Τη βαθιά αντίφαση ανάμεσα στα συνεχή ρεκόρ του ελληνικού τουρισμού και στην πραγματική οικονομική κατάσταση που βιώνουν χιλιάδες επιχειρήσεις εστίασης φέρνουν στη Βουλή οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Ελένη Βατσινά, Βουλευτής Ηρακλείου και Τομεάρχης Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας, και Κατερίνα Σπυριδάκη, Βουλευτής Λασιθίου και Τομεάρχης Τουρισμού, με Ερώτηση που κατέθεσαν προς τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.
Με την κοινή κοινοβουλευτική τους πρωτοβουλία, οι δύο Βουλευτές αναδεικνύουν μια πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τους υψηλούς αριθμούς των τουριστικών αφίξεων: μείωση της πραγματικής κατανάλωσης, πτώση του κύκλου εργασιών, εκτίναξη του λειτουργικού κόστους και αυξανόμενη αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Η Ερώτηση στηρίζεται τόσο στα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ όσο και στις διαπιστώσεις και τα στοιχεία της ΠΟΕΣΕ, της ΓΣΕΒΕΕ και των επαγγελματικών φορέων της Κρήτης, καταγράφοντας μια εικόνα που απέχει σημαντικά από την κυβερνητική αφήγηση περί διαρκούς επιτυχίας του ελληνικού τουρισμού.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά: «Η ελληνική εστίαση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας. Δεν είναι απλώς ένας κλάδος παροχής υπηρεσιών, αλλά αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της απασχόλησης. Χιλιάδες μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι και ολόκληρες τοπικές οικονομίες εξαρτώνται από τη βιωσιμότητά του.»
Οι δύο Βουλευτές τονίζουν ότι η εστίαση αποτελεί έναν από τους βασικότερους κρίκους της τουριστικής αλυσίδας αξίας. Είναι το σημείο στο οποίο ο επισκέπτης συναντά τη γαστρονομία, την τοπική παραγωγή, τον πολιτισμό και την οικονομία κάθε προορισμού. Ταυτόχρονα, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εργοδότες στις τουριστικές και περιφερειακές περιοχές.
Ωστόσο, πίσω από τα ρεκόρ αφίξεων, διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα. «Πίσω από τους υψηλούς αριθμούς αφίξεων αναδεικνύεται μία διαφορετική πραγματικότητα: επιχειρήσεις με ολοένα και μικρότερο κύκλο εργασιών, δραματική μείωση της πραγματικής κατανάλωσης, συνεχώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος και έντονη αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.»
Αυξάνονται οι αφίξεις, μειώνεται η κατανάλωση
Η κεντρική αντίφαση που αναδεικνύουν η Ελένη Βατσινά και η Κατερίνα Σπυριδάκη είναι σαφής: το πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού δεν είναι πλέον μόνο πόσοι επισκέπτες έρχονται στη χώρα, αλλά πόσα χρήματα αφήνουν στην πραγματική οικονομία και πόσο από το τουριστικό εισόδημα φτάνει τελικά στις τοπικές επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παρατίθενται στην Ερώτηση είναι ενδεικτικά. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών της εστίασης παρουσίασε νέα μείωση κατά 1,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία ο επίσημος πληθωρισμός κινήθηκε περίπου στο 3%, γεγονός που σημαίνει ότι σε πραγματικούς όρους η υποχώρηση της κατανάλωσης είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Η εικόνα, μάλιστα, δεν είναι συγκυριακή. Σύμφωνα με την ΠΟΕΣΕ, όπως καταγράφεται στην Ερώτηση, ο κλάδος συμπληρώνει πλέον δεκαπέντε συνεχόμενους μήνες μείωσης του κύκλου εργασιών.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της ΓΣΕΒΕΕ που επικαλούνται οι Βουλευτές, τα λειτουργικά έξοδα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων έχουν φτάσει έως και το 37,5%, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια βιωσιμότητας των επιχειρήσεων.
Το κόστος ανεβαίνει από παντού
Στη μείωση της κατανάλωσης προστίθεται μια συσσωρευμένη πίεση στο κόστος λειτουργίας. Πρώτες ύλες, ενέργεια, μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις και πνευματικά δικαιώματα μουσικής δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο πολλές επιχειρήσεις καλούνται ουσιαστικά να λειτουργήσουν με ολοένα μικρότερα περιθώρια.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα τέλη χρήσης κοινόχρηστων χώρων, καθώς και στο σύνθετο και συχνά γραφειοκρατικό πλαίσιο αδειοδότησης και καθορισμού των σχετικών χρεώσεων.
