και ισότιμη εκπαίδευση, χωρίς ο τόπος κατοικίας ενός παιδιού να μετατρέπεται σε εκπαιδευτικό μειονέκτημα;
Η οικονομική αποδοτικότητα είναι αναγκαίο κριτήριο.
Δεν μπορεί να είναι το μοναδικό.
Η χωρική ισότητα, η προσβασιμότητα και η κοινωνική συνοχή είναι επίσης δημόσια αγαθά.
Οι κοινωνικοί δείκτες χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση
Το Λασίθι δεν μπορεί επίσης να περιγραφεί μονοδιάστατα ως μια «φτωχή περιοχή».
Τα στοιχεία του Περιφερειακού Παρατηρητηρίου δείχνουν ότι το 2022 παρουσίαζε τον χαμηλότερο συνολικό κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων της Κρήτης, στο 14,4%, με χαμηλότερη επίσης σοβαρή υλική και κοινωνική αποστέρηση και χαμηλή ένταση εργασίας.
Αυτό όμως δεν αναιρεί τις σημαντικές χωρικές διαφοροποιήσεις ούτε τις εστίες κοινωνικής ευαλωτότητας.
Οι νεότερες αναλύσεις του Παρατηρητηρίου επισημαίνουν ότι οι εισοδηματικές διαφοροποιήσεις στην Κρήτη συνδέονται με βαθύτερες διαφορές στη δομή της τοπικής οικονομίας, στις μορφές απασχόλησης, στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και στην πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές.
Για την εκπαίδευση αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Δύο παιδιά που κατοικούν στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα μπορεί να έχουν πολύ διαφορετική πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες, εξωσχολικές δραστηριότητες, ψηφιακές υποδομές, μετακινήσεις ή πολιτιστικές και κοινωνικές ευκαιρίες.
Η εκπαιδευτική ισότητα, επομένως, δεν εξασφαλίζεται μόνο επειδή όλα τα παιδιά διδάσκονται το ίδιο πρόγραμμα.
Χρειάζεται να λαμβάνουμε υπόψη τις διαφορετικές αφετηρίες και τις διαφορετικές συνθήκες του τόπου στον οποίο μεγαλώνουν.
Ένας Εκπαιδευτικός και Κοινωνικός Χάρτης για το Λασίθι
Αν θέλουμε πραγματικά να περάσουμε από τη διαχείριση στον σχεδιασμό, χρειαζόμαστε ένα κοινό εργαλείο.
Έναν Εκπαιδευτικό και Κοινωνικό Χάρτη του Λασιθίου.
Όχι έναν ακόμη πίνακα με τον αριθμό των μαθητών ανά σχολική μονάδα.
Ένα δυναμικό εργαλείο που θα συνδυάζει δεδομένα για:
- την εξέλιξη του μαθητικού πληθυσμού,
- τις γεννήσεις και την ηλικιακή σύνθεση,
- τις προβλεπόμενες εγγραφές των επόμενων ετών,
- τις αποστάσεις και τις μετακινήσεις,
- την κατάσταση και τη χωρητικότητα των σχολικών κτιρίων,
- την προσβασιμότητα,
- την ύπαρξη κοινωνικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών,
- τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες,
- καθώς και τις αναπτυξιακές προοπτικές κάθε περιοχής.
Το Περιφερειακό Παρατηρητήριο έχει ήδη αναπτύξει μια σημαντική κουλτούρα χωρικής χαρτογράφησης κοινωνικών αναγκών. Η ίδια λογική μπορεί να αξιοποιηθεί και στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Έτσι οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται όταν το πρόβλημα έχει πλέον εμφανιστεί.
Θα μπορούμε να το προβλέπουμε.
Το σχολείο, όμως, δεν πρέπει μόνο να βρίσκεται στον τόπο. Πρέπει και να συνδέεται μαζί του
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη συζήτηση για αριθμούς, κτίρια και οργανικές μεταβολές.
