Το ελαιόλαδο, ως γνωστόν, συνδέεται με την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου. Ταυτόχρονα είναι το χαρακτηριστικό προϊόν που αποτελεί την ταυτότητά του. Στην κατεύθυνση αυτή το Επιμελητήριο Λασιθίου, προχώρησε σε μία νέα πιλοτική δράση στο Λασίθι με τίτλο «Restaurant + Olive Oil» με στόχο την ανάδειξη του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου του νομού και την άμεση σύνδεση του με την εμπειρία φιλοξενίας των επισκεπτών.
Η περίοδος εφαρμογής της δράσης ήταν από τις 7 έως 30 Σεπτεμβρίου. Προηγήθηκε ανοικτό κάλεσμα από το Επιμελητήριο στην εστίαση, προκειμένου να συμμετέχει στην προώθηση του εμφιαλωμένου ελαιολάδου, προσφέροντας ουσιαστικά -τα καταστήματα που επιθυμούσαν να πάρουν μέρος στην πιλοτική δράση- λίγο ελαιόλαδο στον πελάτη με το κουβέρ και τοποθετώντας μία μικρή κάρτα με ένα σχετικό κείμενο, ώστε ο πελάτης να ενημερώνεται ότι το συγκεκριμένο ελαιόλαδο έχει παραχθεί στην περιοχή. Οι επισκέπτες λοιπόν του Λασιθίου είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν και να γευτούν το πολύτιμο για την υγεία προϊόν και σήμα- κατατεθέν του τόπου, το ελαιόλαδο, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και των ντόπιων παραγωγών.
Η πιλοτική δράση ολοκληρώθηκε και έχουν ενδιαφέρον και αξία τα αποτελέσματά της, στα οποία αναφέρθηκε με η Αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Λασιθίου κ. Νατάσα Πλακάκη.
Τι έδειξε λοιπόν η πρώτη εφαρμογή του «Restaurant + OliveOil» στο Λασίθι; «Το ελαιόλαδο βρίσκεται σχεδόν σε κάθε πιάτο της κρητικής κουζίνας. Κι όμως, πολύ συχνά ο άνθρωπος που κάθεται στο τραπέζι ενός εστιατορίου δεν γνωρίζει καν το ελαιόλαδο, από πού προέρχεται, ποιος το παράγει ή ακόμη και ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό προϊόν του τόπου που επισκέπτεται. Αυτή ακριβώς την αντίφαση θελήσαμε να εξετάσουμε μέσα από την πιλοτική δράση Restaurant + Olive Oil του Επιμελητηρίου Λασιθίου.
Η ιδέα ήταν απλή, να βγάλουμε το ελαιόλαδο από την ανωνυμία και να το βάλουμε στο τραπέζι. Να το βάλουμε στο τραπέζι ως κομμάτι της γαστρονομικής εμπειρίας του Λασιθίου.
Στην πρώτη πιλοτική εφαρμογή συμμετείχαν έξι εστιατόρια, από διάφορες περιοχές του νομού, την Σητεία, τον Άγιο Νικόλαο, το Κουτσουνάρι, το Μόχλος, τον Ξερόκαμπο, την Αγιά Φωτιά Σητείας. Τα αποτελέσματα δεν πρέπει να υπερεκτιμηθούν, πρόκειται άλλωστε για ένα πρώτο, μικρό δείγμα, όμως είναι αρκετά ενδιαφέροντα ώστε να μας δείξουν ότι αξίζει να συνεχίσουμε.
Στα εστιατόρια, για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμάται ότι η δράση έφτασε σε περίπου 2.850 τραπέζια και 8.600 πελάτες. Σε πέντε από τις έξι επιχειρήσεις η ανταπόκριση χαρακτηρίστηκε πολύ μεγάλη. Οι επισκέπτες ρωτούσαν. Ήθελαν να μάθουν ποιο είναι το ελαιόλαδο, από πού προέρχεται, ποια είναι η ποικιλία του. Ενδιαφέρονταν για το πώς συνδυάζεται με το φαγητό τους.
