Στη δημόσια συζήτηση για την αναμόρφωση της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θέλει να συμβάλει ο Αγροτικός-Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Κριτσάς παρουσιάζοντας τις θέσεις και τις προτάσεις του. Εστιάζει στην ανάγκη αναμόρφωσης των ενισχύσεων προς τις ελαιοκαλλιέργειες με τρόπο που θα επιδοτείται η πραγματική καλλιέργεια και φροντίδα των ελαιώνων ώστε να αντιστραφεί η τάση εγκατάλειψής τους αντί της ενίσχυσης απλά της κατοχής μιας επιλέξιμης ελαιόφυτης έκτασης… Πρέπει το μοντέλο ενίσχυσης να στηρίζει εκείνον που κλαδεύει, λιπαίνει, προστατεύει, συγκομίζει και παράγει, δηλώνει ο Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Κριτσάς κ. Νίκος Αφορδακός.
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Νίκου Τραντά στην έντυπη έκδοση της ΑΝΑΤΟΛΗΣ «Η ελληνική ελαιοκαλλιέργεια είναι σε κρίσιμο σταυροδρόμι γι’ αυτό και η συζήτηση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στο συνολικό ύψος των διαθέσιμων πόρων. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακριβώς επιβραβεύει η ενίσχυση: την ενεργή παραγωγική δραστηριότητα ή απλώς την κατοχή μιας επιλέξιμης έκτασης; Για την ελαιοκαλλιέργεια -και ιδιαίτερα για τις νησιωτικές, ορεινές και μειονεκτικές περιοχές- η απάντηση θα καθορίσει αν οι ελαιώνες θα παραμείνουν ζωντανοί ή θα οδηγηθούν σταδιακά στην εγκατάλειψη.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις επιστημονικών και συνεταιριστικών φορέων συγκλίνουν σε μία βασική διαπίστωση: το σημερινό μοντέλο δεν δημιουργεί επαρκές κίνητρο για καλλιέργεια, παραγωγή και ποιοτική αναβάθμιση. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις επιτρέπει να συνεχίζεται η καταβολή ενισχύσεων ακόμη και όταν η πραγματική φροντίδα του ελαιώνα υποχωρεί», εξηγεί ο κ. Αφορδακός.
Επιβράβευση της παραγωγής
«Όταν οι ενισχύσεις συνδέονται μόνο με την επιλέξιμη έκταση και όχι με την πραγματική καλλιεργητική δραστηριότητα, μπορούν να λειτουργήσουν ως αντικίνητρο παραγωγής: O κάτοχος μπορεί να περιορίσει ή να εγκαταλείψει την καλλιέργεια, αλλά να εξακολουθεί να εισπράττει ενίσχυση. Για τον λόγο αυτό, ένα ουσιαστικό μέρος της στήριξης πρέπει να συνδέεται με αποδεδειγμένη φροντίδα του ελαιώνα, παράδοση προϊόντος, ποσότητα και ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Η αδικία γίνεται ακόμη πιο εμφανής από την εξέλιξη της μέσης αξίας των δικαιωμάτων βασικής ενίσχυσης. Στις μόνιμες καλλιέργειες, όπου υπάγεται η ελιά, η μέση περιφερειακή αξία ανερχόταν το 2018 περίπου στα 33,82 ευρώ ανά στρέμμα και το 2022 στα 34,54 ευρώ ανά στρέμμα. Με την εφαρμογή της ΚΑΠ 2023-2027 περιορίστηκε περίπου στα 27 ευρώ ανά στρέμμα. Πρόκειται για απώλεια 7,54 ευρώ ανά στρέμμα σε σύγκριση με το 2022, δηλαδή μείωση περίπου 21,8%. Αντίστοιχα, η μέση αξία των βοσκοτόπων μειώθηκε από 22,46 σε 17,60 ευρώ ανά στρέμμα και των αροτραίων καλλιεργειών από 27,45 σε 21,50 ευρώ ανά στρέμμα. Η οριζόντια αυτή μείωση είναι ιδιαίτερα άδικη για την ελαιοκαλλιέργεια, επειδή δεν λαμβάνει υπ’ όψη το υψηλό και διαρκές κόστος διατήρησης μιας μόνιμης φυτείας, τις ανάγκες φυτοπροστασίας και συγκομιδής, ούτε την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική αξία του ελαιώνα».
Επένδυση πολλών γενεών!