Η Ερώτηση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα συνδέεται και με τη διαχρονική οικονομική ασφυξία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την ανάγκη επαρκούς χρηματοδότησής της από το κεντρικό κράτος. Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι η υποχρηματοδότηση των Δήμων δεν μπορεί να μετακυλίεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω διαρκώς αυξανόμενων επιβαρύνσεων.
Όπως τονίζεται: «Απαιτείται ένα σαφέστερο, διαφανέστερο και περισσότερο αναλογικό πλαίσιο, που θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις ανάγκες των Δήμων όσο και την πραγματική οικονομική δυνατότητα των επιχειρήσεων.»
Στο επίκεντρο και οι τουριστικές εμπορικές επιχειρήσεις
Οι δύο Βουλευτές διευρύνουν την παρέμβασή τους και στις εμπορικές τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν περίπου το 20% των συνολικών εμπορικών επιχειρήσεων και χαρακτηρίζονται από έντονη εποχικότητα.
Πρόκειται για επιχειρήσεις που, μέσα σε μόλις τέσσερις έως έξι μήνες πραγματικής δραστηριότητας, καλούνται να δημιουργήσουν τον κύκλο εργασιών που θα καλύψει τις υποχρεώσεις ολόκληρου του έτους.
Για τον λόγο αυτό, στην Ερώτηση τίθεται και η ανάγκη θεσμικής αναγνώρισης της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των τουριστικών εμπορικών επιχειρήσεων, ακόμη και μέσω ενός διακριτού χαρακτηρισμού ή ενδεικτικού ΚΑΔ, ώστε τα μέτρα στήριξης να μπορούν να σχεδιάζονται πάνω στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας τους.
Πάνω από 1 δισ. ευρώ οι εκτιμώμενες απώλειες της διετίας
Η κατάσταση αποτυπώνεται ακόμη πιο έντονα στις εκτιμήσεις των επαγγελματικών φορέων.
Σύμφωνα με την ΠΟΕΣΕ, όπως αναφέρεται στην Ερώτηση, οι συνολικές απώλειες για την εστίαση εκτιμάται ότι ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ μέσα στη διετία 2025-2026, ενώ η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι ο κλάδος λειτουργεί πλέον σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας.
Οι επαγγελματίες διαπιστώνουν ότι ακόμη και οι υψηλές πληρότητες των ξενοδοχειακών μονάδων δεν μεταφράζονται σε ανάλογη κατανάλωση εκτός των καταλυμάτων.
Οι επισκέπτες περιορίζουν τις εξόδους τους, μειώνουν τη μέση δαπάνη ανά επίσκεψη, στρέφονται σε οικονομικότερες επιλογές και πραγματοποιούν συχνότερα αγορές από σούπερ μάρκετ και καταστήματα λιανικής, ιδιαίτερα όταν διαμένουν σε καταλύματα με δυνατότητα παρασκευής γευμάτων. Αντίστοιχα, οι επισκέπτες κρουαζιέρας παραμένουν για περιορισμένο χρόνο στους προορισμούς, με μικρότερο οικονομικό αποτύπωμα στην τοπική αγορά.
Η ίδια πίεση καταγράφεται και στην εγχώρια ζήτηση, καθώς οι Έλληνες καταναλωτές, υπό το βάρος της ακρίβειας και της συρρίκνωσης της αγοραστικής τους δύναμης, περιορίζουν τις εξόδους και τη δαπάνη τους στην εστίαση.
Κρήτη: επισκέπτες στους δρόμους, αλλά τα ταμεία δεν γεμίζουν
Ιδιαίτερα εκτενής είναι η αναφορά στην Κρήτη, όπου τα στοιχεία και οι μαρτυρίες των επαγγελματιών αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την αντίφαση μεταξύ τουριστικής κίνησης και πραγματικής κατανάλωσης.
Στον Άγιο Νικόλαο, ο Σύλλογος Εστίασης και Διασκέδασης περιγράφει τη φετινή περίοδο ως μία από τις δυσκολότερες των τελευταίων ετών. Οι επιχειρήσεις έχουν απορροφήσει σημαντικό μέρος των αυξήσεων του κόστους χωρίς ανάλογες αυξήσεις στις τιμές, αλλά η κατανάλωση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Επιπλέον, αναδεικνύονται οι συνέπειες των εργασιών κατασκευής του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης, καθώς, σύμφωνα με τους επαγγελματίες, η επισκεψιμότητα από το Ηράκλειο έχει μειωθεί δραματικά και οι απώλειες σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν το 50% σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές.
Για τον λόγο αυτό τίθεται και ζήτημα λήψης συνοδευτικών μέτρων, ώστε η κατασκευή ενός τόσο σημαντικού αναπτυξιακού έργου να μην οδηγεί, κατά τη μεταβατική περίοδο, σε οικονομική εξουθένωση των επιχειρήσεων που βρίσκονται στις επηρεαζόμενες περιοχές.
