Για την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου διακόπηκε πριν ουσιαστικά αρχίσει, η εκδίκαση της υπόθεσης του θανάτου της 4χρονης Μελίνας Παρασκάκη από τη Νεάπολη. Η δίκη διεκόπη γιατί η πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου δήλωσε αποχή λόγω κωλύματος. Αποχή δήλωσε και η αναπληρωματική Πρόεδρος και με πράξη προέδρου ορίστηκε άλλος πρόεδρος στην σύνθεση της έδρας.
Θυμίζουμε ότι η 4χρονη είχε αφήσει την τελευταία της πνοή τον Δεκέμβριο του 2015 μετά από χειρουργική επέμβαση ρουτίνας για «κρεατάκια», στην οποία είχε υποβληθεί στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου.
Υπενθυμίζεται ότι η εκδίκαση της υπόθεσης είχε πάρει στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου αναβολή, όπως ζητήθηκε από την υπεράσπιση της κατηγορουμένης αναισθησιολόγου, με το αιτιολογικό ότι είχε υποστεί ισχιοσφυαλγία με σοβαρές επιπτώσεις και νοσηλεύεται.
Η γιατρός κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια, καθώς της αποδίδονται ευθύνες στο στάδιο της μετεγχειρητικής διαχείρισης της διαδικασίας αφύπνισης του 4χρονου κοριτσιού. Ειδικότερα της καταλογίζεται ότι δεν τήρησε αυστηρά το ισχύον πρωτόκολλο ως προς την αντιμετώπιση της σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης που παρουσίασε το κοριτσάκι με επιμένοντα βρογχόσπασμο, υπόταση και βραδυκαρδία.
Μιλώντας στην ΑΝΑΤΟΛΗ λίγες ώρες πριν από τη δίκη, ο πατέρας του κοριτσιού Μανόλης Παρασκάκης δηλώνει πως «περιμένω δικαίωση για το παιδί μου», τονίζοντας πως έχει εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη. Ευχαριστεί παράλληλα τον κόσμο από την περιοχή της Νεάπολης για το ενδιαφέρον που έχει δείξει για να δώσει αύριο το «παρών» στο δικαστήριο. «Αυτό θα είναι ένα μνημόσυνο για τη Μελίνα», είπε.
Εξ άλλου ο συνήγορος πολιτικής αγωγής της οικογένειας Παρασκάκη Γιώργος Κοκοσάλης μιλώντας στην ΑΝΑΤΟΛΗ ανέφερε πως «εδραία πεποίθησή μας είναι ότι η Δικαιοσύνη θα εγκύψει πάνω στο σύνθετο αυτό ζήτημα. Έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη ότι θα πράξει το καθήκον της και θα επέλθει έτσι η δικαίωση της οικογένειας και δι’ αυτής και η μνήμη της αείμνηστης Μελίνας θα δικαιωθεί».
Όπως είπε, «έχουμε να κάνουμε με μια χονδροειδέστατη περίπτωση ιατρικής αμέλειας, η οποία καταδεικνύεται και από το σύνολο των 5 ή 6 αντιφατικών παρασάγγας μεταξύ τους καταθέσεων, που έχει δώσει η κατηγορούμενη, σε συνδυασμό και με τα ιατρικά έγγραφα, τα οποία η ίδια συνέταξε και χορήγησε, που και αυτά βρίθουν αντιφάσεων. Θεωρούμε ότι ούτε η ίδια γνωρίζει ακόμη και σήμερα τί πραγματικά έκανε εκείνη την ημέρα στο χειρουργείο, και θεωρούμε ότι η καταδίκη της είναι μονόδρομος από το δικαστήριο, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει σχηματιστεί από τη δικογραφία». «Χαρακτηριστικό», προσθέτει, «είναι και ότι το Σώμα Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας έχει καταγνώσει στο πρώτο πόρισμα της κ. Ματσώτα πειθαρχικά βαρεία ιατρική αμέλεια, ενώ στο δεύτερο πόρισμα που “στρογγυλεύει” κάπως τα πράγματα, εδραία πεποίθηση της οικογένειας της Μελίνας είναι ότι η συγκεκριμένη που εξέδωσε το πόρισμα, η κ. Παπαϊωάννου, Διευθύντρια της Αναισθησιολογικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ, θα έπρεπε να απέχει από τη συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη, δοθέντος ότι η ίδια έχει δώσει ένορκη κατάθεση στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας για την κλοπή της πεθιδίνης (την οποία ΕΔΕ διενήργησε ο μέχρι πρότινος Διευθυντής Ψυχιατρικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ κ. Βγόντζας), στην οποία και έχει δώσει ένορκη βεβαίωση και εκφράζεται και διθυραμβικά λόγια υπέρ της κατηγορουμένης, με την οποία είχαν χρόνια συνεργασία και οικειότητα. Το δεύτερο λοιπόν πόρισμα, εκτός από προβληματικό και αντίθετο παρασάγγας τόσο με τις παραδοχές του Σώματος Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας όσο και με την ΕΔΕ της κ. Ματσώτα, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες και ερωτηματικά στην οικογένεια, ενώ υπάρχει και σοβαρός ηθικός και μάλλον και νομικός για εμάς λόγος, που έπρεπε να οδηγήσουν στην αποχή της κ. Παπαϊωάννου από την έκδοση οποιουδήποτε πορίσματος ΕΔΕ, με δεδομένο ότι ήταν προϊσταμένη της επί σειρά ετών στο ΠΑΓΝΗ, αφού η κατηγορούμενη επί πολλά έτη ήταν και νοσηλεύτρια στην Αναισθησιολογική κλινική του ΠΑΓΝΗ».



































































































