Συνέντευξη στο Νίκο Σγουρό
Είναι γεννημένη στην Αθήνα αλλά μένει στην Κρήτη την οποία και λατρεύει. Όπως ακριβώς λατρεύει και αγαπά τον κινηματογράφο, τη ζωή και όπως εκτιμά τα πράγματα και τις καταστάσεις που την γεμίζουν με έμπνευση ώστε να σκηνοθετεί και να δημιουργεί ταινίες, φιλμάκια, να παράγει τέχνη. Άνθρωπος θετικός από την πρώτη στιγμή, σεμνός, ανοικτός και που έχει «κάτι να σου πει», η Ζωή Σγουρού, η ταλαντούχα νέα σκηνοθέτιδα, με καταγωγή από την Κριτσά και μόνιμη κάτοικος Αγίου Νικολάου τον οποίο και υπεραγαπά, συστήθηκε δυναμικά στο κοινό του σινεμά με την ταινία μικρού μήκους «Γενάρης» που ήδη έχει συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Κανών, ενώ θα συμμετάσχει στο 11ο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης, στο 23ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» και στο Φεστιβάλ Μαρόκου, προβάλλοντας, εκπροσωπώντας και κάνοντας υπερήφανο τον τόπο μας. Η πολλά υποσχόμενη σκηνοθέτιδα μιλάει στην ΑΝΑΤΟΛΗ εξηγώντας πώς ξεκίνησε αυτό της το «ταξίδι», πώς μπολιάστηκε μέσα της η αγάπη για το σινεμά και πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε και παίζει στη δουλειά και στη ζωή της η αγάπη της για την Κρήτη και ο έρωτας για αυτό που κάνει και για τους δικούς της ανθρώπους που την περιβάλλουν.
ΑΝΑΤΟΛΗ: Ζωή, πώς ξεκίνησε για σένα όλο αυτό το ταξίδι, πώς… κόλλησες το «μικρόβιο» του σινεμά και της σκηνοθεσίας;
Ζωή Σγουρού: Το «μικρόβιο» της σκηνοθεσίας και του κινηματογράφου μου το πέρασε η μητέρα μου που έβλεπε πάρα πολλές ταινίες, οπότε από πολύ μικρή άρχισα να βλέπω ταινίες. 17 χρονών είδα την ταινία του Ντέιβιντ Λιντς «Χαμένη Λεωφόρος» και όταν τελείωσε αποφάσισα ότι δεν θα βλέπω μόνο, αλλά θέλω να κάνω και ταινίες. Έφυγα, πήγα στο Λονδίνο και αρχικά έκανα ιστορία κινηματογράφου, όμως επειδή ήταν πολύ θεωρητικό κατάλαβα ότι θέλω να πάω σε πιο πρακτικά πράγματα κι έτσι έφυγα και πήγα στην Αθήνα σε ένα Αμερικάνικο κολλέγιο, έκανα σκηνοθεσία και είχα δάσκαλο μου τον σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη ο οποίος και με έκανε βοηθό του. Μαζί του έκανα, ως βοηθός σκηνοθέτη, τρία σίριαλ, «Τα παιδιά της Νιόβης», τις «Μάγισσες της Σμύρνης» και την «Τυφλόμυγα». Μετά αποφάσισα να έρθω να περάσω έναν χειμώνα στην Κρήτη, το 2007. Τελικά έμεινα ένα χρόνο περνώντας καταπληκτικά και αποφασίζω να κάνω ένα διάλειμμα και να πάω στην Αμερική. Για μένα η Κρήτη ήταν σαν την προετοιμασία για να κάνω το επόμενο μεγάλο βήμα που ήταν το Λος Άντζελες όπου και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μου δόθηκαν απίστευτες ευκαιρίες. Εξαιτίας διαφόρων συγκυριών αποφάσισα να φύγω και να γυρίσω ξανά στην Κρήτη, αφού μόνο εδώ συνειδητοποίησα πως έχω υπάρξει πραγματικά ευτυχισμένη. Καταλυτικό ρόλο σε όλες τις αποφάσεις έχει παίξει ο σύντροφος μου, αφού ο έρωτας και η αγάπη παίζουν πάντα τεράστιο ρόλο.
