Η κοινωνία των απωλειών και οι δικαιωματιστές
Αγαπητές και αγαπητοί αναγνώστες, καλή εβδομάδα, με την ελπίδα να αποδειχθεί καλύτερη από αυτήν που έφυγε.
Ο πρωθυπουργός γράφει για τους ήρωες, οι πολιτικοί γράφουν επίσης για ήρωες, η αντιπολίτευση καταγγέλλει τις ευθύνες της κυβέρνησης, και τα Μέσα Ενημέρωσης κραυγάζουν για τα πάντα μέσα από τα τηλεοπτικά παράθυρα, μοιράζοντας τρανταχτούς τίτλους ανοησίας στο διαδίκτυο, όπου ισοπεδώνονται τα σημαντικά με τα ασήμαντα. Έχουμε μετατραπεί σε μια κοινωνία των εντυπώσεων και της εικόνας, η οποία μετρά διαρκώς απώλειες. Απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, απώλειες στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, απώλειες στην ποιότητα ζωής, απώλειες στην αλήθεια. Εν τέλει, απώλειες για την ίδια τη δημοκρατία και την κοινωνική μας συνοχή.
Είμαστε μια κοινωνία απωλειών που εφαρμόζουμε το βαρύ τριήμερο πένθος, με οργή, θυμό στα κοινωνικά δίκτυα, κατάρες, αφορισμούς και μεγαλοστομίες. Θρήνο και οδυρμό για όλους. Για τρεις ημέρες. Όλα κρατούν τρεις μέρες. Μόνο η ψυχασθένεια της κοινωνίας μένει μετά το τριήμερο να εναλλάσσει θέματα για κλάμα, θλίψη, οδυρμό. Μια κοινωνία ακίνητη, χωρίς αντίδραση. Ακούνητη και αμέτοχη στη ζωή. Αντιδρώσα μόνο μπροστά σε μια οθόνη!
Κι όμως αυτή η αυτάρεσκη συμπεριφορά θεωρείται και είναι στην πράξη κανονικότητα της σύγχρονης ελληνικής και κρητικής κοινωνίας. Μια συμπεριφορά έξω από κάθε πρότυπο ήθους και ιστορικής αναφοράς των Κρητών. Αλήθεια, αυτές είναι οι αρχές του κρητικού πολιτισμού; Αυτό το λέμε κοινωνική ευαισθησία, κοινωνική συμμετοχή, φιλότιμο, υπεύθυνη στάση πολιτών, εφαρμογή και τήρηση των αρχών και των αξιών της Κρήτης; Τα κροκοδείλια δάκρυα εκφράζουν την Κρήτη;
Μήπως είναι η ώρα να πούμε στον εαυτό μας και στους γύρω μας, με σαφήνεια και με ξεκάθαρο τρόπο πως είναι μέγιστη υποκρισία να θρηνούμε απώλειες, όταν δεν φροντίζουμε να δούμε τους εαυτούς μας ως πολίτες που έχουν τη δική τους ευθύνη και απλώς καταδικάζουμε και κρίνουμε εκ του ασφαλούς το ανύπαρκτο κράτος, τους ανίκανους φορείς και είμαστε οι δικαιωματιστές του καναπέ;
Η εικονική εξέγερση και η αναπαραγωγή της απάθειας
Η παραπάνω διαπίστωση δεν αποτελεί απλώς ένα ρητορικό σχήμα για να γεμίσει τις στήλες μιας εφημερίδας. Είναι η σκληρή, αδιαμεσολάβητη αλήθεια που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας μετά από κάθε εθνική, τοπική ή οικολογική τραγωδία. Ζούμε στην εποχή όπου η «αγανάκτηση» έχει μετατραπεί σε ένα εύπεπτο καταναλωτικό προϊόν. Ένα προϊόν που αναπαράγεται με ταχύτατους ρυθμούς από τον αλγόριθμο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της συμμετοχής.
Ο σύγχρονος πολίτης έχει πειστεί ότι το να γράψει ένα οργισμένο σχόλιο στο Facebook, να ανεβάσει μια μαύρη φωτογραφία στο Instagram ή να λοιδορήσει τον εκάστοτε υπουργό, ισοδυναμεί με πράξη αντίστασης. Δεν είναι αντίσταση. Είναι εκτόνωση. Και μάλιστα, μια εκτόνωση βαθιά συστημική, απολύτως ακίνδυνη για αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Όταν η οργή διοχετεύεται αποκλειστικά σε μια οθόνη, οι δρόμοι μένουν άδειοι, οι πλατείες σιωπηλές, τα δημοτικά συμβούλια απαλλαγμένα από το ενοχλητικό βλέμμα των δημοτών, και τα κέντρα λήψης αποφάσεων ανενόχλητα να συνεχίσουν το έργο τους.
