Αποχαιρετιστήριο γράμμα στο μπαμπά μας, Ρωμύλο Αβδή
Και να, που φτάσαμε εδώ, χωρίς αποσκευές. Έφτασε η μέρα, που έτσι θέλησε να τον χαιρετήσουμε, στο μέρος που ο ίδιος επέλεξε. Με το τέλος που ο ίδιος ανέμενε.
Ο μπαμπάς μας ήταν ένας άνθρωπος πολύπλευρος. Ως δάσκαλος, δεν ήταν αποστειρωμένος, αντιδρούσε σε κάθε μορφή πιστής υποταγής στα στείρα εκπαιδευτικά προγράμματα. Συχνά, σιγόνταρε τις αποδράσεις των μαθητών του, έχοντας εξ ιδίων πείρα από δασκάλους που αποκοιμίζουνε στα θρανία. Εφεύρισκε τρόπους όξυνσης της μαθητικής σκέψης- όπου υπήρχε, έστω και θαμμένη. Ως συγγραφέας, εμπνεόταν απ’ τα βουνά της Σιέρα Μαέστρα, από τα πούρα του Τσε Γκεβάρα, από τις στέπες της Ρωσίας του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, αλλά και του έτερου Βλαδίμηρου, από το γαρύφαλλο του Μπελογιάννη, από τις χορδές του Μάρκου και του Τσιτσάνη. Μελετούσε καθημερινά, διάβαζε αδιάκοπα και είχε ιδιαίτερα βαθιά ματιά για την ιστορία, την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, την τέχνη, το ρεμπέτικο- που τόσο αγαπούσε. Αγαπούσε τη φύση, γινόταν δικός της. Αγαπούσε τη μυρωδιά απ’ το βρεγμένο χώμα, ταυτόχρονα με τα θεσπέσια εδέσματα του Λασιθίου, που τιμούσε δεόντως. Θα έλεγε κανείς ότι γεννήθηκε κρητικός. Στη ζωή του, δημιουργούσε και προσπαθούσε να υπερασπιστεί κάθε καινούριο- ίσως και παλιό του στόχο. Με διαδρομή από τον Πειραιά, το σχολείο στην Πλάκα, οδός σχολείου- νυν σχολείο χορού Δώρας Στράτου, την πύλη του πολυτεχνείου, τα σίδερα της ΕΑΤ-ΕΣΑ, και αργότερα τα ένσημα στο Ριζοσπάστη και τη Νέα Ελλάδα, τα θρανία της αγγλικής φιλολογίας Αθήνας κι ύστερα, τα όρη της κρητικής γης, τη γαλάζια γραμμή του ορίζοντα της Αμμουδάρας, τις ασπρόμαυρες, γιγάντιες και βρώμικες πολυκατοικίες του Καΐρου, τα αστέρια του Μεραμπέλλου, την επιστροφή στην πόλη του, την Αθήνα.
Η ζωή και η δράση του αποτυπωνόταν σ’ ένα σύνθημά του, γραμμένο, σ’ έναν άσπρο τοίχο δημοτικού σχολείου του Αγίου Νικολάου. “Απεργώ και για τη σύνταξη των μαθητών μου”. Ανοιχτά, ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές και φιοριτούρες. Έτσι, μάς έφερε κοντά στην επαναστατική θεωρία και δράση του Κόμματος, χωρίς νουθεσίες. Με πίστη στην αναγκαιότητα της αλλαγής τάξης στην εξουσία, μέσα από τη σοσιαλιστική επανάσταση, με μπροστάρη το ΚΚΕ. Έπλευσε στις πιο πρωτοπόρες θέσεις μας, πάλευε για το δίκιο των εργατών, εκστασιάστηκε από τα ασύγκριτα επιτεύγματα των σοσιαλιστικών χωρών, της αντιφασιστικής νίκης. Χαρούμενος και περήφανος που κρατάμε σφιχτά τη σκυτάλη που μας έδωσε. Έζησε πολλά, δημιούργησε πολλά, έσπειρε ζιζάνια, μάζεψε σπορά, ένιωσε την αγάπη των μαθητών του. Στα λάθη του κοντοστέκοταν, τα κοίταζε λοξά, τα δούλευε, αλλά όχι πάντα με επιτυχία. Ο μπαμπάς μας, ήταν, ένας άνθρωπος λιτός, μετρημένος στα λόγια, που πολύ συχνά εμείς αναζητούσαμε, είχε επεξεργασμένη σκέψη, καυστικό λόγο, θερμή πένα και αδιάλλακτη αγάπη για τον Ολυμπιακό. Μάς έκανε οικείες τις πιο μακρινές, του κόσμου, μουσικές, τα πιο μακρινά λογοτεχνικά διαμάντια.
Είμαστε ιδιαίτερα περήφανες για τον πατέρα μας, έχει αφήσει το στίγμα του από όπου πέρασε. Αυτή τη φορά ο αποχαιρετισμός θα είναι ο τελευταίος από όσους έχουμε δώσει. Σ’ αγαπάμε πολύ μπαμπά, σε φιλώ και να ξέρεις ότι δε θα σε άλλαζα ποτέ. Θα είσαι για πάντα στη σκέψη μας. Καλό σου ταξίδι.
Οι κόρες σου, Ειρήνη, Ελένη, Μιχαέλα και η μητέρα μας, Μαρία

































































