Καταγράφηκαν αρκετές πωλήσεις φιαλών, παρ’ ότι η πώληση δεν είχε οργανωθεί με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα εστιατόρια. Σε κάποιες επιχειρήσεις δεν γίνονταν καθόλου πωλήσεις, ενώ αλλού ο ενδιαφερόμενος παραπεμπόταν στα καταστήματα της περιοχής».
Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από τον ίδιο τον αριθμό, γιατί μας δείχνει μια πιθανή διαδρομή: Δοκιμάζω → ενδιαφέρομαι → ρωτάω → αγοράζω. Δεν αρκεί όμως να βάλουμε ένα μπουκάλι στο τραπέζι. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που πήραμε.
Η εμπειρία των έξι εστιατορίων έδειξε ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να προσφέρεις απλώς λίγο ελαιόλαδο και στο να δημιουργείς γύρω από αυτό μια μικρή εμπειρία. Όταν ο πελάτης βλέπει τη φιάλη, γνωρίζει τι δοκιμάζει, έχει μια μικρή κάρτα που του εξηγεί την προέλευση του προϊόντος και αντιλαμβάνεται ότι αυτό που βρίσκεται μπροστά του αποτελεί μέρος του τόπου που επισκέπτεται, τότε το ενδιαφέρον αλλάζει.
Μάλιστα, σε ένα από τα εστιατόρια σχεδόν όλοι οι πελάτες κρατούσαν την κάρτα καλωσορίσματος ως αναμνηστικό (κάρτα που καλωσορίζει τον πελάτη στο εστιατόριο και εξηγεί ότι αυτό που δοκιμάζει είναι ελαιόλαδο που παράγεται στην περιοχή και ότι το ελαιόλαδο αποτελεί μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς).
Σε ένα άλλο δημιουργήθηκε ένα μικρό olive oil tasting corner, όπου οι πελάτες μπορούσαν να δοκιμάσουν διαφορετικά ελαιόλαδα και να επιλέξουν ποιο ήθελαν να χρησιμοποιήσουν στην σαλάτα τους.
Και κάπου εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή προωθητική ενέργεια. Αρχίζει να δημιουργείται εμπειρία ελαιολάδου».
Οι ντόπιοι
Για τον τρόπο που εξέλαβαν και οι ντόπιοι την ενέργεια αυτή επεσήμανε: «Η πιλοτική εφαρμογή μάς έδωσε και ένα ακόμη μάθημα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Υπήρξαν ντόπιοι πελάτες που εξέφρασαν δυσαρέσκεια επειδή δεν συμμετείχαν στην συγκεκριμένη εμπειρία διότι προσφερόταν περισσότερο στους ξένους επισκέπτες. Ίσως με τη λογική ότι οι ντόπιοι ξέρουν από ελαιόλαδο. Αυτό είναι λάθος. Το ελαιόλαδο δεν πρέπει να παρουσιάζεται μόνο στον τουρίστα. Πρέπει πρώτα από όλα να αποκτήσει αξία στα δικά μας μάτια. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι όσοι ντόπιοι συμμετείχαν κανονικά στη δοκιμή, τη χαρακτήρισαν εξαιρετική πρωτοβουλία και, κυρίως, ένδειξη σεβασμού προς τους παραγωγούς και στο τοπικό προϊόν».
Τα οφέλη
Τι μπορεί όμως να κερδίσει το εστιατόριο; «Η ανάδειξη του ελαιολάδου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια υποχρέωση απέναντι στον τόπο και τον παραγωγό. Μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για το ίδιο το εστιατόριο. Ο,τιδήποτε κάνουμε και συνδέεται με την αυθεντικότητα, αυτομάτως δημιουργούμε μια μικρή εμπειρία. Από το πολύ απλό: το ελαιόλαδο που μόλις σας σερβίραμε είναι ελαιόλαδο που παράγεται στην περιοχή μας μέχρι που, ενδεχομένως, να υπάρχει κάποιος σερβιτόρος εκπαιδευμένος που να μπορεί να εξηγήσει στον επισκέπτη λίγα πράγματα παραπάνω, αν αυτά ζητηθούν, ή ακόμα και ποιο ελαιόλαδο χρησιμοποιεί. Να του προτείνει διαφορετικό ελαιόλαδο ανάλογα με το πιάτο και να του δώσει τη δυνατότητα να αγοράσει αυτό που μόλις δοκίμασε. Και ο σύγχρονος ταξιδιώτης αναζητά ακριβώς αυτό: κάτι που δεν θα μπορούσε να ζήσει με τον ίδιο τρόπο οπουδήποτε αλλού!», υπογράμμισε η κ. Πλακάκη.