Α: Ποια δουλειά αποτέλεσε για σένα το εφαλτήριο ώστε να προχωρήσεις;
Ζ.Σ.: Λίγους μήνες αφότου επέστρεψα με καλούν για το «Νησί» και ξεκινάω να δουλεύω με τον Θοδωρή Παπαδουλάκη και όλη την ομάδα σαν βοηθός σκηνοθέτη και έτσι έγινε η εγκατάσταση, ψυχική και καριέρας. Ήταν μια καταπληκτική δουλειά που διήρκεσε συνολικά 1,5 χρόνο με ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Το κάθε πράγμα που έχω κάνει έχει την ομορφιά του αλλά σαν μέγεθος δουλειάς το «Νησί» νομίζω ότι ήταν το σπουδαιότερο που είχα κάνει μέχρι τότε και έχει στην ψυχή όλων όσων δουλέψαμε εκεί μια ιδιαίτερη θέση. Επίσης όταν έκανα τις «Μάγισσες της Σμύρνης» ταξίδεψα πάρα πολύ, πήγα στην Καππαδοκία, στην Κωνσταντινούπολη και ήταν και αυτό κάτι πολύ ωραίο, κάθε δουλειά έχει την δική της ομορφιά, μικρή ή μεγάλη. Έχω κάνει επίσης δουλειές στα Χανιά, έχω συντονίσει ξένες παραγωγές στην Κρήτη, έχω σκηνοθετήσει για την ΕΘΟΑΝ – μια καταπληκτική εμπειρία για μένα, μου άρεσε πάρα πολύ και θέλω οπωσδήποτε να το ξανακάνω. Έχει κάποια κοινά στοιχεία αλλά εν γένει είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από το σινεμά και το ανακαλύπτεις μόνο όταν και εάν το κάνεις. Αν πρέπει να επιλέξω, αδιαμφισβήτητα θα προτιμήσω το σινεμά αλλά το θέατρο είναι κάτι υπέροχο.
Α: Η ιδέα να κάνεις μια ταινία «στριφογύριζε» καιρό στο μυαλό σου;
Ζ.Σ.: Αρχικά έφτιαξα μια δική μου εταιρία παραγωγής, την «Woodline Films», με την οποία κάνω διάφορα πράγματα. Πάντα ο πρώτος στόχος μου ήταν να κάνω μια ταινία. Ξεκίνησα με μια ιδέα πολύ ακριβή και γενικά το να κάνεις σινεμά είναι πολύ δύσκολο αφού πρέπει να έχεις λεφτά και ήταν λίγο αποθαρρυντικό το να ζητάς χρήματα και να μην παίρνεις. Ζήτησα λοιπόν από διάφορους δικούς μου ανθρώπους και φίλους να κατέβουν στην Κρήτη και να με βοηθήσουν για να κάνω μια ταινία και έτσι ο «Γενάρης» έγινε εδώ – με φίλους μου που όλοι δούλεψαν αφιλοκερδώς. Τα γυρίσματα, τον Μάρτιο του 2016, κράτησαν μια εβδομάδα και ήταν μια υπέροχη εμπειρία για όλους μας.
Α: Το όνομα «Γενάρης» πώς προέκυψε;
Ζ.Σ.: Μου είχε κάνει εντύπωση πως όταν άρχισα να ανεβαίνω στον Κρούστα μου άρεσε πολύ που όλοι είχαν παρατσούκλια. Όταν έγραφα το σενάριο μου (διαδικασία που κράτησε 6 μήνες) σκεφτόμουν να δημιουργήσω μια κοινωνία «δική μου», χωρίς αναφορές κάπου, και στην οποία οι άνθρωποι δεν ονοματίζονται με κανονικά ονόματα αλλά με παρατσούκλια. Το συγκεκριμένο παιδί που πρωταγωνιστεί τον φωνάζουν «Γενάρη» γιατί γεννήθηκε έναν πολύ δύσκολο Γενάρη, βαρύ χειμώνα.