Στην Ιεράπετρα, σύμφωνα με τα στοιχεία που μεταφέρονται από τον Πρόεδρο του Σωματείου Καφέ και Εστίασης, η πτώση του κύκλου εργασιών υπερβαίνει το 30%, με τους επαγγελματίες να αποδίδουν την εικόνα στη μειωμένη αγοραστική δύναμη, στην πτώση της κατανάλωσης των επισκεπτών, στην υποχώρηση του εσωτερικού τουρισμού και στις δυσκολίες μετακίνησης λόγω των έργων στον ΒΟΑΚ.
Στο Ηράκλειο, η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η δραστηριότητα στην εστίαση εμφανίζεται έως και 50% μειωμένη σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται στη Χερσόνησο και στα Μάλια, ιδιαίτερα στη νυχτερινή οικονομία.
Όπως συνοψίζεται στην Ερώτηση: «Οι εκπρόσωποι του εμπορίου και της εστίασης συγκλίνουν πλέον στην ίδια διαπίστωση: η Κρήτη είναι γεμάτη επισκέπτες, όμως τα ταμεία των επιχειρήσεων παραμένουν άδεια.»
Η επιτυχία του τουρισμού δεν μετριέται μόνο στις αφίξεις
Οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θέτουν στο επίκεντρο ένα ευρύτερο ζήτημα για το ίδιο το αναπτυξιακό μοντέλο του ελληνικού τουρισμού.
Η αύξηση των αφίξεων δεν αρκεί, εάν το οικονομικό αποτέλεσμα δεν διαχέεται στις τοπικές κοινωνίες, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους.
Η εστίαση αποτελεί βασικό κρίκο που συνδέει τον τουρισμό με τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, την τοπική παραγωγή, το εμπόριο, τις μεταφορές και την απασχόληση. Συνεπώς, κάθε απώλεια τζίρου στον συγκεκριμένο κλάδο δημιουργεί πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην οικονομία του προορισμού.
Όπως επισημαίνεται: «Η εικόνα αυτή αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η επιτυχία μιας τουριστικής περιόδου δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των αφίξεων, αλλά οφείλει να αξιολογείται και με βάση τη διάχυση του τουριστικού εισοδήματος στην πραγματική οικονομία.»
Η κυβερνητική δέσμευση για τον ΦΠΑ που δεν υλοποιήθηκε
Ιδιαίτερη πολιτική αιχμή της Ερώτησης αποτελεί η φορολογική πολιτική απέναντι στην εστίαση.
Οι Βουλευτές υπενθυμίζουν ότι πριν από τις εκλογές του 2019 η Νέα Δημοκρατία είχε αναγνωρίσει δημόσια πως η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση μπορεί να λειτουργήσει ως αναπτυξιακό εργαλείο και όχι ως δημοσιονομικό κόστος, ενώ στο κυβερνητικό της πρόγραμμα προβλεπόταν η σταδιακή μετάβαση σε δύο βασικούς συντελεστές ΦΠΑ.
Ωστόσο: «Η δέσμευση αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε. Αντίθετα, από το 2024 σημαντικό μέρος των υπηρεσιών εστίασης επανήλθε στον συντελεστή 24%, με αποτέλεσμα ο κλάδος να εξακολουθεί να λειτουργεί με φορολογικούς συντελεστές που θεσπίστηκαν ως έκτακτο μέτρο κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης.»
Οι Βουλευτές επισημαίνουν την αντίφαση μιας Κυβέρνησης που επικαλείται υπεραπόδοση της οικονομίας και δημιουργία δημοσιονομικού χώρου, ενώ η εστίαση εξακολουθεί να επιβαρύνεται με ιδιαίτερα υψηλούς φορολογικούς συντελεστές.
Οι τέσσερις προτάσεις της ΠΟΕΣΕ – Η Κυβέρνηση καλείται να τοποθετηθεί
Ξεχωριστό μέρος της κοινοβουλευτικής παρέμβασης αφορά την πρόσφατη επιστολή της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) προς τον Πρωθυπουργό.
Οι Βουλευτές καταγράφουν με σαφήνεια τις τέσσερις προτάσεις της Ομοσπονδίας, χωρίς να τις παρουσιάζουν ως κομματικές δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ, και ζητούν από την Κυβέρνηση να τοποθετηθεί συγκεκριμένα επί αυτών.
Η ΠΟΕΣΕ προτείνει:
- μόνιμο ενιαίο ΦΠΑ 13% σε όλα τα προϊόντα εστίασης πλην αλκοολούχων και πιλοτική εφαρμογή συντελεστή 6% για το πρώτο εξάμηνο του 2027,
- κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ,
- εξαίρεση από τον φόρο παρεπιδημούντων του κύκλου εργασιών από delivery, τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές παραγγελίες και ψηφιακές πλατφόρμες,
- κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών επί των προσαυξήσεων αποδοχών για Κυριακές, αργίες και νυχτερινή εργασία.