Βελτιώσεις
«Η επόμενη ημέρα έπειτα από την πρώτη εφαρμογή», συνέχισε, έδειξε επίσης τι αλλαγές μπορούν να γίνουν. Χρειαζόμαστε καλύτερη εκπαίδευση του προσωπικού, κάρτες σε περισσότερες γλώσσες, μεγαλύτερη προβολή των συμμετεχόντων εστιατορίων και έναν πολύ απλό τρόπο ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να βρει και να αγοράσει το προϊόν που δοκίμασε. Ένα QR code στα εστιατόρια, στα ξενοδοχεία και σε πολυσύχναστα σημεία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να οδηγεί σε μια κοινή ψηφιακή σελίδα για το ελαιόλαδο του Λασιθίου, τους παραγωγούς, τα σημεία γευσιγνωσίας και τα σημεία πώλησης. Θα μπορούσαμε επίσης να προχωρήσουμε σε Olive Oil Experience Evenings, μικρές οργανωμένες γευσιγνωσίες και, ακόμη πιο ενδιαφέρον, σε food pairing: διαφορετικό ελαιόλαδο για διαφορετικό πιάτο.
Ίσως η δράση να έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία εάν επικεντρωθεί στη χαμηλή και μέση τουριστική περίοδο. Εκεί όπου ο τόπος χρειάζεται περισσότερους λόγους για να παρατείνει την τουριστική του δραστηριότητα, επίσης υπάρχει περισσότερος χρόνος για πραγματική επαφή με τον επισκέπτη, χωρίς την πίεση που δημιουργεί η υψηλή σεζόν. Από μία φιάλη ελαιολάδου, σε μια ταυτότητα. Το Λασίθι παράγει εξαιρετικό ελαιόλαδο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί. Χρειάζεται να μάθουμε να το δείχνουμε, να το εξηγούμε, να το σερβίρουμε και να το συνδέουμε με την εμπειρία του τόπου».
Απολογισμός
|Το Restaurant + Olive Oil ξεκίνησε ως ένα μικρό πιλοτικό πείραμα σε έξι εστιατόρια. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι μπορεί να γίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όχι απλώς μια καμπάνια για να πουλήσουμε περισσότερες φιάλες. Αλλά ένας τρόπος να συνδέσουμε πραγματικά τον παραγωγό με το εστιατόριο, το εστιατόριο με τον επισκέπτη και τελικά το ελαιόλαδο με την ίδια την γαστρονομική ταυτότητα του Λασιθίου. Γιατί τελικά, κάθε τραπέζι ενός εστιατορίου μπορεί να γίνει ένας πρεσβευτής του τόπου μας», κατέληξε.
Η κ. Πλακάκη ευχαριστεί τα εστιατόρια του νομού που με προθυμία συμμετείχαν σ’ αυτή τη δράση. Ο λόγος για τα: Pelagos seaside restaurant Κουτσουνάρι, Liviko View Ξερόκαμπος Σητείας, Ταβέρνα Τα Κοχύλια Μόχλος, Οινωδείο Σητεία, Καρνάγιο Άγιος Νικόλαος και Διόνυσος Αγιά Φωτιά Σητείας.
ΜΑΡΙΖΑ ΨΑΡΑΚΗ































































