Το Λασίθι μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικό εκπαιδευτικό εργαστήριο πραγματικών προβλημάτων.
Η διαχείριση του νερού, η αγροτική παραγωγή, οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες, η ελαιοπαραγωγή, η προστασία της βιοποικιλότητας, η κλιματική προσαρμογή, η ενέργεια, ο βιώσιμος τουρισμός, η πολιτιστική κληρονομιά, η προσβασιμότητα και η γήρανση του πληθυσμού είναι ζητήματα που υπάρχουν ήδη γύρω μας.
Δεν χρειάζεται να αποτελούν μόνο αντικείμενα μιας γενικής θεωρητικής διδασκαλίας.
Μπορούν να γίνουν αφετηρίες αυθεντικής μάθησης.
Τα παιδιά μπορούν να μελετούν την κατανάλωση νερού του σχολείου τους, να χαρτογραφούν την προσβασιμότητα μιας γειτονιάς, να διερευνούν τη βιοποικιλότητα μιας περιοχής, να συνομιλούν με παραγωγούς, να αναζητούν λύσεις για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, να αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία για την ανάδειξη ενός τοπικού πολιτιστικού ή φυσικού πόρου.
Δεν χρειάζεται ένα ακόμη μάθημα για τον τόπο. Χρειάζεται ο ίδιος ο τόπος να εισέλθει στο σχολείο ως πραγματικό πεδίο μάθησης.
Έτσι η γνώση αποκτά σκοπό και κοινωνική χρησιμότητα.
Και τα παιδιά αποκτούν από νωρίς την εμπειρία ότι μπορούν όχι απλώς να γνωρίζουν τον τόπο τους, αλλά και να συμμετέχουν στη βελτίωσή του.
Μια νέα συμφωνία Εκπαίδευσης, Αυτοδιοίκησης και Περιφέρειας
Σε λίγα χρόνια πιθανότατα θα χρειαστεί να λάβουμε αποφάσεις για σχολεία με ακόμη μικρότερο μαθητικό δυναμικό.
Αυτό είναι σχεδόν βέβαιο σε ορισμένες περιοχές.
Το λάθος θα ήταν να ξεκινήσουμε τη συζήτηση τότε.
Η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει τώρα.
Και το ερώτημα δεν πρέπει να είναι απλώς:
«Πόσους μαθητές χρειάζεται ένα σχολείο για να παραμείνει ανοιχτό;»
Πρέπει να είναι:
«Τι δίκτυο εκπαίδευσης και δημόσιων υπηρεσιών χρειάζεται το Λασίθι ώστε οι οικογένειες να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν σε ολόκληρη την επικράτειά του και τα παιδιά τους να έχουν ισότιμες ευκαιρίες ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους;»
Το πρώτο ερώτημα παράγει διοικητικές αποφάσεις.
Το δεύτερο παράγει πολιτική.
Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που χρειάζεται σήμερα το Λασίθι.
Γιατί η μείωση του μαθητικού δυναμικού δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα που καλείται να διαχειριστεί η Εκπαίδευση.
Είναι ένας από τους πιο έγκαιρους δείκτες για το τι συμβαίνει στις τοπικές κοινωνίες.
Και ίσως ένα από τα τελευταία χρονικά περιθώρια που διαθέτουμε για να σχεδιάσουμε πριν αναγκαστούμε απλώς να προσαρμοστούμε.
Κανένας φορέας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνος του αυτή την πρόκληση.
Η εκπαιδευτική διοίκηση γνωρίζει το σχολικό δίκτυο, το μαθητικό δυναμικό και τις παιδαγωγικές ανάγκες.
Οι Δήμοι έχουν κρίσιμο ρόλο στην κατάσταση και καθημερινή λειτουργία των σχολικών υποδομών.
Η Περιφέρεια διαθέτει κοινωνικά και αναπτυξιακά δεδομένα, αρμοδιότητες, χρηματοδοτικά εργαλεία και δυνατότητες χωρικού σχεδιασμού.