Όπως ξεκαθαρίζεται στην Ερώτηση: «Πρόκειται για συγκεκριμένες προτάσεις που έχουν τεθεί θεσμικά από έναν από τους βασικούς εκπροσώπους του κλάδου και επί των οποίων η Κυβέρνηση οφείλει να τοποθετηθεί με σαφήνεια.»
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι ποια από τα αιτήματα του κλάδου εξετάζει η Κυβέρνηση, ποια απορρίπτει και, κυρίως, ποιο είναι το δικό της συνολικό σχέδιο για τη βιωσιμότητα της ελληνικής εστίασης.
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση των δύο Βουλευτών καταλήγει σε ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τις αφίξεις. Όταν οι προορισμοί γεμίζουν αλλά οι επιχειρήσεις βλέπουν τον τζίρο τους να μειώνεται, όταν η πραγματική κατανάλωση υποχωρεί και όταν οι επαγγελματικοί φορείς προειδοποιούν για νέο κύμα λουκέτων, τότε απαιτείται αλλαγή προσανατολισμού.
Το ζητούμενο είναι ένας τουρισμός που δεν θα παράγει απλώς περισσότερες αφίξεις, αλλά περισσότερη αξία για τις τοπικές κοινωνίες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους. Γιατί χωρίς βιώσιμη εστίαση και ισχυρή μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε βιώσιμο ούτε πραγματικά ανταγωνιστικό ελληνικό τουριστικό προϊόν.
Με την Ερώτησή τους, οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ καλούν τους αρμόδιους Υπουργούς να απαντήσουν στα παρακάτω κρίσιμα ερωτήματα:
- Αναγνωρίζει η Κυβέρνηση ότι, παρά τη συνεχή αύξηση των τουριστικών αφίξεων, η πραγματική οικονομία και ειδικότερα ο κλάδος της εστίασης αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και τις διαπιστώσεις των επαγγελματικών φορέων; Ποια είναι η συνολική αποτίμηση της Κυβέρνησης για τη βιωσιμότητα του κλάδου;
- Προτίθεται να εκπονήσει και να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο στήριξης της ελληνικής εστίασης, με συγκεκριμένα μέτρα για τη μείωση του λειτουργικού κόστους, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων;
- Ποια είναι η θέση της Κυβέρνησης επί των τεσσάρων προτάσεων που κατέθεσε επισήμως η ΠΟΕΣΕ προς τον Πρωθυπουργό, και ειδικότερα:
- για τη μόνιμη εφαρμογή ενιαίου ΦΠΑ 13% στην εστίαση (πλην αλκοολούχων),
- για την κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ,
- για την εξαίρεση των υπηρεσιών delivery, τηλεφωνικών και ηλεκτρονικών παραγγελιών από τον φόρο παρεπιδημούντων,
- καθώς και για την κατάργηση ασφαλιστικών εισφορών στις προσαυξήσεις αποδοχών Κυριακών, αργιών και νυχτερινής εργασίας;
- Έχει αξιολογήσει η Κυβέρνηση τις οικονομικές επιπτώσεις που προκαλούν στην τοπική αγορά η μειωμένη κατά κεφαλήν τουριστική δαπάνη και η περιορισμένη διασπορά του τουριστικού εισοδήματος στις τοπικές επιχειρήσεις; Προτίθεται να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για την ενίσχυση της διασύνδεσης του τουρισμού με την τοπική οικονομία και την εστίαση;
- Έχει εκπονηθεί ειδική μελέτη ή αξιολόγηση για τις οικονομικές επιπτώσεις που προκαλούν τα μεγάλα δημόσια έργα, όπως οι εργασίες κατασκευής του ΒΟΑΚ, στις επιχειρήσεις εστίασης και εμπορίου των περιοχών που επηρεάζονται; Προτίθεται η Κυβέρνηση να θεσπίσει μέτρα προσωρινής οικονομικής στήριξης για τις επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα υφίστανται σημαντική απώλεια κύκλου εργασιών λόγω των έργων αυτών;
- Ποια μέτρα προτίθεται να λάβει η Κυβέρνηση για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και την ενίσχυση της νόμιμης απασχόλησης στον κλάδο της εστίασης, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του, ιδίως κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες;



































































































