Είναι 12:30 το μεσημέρι της 24ης Απριλίου 2019. Ο επιχειρηματίας Γ. Κ. σηκώνει το τηλέφωνο που κτυπά επίμονα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούει ένα άνδρα να του λέει πως είναι «ο υποδιευθυντής σε υποκατάστημα μεγάλης τράπεζας». Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα γνωστό και ευυπόληπτο πρόσωπο στην κοινωνία του Αγίου Νικολάου. Με χαρά λοιπόν ο επιχειρηματίας ακούει τον «υποδιευθυντή της τράπεζας» να τον ενημερώνει ότι έχει εγκριθεί το δάνειο που είχε ζητήσει η σύζυγός του στο παρελθόν, στο πλαίσιο αναζήτησης στήριξης των αναγκών της μικρής τουριστικής επιχείρησης που διατηρούσε το ζευγάρι.
Το «κορυφαίο στέλεχος της τράπεζας» βεβαιώνει τον συνομιλητή του ότι τον αναζητά το τελευταίο δίμηνο για να μην χάσει την ευκαιρία του δανείου, το οποίο ανέρχεται στο ύψος των 60.000 ευρώ, αλλά δεν έχει καταφέρει να επικοινωνήσει μαζί του. Ο άνδρας προβληματισμένος αναφέρει στον «τραπεζικό» πως η σύζυγος του δεν είναι πλέον στη ζωή, τώρα κι ένα έτος και συνεπώς δεν μπορεί να πάρει το δάνειο που είχε ζητήσει. «Μην ανησυχείτε, θα μεριμνήσω ώστε να μην χαθεί το δάνειο και η ευκαιρία να πάρετε αυτά τα χρήματα εσείς και να κάνετε αυτά που σχεδιάζατε», τόνισε ο «τραπεζικός», εξηγώντας πως ο ίδιος θα φρόντιζε ώστε ν’ αλλάξει το όνομα του δικαιούχου και να δοθεί το δάνειο.
Γνωρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις και με δεδομένη την αξιοπιστία του τραπεζικού, ο επιχειρηματίας θεώρησε πως πρόκειται για μια θετική κίνηση από την πλευρά του τραπεζικού που θα τον βοηθούσε να πάρει μια επιχειρηματική ανάσα. Ήταν αναγκαία λόγω υποχρεώσεων που υπήρχαν. Ακολούθησε λοιπόν τις οδηγίες του «υποδιευθυντή» του καταστήματος της τράπεζας. Ο επιχειρηματίας έπρεπε να πάει να καταθέσει ένα ποσό στην τράπεζα που θα χορηγούσε το δάνειο. Συγκεκριμένα, το ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας που ανερχόταν σε 12.200 ευρώ.
Προφανώς, στο τηλέφωνο δεν ήταν ο υποδιευθυντής του τραπεζικού καταστήματος από τον Άγιο Νικόλαο. Άλλα ένας επιτήδειος, όπως εκείνους που κατέγραψε το ρεπορτάζ μας, ν’ αναζητούν θύματα και πάλι στην περιοχή του Λασιθίου…
«Πείστηκα λοιπόν και πήγα στην τράπεζα, κατέθεσα το ποσό για τον ΦΠΑ στον λογαριασμό. Είχαμε πλήρη στοιχεία του αποδέκτη με όνομα, διεύθυνση κ.α. που υπάρχουν», λέει στην «Α» ο επιχειρηματίας.
Στη συνέχεια, ακολουθώντας τις οδηγίες, πήγε σε μια δεύτερη τράπεζα, όπου θα τον περίμενε ο «υποδιευθυντής» του καταστήματος της πρώτης, εκεί όπου κατέθεσε τα χρήματα του ΦΠΑ. Η επιλογή αυτή, όπως του είχε εξηγήσει στο τηλέφωνο ο δήθεν υποδιευθυντής, γινόταν γιατί είχε αναγκαστεί να αλλάξει το όνομα του αποδέκτη του δανείου και δεν ήθελε να δοθεί στόχος.
Ο επιχειρηματίας αφού κατέθεσε τα χρήματα στην πρώτη τράπεζα, πήγε στη δεύτερη για να συναντήσει τον «υποδιευθυντή» της πρώτης που θα τον περίμενε για να του παραδώσει τα χρήματα του δανείου. Εκεί όμως τον περίμενε μια έκπληξη, αφού ο διευθυντής της δεύτερης τράπεζας του εξηγούσε πως ούτε είδε τον υποδιευθυντή της πρώτης, ούτε είχε μιλήσει μαζί του για κάποιο αντίστοιχο θέμα!
«Έτρεξα πίσω στην πρώτη τράπεζα γιατί κατάλαβα πως ήταν απάτη και ζήτησα να μπλοκάρουν τον λογαριασμό. Μου είπαν πως δεν μπορούσαν να το κάνουν γιατί είχε γίνει η πράξη και στη συνέχεια όπως καταλάβαμε πρόλαβε ο δράστης που βρισκόταν στην Αθήνα και σε αντίστοιχο κατάστημα της τράπεζας και πήρε τα 5.000 ευρώ. Τα υπόλοιπα 7.200 τα μπλόκαρε ο Διευθυντής του καταστήματος του Αγίου Νικολάου», εξηγεί ο επιχειρηματίας…
Από τότε έχει μπει σε μια μεγάλη ταλαιπωρία, διότι κανένας δεν του δίνει πίσω τα χρήματα αυτά. Επίσης, έχει μπλοκαριστεί και το ποσό των 7.200 ευρώ, έχει γίνει μήνυση στην Αστυνομία, αλλά η τράπεζα από την πλευρά της δεν αποδίδει τα χρήματα.
Το ζήτημα είναι σοβαρό, διότι αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση όπως αυτές που παρουσίασε πρόσφατα η «Α». Αποδεικνύεται πως υπάρχει εξαπάτηση και με ευθύνες ενδεχομένως της τράπεζας. Πώς βρέθηκαν τα προσωπικά δεδομένα του επιχειρηματία στον επιτήδειο; Πώς ήξερε πρόσωπα και καταστάσεις στο κατάστημα της τράπεζας;
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ



































































