Οι κοινωνικές υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια, οι παραγωγικοί φορείς και η κοινωνία των πολιτών μπορούν να προσθέσουν γνώση που σήμερα παραμένει συχνά κατακερματισμένη.
Αυτό που χρειάζεται είναι να αρχίσουν αυτά τα δεδομένα και αυτοί οι φορείς να συνομιλούν συστηματικά μεταξύ τους.
Ένας σταθερός μηχανισμός Εκπαιδευτικού και Κοινωνικού Σχεδιασμού για το Λασίθι θα μπορούσε να παρακολουθεί κάθε χρόνο τις δημογραφικές μεταβολές, το μαθητικό δυναμικό, τις υποδομές, τις κοινωνικές ανάγκες και τις γεωγραφικές ανισότητες και να καταθέτει τεκμηριωμένες προτάσεις για την επόμενη πενταετία και δεκαετία.
Ο στόχος δεν μπορεί να είναι ούτε «να μείνουν όλα όπως είναι» ούτε «να μειωθεί το δίκτυο».
Ο στόχος πρέπει να είναι ένα σχολικό δίκτυο βιώσιμο, ποιοτικό, προσβάσιμο και κοινωνικά δίκαιο.
Το πρώτο κουδούνι πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε και το επόμενο
Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, οι σχολικές αυλές θα γεμίσουν ξανά παιδιά.
Αυτό είναι το αυτονόητο και αισιόδοξο πρόσωπο κάθε Σεπτεμβρίου.
Ίσως όμως αξίζει φέτος να προσέξουμε όχι μόνο ότι οι αυλές γεμίζουν, αλλά και πού γεμίζουν λιγότερο, γιατί συμβαίνει αυτό και τι μπορεί να σημαίνει για τον τόπο σε μερικά χρόνια.
Το σχολείο δεν μπορεί μόνο του να αναστρέψει τη δημογραφική γήρανση, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να λύσει το πρόβλημα της κατοικίας ή να εξασφαλίσει όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες που χρειάζεται μια οικογένεια.
Μπορεί όμως να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για το αν ένας τόπος ανανεώνεται ή συρρικνώνεται.
Και μπορεί να είναι ένας από τους ισχυρότερους θεσμούς μέσα από τους οποίους σχεδιάζουμε διαφορετικά το μέλλον του.
Η δημογραφική εξέλιξη δεν αντιμετωπίζεται μόνο με το να διατηρούμε σχολεία ανοικτά. Αντιμετωπίζεται δημιουργώντας κοινότητες στις οποίες αξίζει να υπάρχουν σχολεία.
Κοινότητες στις οποίες μια νέα οικογένεια μπορεί να εργαστεί, να κατοικήσει, να έχει πρόσβαση σε υγεία και κοινωνική φροντίδα, να μεγαλώσει με ασφάλεια τα παιδιά της και να αισθανθεί ότι η περιφέρεια δεν αποτελεί έναν τόπο από τον οποίο πρέπει υποχρεωτικά να φύγει για να έχει μέλλον.
Γι’ αυτό και το ουσιαστικό ερώτημα για το Λασίθι δεν είναι μόνο πόσες σχολικές μονάδες θα έχουμε τα επόμενα χρόνια.
Είναι τι Λασίθι θέλουμε να έχουμε γύρω από αυτές.
Και αν η έναρξη μιας νέας σχολικής χρονιάς έχει κάτι να μας υπενθυμίσει, είναι ότι ο σχεδιασμός του μέλλοντος δεν αρχίζει όταν τα προβλήματα γίνουν μη αναστρέψιμα.
Αρχίζει τώρα, όσο τα σχολεία μας εξακολουθούν να μας δείχνουν εγκαίρως προς τα πού κατευθύνεται ο τόπος μας.


































































