Α: Πείτε μας την υπόθεση…
Ζ.Σ.: Ένα νεαρό αγόρι μεγαλώνει σε μια ιδιαίτερη κοινωνία που υπάρχει το έθιμο πως όταν οι άνδρες φτάνουν 16 χρονών πρέπει να αφήσουν τα μαλλιά τους να μακρύνουν δείχνοντας την διαθεσιμότητα τους στον έρωτα και συναντάμε τον πρωταγωνιστή, τον Γενάρη, στη φάση που γνωρίζει τον έρωτα για πρώτη φορά. Τον υποδύεται ο Αλέξανδρος Δούκας τον οποίο βρήκα την ώρα που έκανε σκέιτ στο δρόμο και μόλις τον είδα είπα «Θεέ μου, γι’ αυτόν γράφω», έπαθα σοκ και είπα ότι δεν μπορεί να το κάνει κάποιος άλλος. Μίλησα μαζί του και δέχτηκε, πήρα και την άδεια της μητέρας του και προχωρήσαμε – χωρίς τον Αλέξανδρο δεν θα μπορούσα να κάνω την ταινία και για μένα είναι η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της ταινίας. Εύχομαι ολόψυχα να ασχοληθεί με αυτό το πράγμα. Τον αγαπώ πάρα πολύ και τον ευχαριστώ πολύ όπως και όλο το συνεργείο και ηθοποιούς. Με βοήθησε πάρα πολύ και ο Ανδρέας Χατζημαρκάκης, ένα ταλαντούχο παιδί που από το «Νησί» όπου είχε πρωτοεμφανιστεί έκανε πολλά πράγματα και έχει εξελιχθεί πολύ.
Α: Το ταξίδι της ταινίας ποιο είναι έως τώρα και ποιο θα είναι στη συνέχεια; Εμείς πότε θα τη δούμε;
Ζ.Σ.: Προβολή του «Γενάρη» θα κάνουμε στον Άγιο Νικόλαο όταν τελειώσει το Φεστιβαλικό ταξίδι του. Γενικώς, είναι δύσκολη διαδικασία να μπεις στα μεγάλα Φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ των Κανών συμμετείχαμε σε εκτός συναγωνισμού κομμάτι, ενώ στο Διεθνές Φεστιβάλ στο Μαρόκο και στις «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα θα διαγωνιστεί, ενώ περιμένω απαντήσεις και από άλλα Φεστιβάλ. Θα παρουσιαστεί επίσης στα πλαίσια ενός ελληνικού φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη χωρίς διαγωνιστικό χαρακτήρα, όπου όμως το σημαντικό είναι πως θα παρουσιαστούν οι καλύτερες ελληνικές ταινίες μεγάλου μήκους σε πολλές αίθουσες στη Νέα Υόρκη ενώ θα παιχθούν και μικρού μήκους ταινίες, κάτι που μεγαλώνει το κοινό σου. Είναι μια ενδιαφέρουσα διαδικασία που περιμένουμε να δούμε πώς θα πάει.
Α: Πως νιώθεις όταν κάνεις σινεμά; Όταν έκανες και όταν ολοκλήρωσες τον «Γενάρη» πώς ήσουν;
Ζ.Σ.: Αυτό που σε οδηγεί να κάνεις κάτι είναι η ανάγκη έκφρασης. Όταν σκηνοθετώ νιώθω ικανοποίηση, ότι το ένστικτο μου λειτουργεί. Όταν έκανα τα γυρίσματα ήμουν ευτυχισμένη. Είναι κάτι που μου αρέσει και ποτέ δεν με κουράζει και είναι ευλογία να κάνεις αυτό που σου αρέσει. Πιστεύω γενικά πως ένας σκηνοθέτης πρέπει από την αρχή να ξέρει τι δεν θέλει, το τι θέλεις το βρίσκεις και στην πορεία. Εγώ από την πρώτη μου αυτή προσπάθεια κέρδισα γνώση από αυτή τη δουλειά, ήταν για μένα ένα «πανεπιστήμιο» το post production – το μοντάζ που έκανα μαζί με τον στενό μου συνεργάτη Λουκιανό Αρναουτάκη που με βοήθησε πολύ. Είμαι πολύ ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, αναγνωρίζω τα λάθη που έκανα και το εάν έμαθα από αυτά θα καταλάβουμε στην επόμενη δουλειά μου. Επειδή είναι η πρώτη μου ταινία, θα καταλάβουμε το στυλ και τις «εμμονές» μου όταν δούμε την δεύτερη.