Όπως τονίζει ο κ. Αφορδακός, ο ελαιώνας δεν είναι μία απλή γυμνή ή επιλέξιμη έκταση. Είναι μόνιμη επένδυση πολλών γενεών, με οικονομική, διατροφική, κοινωνική, πολιτιστική και περιβαλλοντική αξία. Το υψηλό κόστος καλλιέργειας, η έλλειψη εργατικών χεριών, η κλιματική πίεση, οι ασταθείς τιμές παραγωγού και η μείωση της βασικής στήριξης επιταχύνουν την εγκατάλειψη, ιδιαίτερα στους παραδοσιακούς, ορεινούς και δυσπρόσιτους ελαιώνες.
Η νέα Κ.Α.Π. οφείλει επομένως να μετατρέψει την ενίσχυση από παθητικό δικαίωμα κατοχής σε ενεργό εργαλείο παραγωγικής πολιτικής. Η σύνδεση με την παραγωγή δεν πρέπει να γίνει με τρόπο τιμωρητικό για χρονιές ακαρπίας, ξηρασίας ή ακραίων καιρικών φαινομένων. Χρειάζεται ένα μικτό, δίκαιο σύστημα: βασική ασφάλεια εισοδήματος, αλλά και σαφής πρόσθετη επιβράβευση της αποδεδειγμένης καλλιεργητικής φροντίδας, της παράδοσης προϊόντος, της ποιότητας και της συμμετοχής σε συλλογικά σχήματα».
Προτεινόμενες κατευθύνσεις
* Σταδιακή ενίσχυση της σύνδεσης των πληρωμών με την πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, την παραγόμενη ποσότητα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, με ασφαλιστικές δικλίδες για τεκμηριωμένη ακαρπία και κλιματικές ζημιές.
* Θέσπιση ειδικής αγρονομικής κατηγορίας για τους ελαιώνες, ώστε να μην εξομοιώνονται με ασκεπείς εκτάσεις ή βοσκοτόπους και να αναγνωρίζεται η μόνιμη επένδυση που ενσωματώνουν.
* Ειδική συνδεδεμένη ή συμπληρωματική στήριξη των παραδοσιακών, ορεινών, νησιωτικών και δυσπρόσιτων ελαιώνων, όπου το κόστος παραγωγής είναι αυξημένο αλλά η περιβαλλοντική και κοινωνική αξία ιδιαίτερα μεγάλη.
* Πρόσθετη επιβράβευση της οργανωμένης παραγωγής μέσω Αγροτικών Συνεταιρισμών και Οργανώσεων Παραγωγών, με ιχνηλασιμότητα των παραδόσεων και αξιόπιστα στοιχεία παραγωγής.
* Απλή και ψηφιακή τεκμηρίωση της ενεργού καλλιέργειας μέσω δηλώσεων συγκομιδής, παραδόσεων σε ελαιοτριβεία, τιμολογίων ή παραστατικών διακίνησης και στοιχείων των συλλογικών φορέων, χωρίς πολλαπλές επικαλυπτόμενες υποχρεώσεις.
* Στήριξη πρακτικών που βελτιώνουν μετρήσιμα την ποιότητα, μειώνουν τις εισροές και ενισχύουν την ανθεκτικότητα των ελαιώνων, αντί επιδοτήσεων που βασίζονται μόνο στην αγορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας.
Δακοκτονία
Ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού αναφέρεται επίσης στο μείζον ζήτημα του συστήματος δακοκτονίας και τις χρόνιες παθογένειές του, που συνδέονται άμεσα με την παραγωγή ελαιόλαδου στην Κρήτη.
«Η προστασία από τον δάκο αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την ποσότητα όσο και για την ποιότητα του ελαιολάδου. Οι καθυστερήσεις στις συμβάσεις, οι ελλείψεις προσωπικού και φαρμάκων, η ανεπαρκής χρηματοδότηση και οι εξαιρέσεις περιοχών αποδυναμώνουν την καθολικότητα της συλλογικής δολωματικής δακοκτονίας. Όταν το δημόσιο πρόγραμμα δε λειτουργεί έγκαιρα και αποτελεσματικά, οι παραγωγοί ωθούνται σε ατομικούς ψεκασμούς, με μεγαλύτερο κόστος, περισσότερες εφαρμογές και αυξημένο κίνδυνο ακατάλληλων ή μη συντονισμένων επεμβάσεων.
