Του Μιχαλη Μαυρικακη
Η συζήτηση γύρω από τη δόμηση στην Ελλάδα έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας για χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων, μηχανικούς, επενδυτές αλλά και για την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εκτός σχεδίου δόμηση και την οριοθέτηση των οικισμών, αποφάσεις που, ανεξάρτητα από τη νομική τους τεκμηρίωση, έχουν προκαλέσει τεράστιες ανατροπές σε ένα καθεστώς που ίσχυε και εφαρμοζόταν επί δεκαετίες.
Βρισκόμαστε ήδη στον τρίτο χρόνο από τις περίφημες αποφάσεις του ΣτΕ σχετικά με την απαίτηση προσώπου σε κοινόχρηστη οδό για γήπεδα άνω των τεσσάρων στρεμμάτων. Πρόκειται για μια ερμηνεία που ουσιαστικά ανατρέπει την πρακτική εφαρμογή του Π.Δ. του 1985 για την εκτός σχεδίου δόμηση, ενός διατάγματος που όχι μόνο εφαρμόστηκε επί σαράντα χρόνια, αλλά είχε ελεγχθεί και εγκριθεί από το ίδιο το ΣτΕ κατά τον χρόνο έκδοσής του.
Το αποτέλεσμα είναι πλέον γνωστό: χιλιάδες ακίνητα οδηγούνται σε απαξίωση, ενώ οι πολίτες αδυνατούν να γνωρίζουν με βεβαιότητα τι επιτρέπεται και τι όχι. Η ανασφάλεια δικαίου έχει μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της χωροταξικής πολιτικής της χώρας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση προβάλλει ως λύση την καταγραφή των κοινόχρηστων οδών. Όμως ακόμη και αυτή η διαδικασία εξελίσσεται με καθυστέρηση, χωρίς να διαφαίνεται ότι θα αντιμετωπίσει ουσιαστικά το πρόβλημα, ιδιαίτερα λόγω της προχειρότητας που φημολογείται ότι τη συνοδεύει. Και αυτό γιατί η καταγραφή των δρόμων δεν αποτελεί πανάκεια. Η μεγάλη πλειονότητα των γηπέδων άνω των τεσσάρων στρεμμάτων είτε δεν διαθέτει πρόσωπο σε αναγνωρισμένη κοινόχρηστη οδό είτε εξυπηρετείται από δρόμους μεταγενέστερους του 1977, χρονολογία που θεωρείται κρίσιμη για τον χαρακτηρισμό τους. Συνεπώς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, χιλιάδες ιδιοκτησίες κινδυνεύουν να παραμείνουν «όμηροι» μιας ασαφούς και περιοριστικής ερμηνείας.
Την ίδια στιγμή, το μέτωπο που έχει ανοίξει με τις αποφάσεις του ΣτΕ για την οριοθέτηση των οικισμών δείχνει να διευρύνεται συνεχώς. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να προχωρήσει σε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο οριζόντιας εφαρμογής μέσω του Π.Δ. της 11ης Απριλίου 2025, το οποίο, αντί να αποσαφηνίζει το τοπίο, φαίνεται να δημιουργεί ακόμη περισσότερα ερωτήματα, ενισχύοντας το αίσθημα ανασφάλειας σε ιδιοκτήτες και επαγγελματίες του χώρου.
Ακόμη και η εξαγγελθείσα νομοθετική ρύθμιση για τη «διάσωση» των ορίων οικισμών κάτω των 700 κατοίκων μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή διαχείριση παρά με ουσιαστική παρέμβαση. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και οι αναμενόμενες νομικές εμπλοκές δημιουργούν έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορέσει να λειτουργήσει στην πράξη.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι απουσιάζει μια συνολική και σταθερή στρατηγική για τον χωροταξικό σχεδιασμό της χώρας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται με αποσπασματικές παρεμβάσεις, διαρκείς δικαστικές ανατροπές και αιφνιδιασμούς που ακυρώνουν εμπεδωμένα δικαιώματα δεκαετιών. Ούτε μπορεί η ιδιοκτησία να τελεί υπό συνεχή αμφισβήτηση λόγω μεταβαλλόμενων ερμηνειών.
Για πολλοστή φορά, η αυτοδιοίκηση, τα περιφερειακά τμήματα του ΤΕΕ και πλήθος μηχανικών επισημαίνουν, μέσα από τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, τις σοβαρές κοινωνικές, οικονομικές και αναπτυξιακές συνέπειες αυτής της κατάστασης. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση δείχνει να αντιμετωπίζει το ζήτημα περισσότερο διαχειριστικά και λιγότερο πολιτικά και θεσμικά.
Η χώρα χρειάζεται καθαρούς κανόνες, ασφάλεια δικαίου και έναν ρεαλιστικό χωροταξικό σχεδιασμό που θα συνδυάζει την προστασία του περιβάλλοντος με τον σεβασμό της περιουσίας και της ανάπτυξης. Διαφορετικά, οι πολίτες θα συνεχίσουν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις «Συμπληγάδες» της διοικητικής αδράνειας και της δικαστικής αβεβαιότητας.
Υ.Γ. Η διαδικασία καταγραφής των οδών εκτός ορίων οικισμών και πόλεων θα πρέπει να ελεγχθεί από τους δήμους, οι οποίοι οφείλουν να προχωρήσουν σε δημόσια διαβούλευση επί των μελετών που θα παραδοθούν. Δεν είναι δυνατόν κρίσιμες αποφάσεις που επηρεάζουν ιδιοκτησίες, περιουσίες και την αναπτυξιακή προοπτική ολόκληρων περιοχών να εγκρίνονται «αμάσητες» από τον εκάστοτε ανάδοχο, χωρίς κοινωνικό και θεσμικό έλεγχο.
Μαυρικάκης Μιχάλης
Πολιτικός Μηχανικός
Πρ. Πρόεδρος Νομαρχιακής Επιτροπής Λασιθίου ΤΕΕ/ΤΑΚ







































































