Είναι βολικό να δείχνουμε με το δάχτυλο το «κράτος». Ναι, το κράτος είναι διαχρονικά παθολογικό, δυσκίνητο, συχνά ανάλγητο και αναποτελεσματικό. Η κεντρική πολιτική σκηνή, δεμένη στο άρμα του πελατειακού συστήματος και της ψηφοθηρίας, αδυνατεί να χαράξει στρατηγικές με ορίζοντα δεκαετιών, περιοριζόμενη στη διαχείριση της επόμενης κάλπης. Όμως, ποιος εκλέγει αυτό το κράτος; Ποιος συντηρεί τους «άρχοντες» στην εξουσία;
Το άλλοθι και η κρητική «Λεβεντιά»
Εδώ στην Κρήτη, συνηθίζουμε να υπερηφανευόμαστε για μια κληρονομιά που, μέρα με τη μέρα, φαντάζει όλο και πιο μακρινή. Μιλάμε για την κρητική περηφάνια, τον ανυπότακτο χαρακτήρα, την αλληλεγγύη της γειτονιάς και του χωριού. Όμως, όταν τα βουνά μας γεμίζουν με ανεμογεννήτριες χωρίς ουσιαστικό διάλογο και σεβασμό στο τοπίο και την φέρουσα ικανότητα, πόσοι πραγματικά αντιδρούν πέρα από τις κλειστές ομάδες του διαδικτύου; Όταν ο τουρισμός, η ατμομηχανή της τοπικής μας οικονομίας, μετατρέπεται σε ένα μοντέλο υπερανάπτυξης που εξαντλεί τους φυσικούς πόρους (το νερό μας, τις ακτές μας, τις υποδομές μας), πόσοι επαγγελματίες, πόσοι πολίτες κάθονται στο τραπέζι για να διεκδικήσουν ένα βιώσιμο μέλλον;
Έχουμε μετατραπεί σε παρατηρητές της ίδιας μας της ζωής. Ανεχόμαστε την υποβάθμιση της καθημερινότητάς μας αρκεί να μην θιγεί το μικρο-συμφέρον μας. Ο «ανυπότακτος» Κρητικός του σήμερα έχει μεταλλαχθεί σε έναν βολικό ψηφοφόρο και έναν παθητικό καταναλωτή, που θυμάται το ιστορικό του βάρος μόνο στις μαντινάδες, στα γλέντια και στις εθνικές επετείους. Η κοινωνική συμμετοχή αντικαταστάθηκε από την ατομική περιχαράκωση.
Η βιομηχανία του «Τριήμερου Πένθους»
Και επιστρέφουμε στο σημείο μηδέν. Στο πώς διαχειριζόμαστε τις κρίσεις. Η τακτική των τριών ημερών δεν είναι τυχαία. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να καταναλώσουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τον πόνο, να τον μετατρέψουν σε τηλεθέαση και «κλικ”. Όσοι έχουν ευθύνες περιμένουν απλώς να περάσει η μπόρα της οργής. Ξέρουν καλά τη δυναμική αυτής της κοινωνίας. Γνωρίζουν ότι η μνήμη του σύγχρονου Έλληνα λειτουργεί με όρους scrolling. Σέρνουμε το δάχτυλο στην οθόνη προς τα κάτω και το χθεσινό δράμα χάνεται, θαμμένο κάτω από μια νέα, ασήμαντη είδηση, ένα νέο σκάνδαλο, μια νέα ανούσια αντιπαράθεση.
Αυτό το άλλοθι της εφήμερης ευαισθησίας μας επιτρέπει να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια. Πείθουμε τους εαυτούς μας ότι «εμείς αντιδράσαμε», «τα είπαμε», «βρίσαμε τους υπεύθυνους». Όμως την τέταρτη μέρα, όλα είναι ακριβώς όπως την πρώτη. Καμία δομή δεν άλλαξε, κανένα μέτρο δεν ελήφθη, καμία νοοτροπία δεν μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό.
Το τέλος της υποκρισίας
Αν θέλουμε η χώρα, να βγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο της παρακμής και των διαρκών απωλειών, η λύση δεν βρίσκεται ούτε στα έδρανα της Βουλής, ούτε στα τηλεοπτικά πάνελ. Βρίσκεται μέσα μας.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία δεν είναι μια παθητική κατάσταση. Δεν είναι ένα δικαίωμα που κερδήθηκε άπαξ και λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο. Η δημοκρατία απαιτεί τριβή. Απαιτεί πολίτες που διαβάζουν, ενημερώνονται, αμφισβητούν με επιχειρήματα και δεν άγονται και φέρονται από τα τρολ του διαδικτύου. Πολίτες που σηκώνονται από τον καναπέ.
Το κράτος θα συνεχίσει να είναι «ανύπαρκτο» όσο του επιτρέπουμε να είναι. Οι φορείς θα συνεχίσουν να είναι «ανίκανοι» όσο διοικούνται με κριτήρια ψηφοθηρικά, με την ανοχή της δικής μας σιωπής και συμμετοχής. Δεν μπορούμε να απαιτούμε ποιότητα ζωής όταν η δική μας ποιότητα ως πολιτών εξαντλείται στη γκρίνια του καφενείου και του Facebook.
Είναι η ώρα να κοιταχτούμε στα μάτια και να παραδεχτούμε την αλήθεια. Δεν υπάρχουν σωτήρες, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχει μόνο η σκληρή δουλειά της αλλαγής νοοτροπίας. Ή θα γίνουμε οι πολίτες που αρμόζουν στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, τιμώντας πραγματικά τις αξίες του τόπου μας μέσω της ενεργού δράσης, ή θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στο δωμάτιό μας. Οι δικαιωματιστές του καναπέ, που θα περιμένουν απλώς την επόμενη τραγωδία για να φορέσουν το διαδικτυακό τους μαύρο περιβραχιόνιο.
Και αυτό, φίλες και φίλοι, δεν είναι επιβίωση. Είναι απλώς μια αργή, συλλογική αυτοκτονία, χωρισμένη σε δόσεις των τριών ημερών.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ


































































