Α: Οι επιρροές σου ποιες είναι; Ποιους ξεχωρίζεις από το «νέο αίμα»;
Ζ.Σ.: Έχω πολλές επιρροές και μ’ αρέσουν πολλά διαφορετικά πράγματα. Ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης είναι ο Ντέιβιντ Λιντς κι εξαιτίας του ασχολήθηκα με το σινεμά και έφθασα στην άλλη άκρη της γης. Ξεχωρίζω από Έλληνες τον Ν. Κούνδουρο, ένα μεγάλο κεφάλαιο του ελληνικού σινεμά. Από νέους ο Γ. Λάνθιμος είναι πολύ σπουδαίος και το αποδεικνύει η πορεία του. Υπάρχουν επίσης πολλές νέες γυναίκες που κάνουν σινεμά και επιτέλους δίνεται χώρος και στη γυναικεία παρουσία στον χώρο.
Α: Πόσο εύκολο είναι να κάνεις ταινίες στην Ελλάδα;
Ζ.Σ.: Η χώρα μας δεν προσφέρει τις συνθήκες για να κάνεις σινεμά. Τα ποσά που δίνονται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου είναι μικρά και αυτό περιορίζει και τους σκηνοθέτες. Σίγουρα θα πήγαινα έξω για να κάνω μια δουλειά. Το θετικό είναι ότι υπάρχει συνεργασία με τις χώρες της Ευρώπης, υπάρχουν κονδύλια από ξένες χώρες, εάν έχεις το «μαμούνι» να κάνεις σινεμά, πράγμα δύσκολο και ακριβό.
Α: Τώρα σε ποια φάση σε βρίσκουμε;
Ζ.Σ.: Αυτή τη στιγμή κάνω σημειώσεις και σκέφτομαι το σενάριο της επόμενης ταινίας μου που θέλω να γυρίσω στην Κύπρο. Στο μυαλό μου έχω φτιάξει ένα χάρτη ενός δικού μου κόσμου – στον «Γενάρη» ήμουν σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του και τώρα θα πάω σε ένα άλλο, πιο βουνίσιο, με τις ίδιες «αφετηρίες». Τώρα που την γράφω αντιλαμβάνομαι ποια είναι τα θέματα που μ’ ενδιαφέρουν. Πάλι ασχολούμαι με την οικογένεια και με μια κλειστή κοινωνία, πάλι θέλω να έχω μαζεμένες και με πολύ κόσμο σκηνές. Τώρα με την κόρη μου είναι πιο σημαντικό το πώς θα κάνω ταινίες. Τώρα υπάρχει κι αυτή κι αισθάνομαι ότι πρέπει να αφήσω κάτι γι’ αυτήν ώστε να βλέπει τις ταινίες μου και να αισθάνεται καλά με αυτό που βλέπει. Η ύπαρξή της μου δίνει δύναμη και μας φαντάζομαι να είναι πάντα μαζί μου στο γύρισμα, να της λέω τις ιδέες μου, να βλέπουμε μαζί ταινίες, να μαθαίνει κοντά μου σινεμά, με εξιτάρει αφάνταστα αυτό.


































































