Η συλλογική δολωματική δακοκτονία έχει σαφή περιβαλλοντική διάσταση: εφαρμόζει στοχευμένα μικρή ποσότητα φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε μέρος της κόμης και, όταν γίνεται σωστά και καθολικά, περιορίζει την ανάγκη για γενικευμένους ψεκασμούς κάλυψης. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ενταχθεί ρητά στα οικολογικά σχήματα ή στα αγροπεριβαλλοντικά μέτρα της ΚΑΠ.
Κρίσιμο είναι η συμμετοχή του ελαιώνα στο πρόγραμμα δακοκτονίας της αρμόδιας Περιφέρειας να αναγνωρίζεται αυτομάτως ως επιλέξιμη οικολογική δράση. Ο παραγωγός δεν πρέπει να υποχρεώνεται να αγοράζει επιπλέον παγίδες, σκευάσματα ή υπηρεσίες μόνο και μόνο για να προσκομίσει νέο τιμολόγιο. Η επιλεξιμότητα μπορεί να πιστοποιείται διοικητικά, με ηλεκτρονική διασταύρωση μεταξύ ΟΣΔΕ και Περιφέρειας, βάσει των ενταγμένων εκτάσεων και της πραγματικής υλοποίησης των ψεκασμών. Έτσι αποφεύγεται η διπλή δαπάνη, μειώνεται η γραφειοκρατία και επιδοτείται μια πραγματική συλλογική περιβαλλοντική υπηρεσία -όχι η απλή ύπαρξη ενός παραστατικού», τονίζει ο κ. Αφορδακός.
Προτάσεις
«Ζητούμε να ενταχθούν στις εθνικές θέσεις για τη νέα ΚΑΠ οι ακόλουθες τρεις καθαρές διεκδικήσεις:
- Οι ενισχύσεις της ελαιοκαλλιέργειας να κατευθύνονται πρωτίστως στον ενεργό καλλιεργητή και να συνδέονται, με δίκαιους και ελέγξιμους όρους, με την καλλιεργητική φροντίδα, την παραγωγή, την ποιότητα και τη συλλογική οργάνωση. Να επιδοτείται η ενασχόληση με το χωράφι και όχι η εγκατάλειψή του.
- Η συλλογική δολωματική δακοκτονία που υλοποιούν οι Περιφέρειες να αναγνωρίζεται ως οικολογικό σχήμα ή αγροπεριβαλλοντική δράση για τους συμμετέχοντες ελαιώνες, χωρίς απαίτηση πρόσθετου ατομικού παραστατικού, με διοικητική πιστοποίηση της συμμετοχής και της εκτέλεσης.
- Να υποστηριχθεί και να ψηφιστεί σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο το ειδικό καθεστώς μικροκαλλιεργητών, με σταθερή, κατ’ αποκοπή εισοδηματική ενίσχυση έως 3.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση -περίπου 50 ευρώ ανά στρέμμα σύμφωνα με το υπό εξέταση μοντέλο, απλές διαδικασίες και αναλογικούς ελέγχους. Να υπάρξουν ασφαλιστικές δικλίδες ώστε οι μικροί ελαιοπαραγωγοί να μη χάνουν άλλες αναγκαίες ενισχύσεις ούτε να λαμβάνουν χαμηλότερη συνολική στήριξη».
Η κατεύθυνση αυτή, όπως εξήγησε, κλείνοντας, ο κ. Αφορδακός, βρίσκεται σε συμφωνία και με τη θέση που έχει ήδη διατυπώσει η Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών -ΕΘΕΑΣ. Δηλαδή, οι ενισχύσεις να μετατραπούν από μηχανισμό απλής διατήρησης εισοδήματος σε εργαλείο παραγωγικού μετασχηματισμού.
«Για την ελαιοκαλλιέργεια, ο παραγωγικός μετασχηματισμός ξεκινά από το αυτονόητο: ζωντανός ελαιώνας, ενεργός παραγωγός, συλλογική φυτοπροστασία και ποιοτικό προϊόν», κατέληξε.
ΝΙΚΟΣ ΤΡΑΝΤΑΣ

































































































