Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες προκλήσεις, η Κρήτη αναλαμβάνει ουσιαστικές πρωτοβουλίες, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο και συμπαγές μέτωπο διεκδικήσεων ενόψει των επικείμενων αλλαγών στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Η Περιφέρεια Κρήτης πρωτοπορεί σε πανελλαδικό επίπεδο, συγκροτώντας μια ευρεία «εταιρική σχέση» με όλους τους παραγωγικούς φορείς του νησιού, με στόχο να κατατεθούν ρεαλιστικές, τεκμηριωμένες και συλλογικές προτάσεις στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Για τη συντονισμένη αυτή προσπάθεια, τη σημασία της ανοιχτής διαβούλευσης αλλά και τους βασικούς άξονες των αιτημάτων της κρητικής αγροτικής οικονομίας, αναφέρθηκε αναλυτικά ο Αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας της Περιφέρειας Κρήτης, Σταύρος Τζεδάκης, περιγράφοντας τα συμπεράσματα των πρόσφατων συσκέψεων με τους παραγωγούς και τους επαγγελματικούς φορείς.
Όπως εξήγησε ο κ. Τζεδάκης, η Περιφέρεια Κρήτης αποτελεί ίσως τη μοναδική περιφέρεια στη χώρα που προχώρησε στη συγκρότηση μιας τέτοιας θεσμικής εταιρικής σχέσης. Εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, μέσα από εξειδικευμένες ομάδες εργασίας που κάλυψαν κάθε επιμέρους κλάδο, την ελαιοκομία, τα κηπευτικά, τη μελισσοκομία, την κτηνοτροφία και τον κρητικό αμπελώνα, αλλά και μέσω μιας παράλληλης, ανοιχτής ηλεκτρονικής διαβούλευσης, δόθηκε ο λόγος στην ίδια την παραγωγική βάση. Στην πρόσφατη συνάντηση που έγινε, παρουσιάστηκαν οι προτάσεις που συγκεντρώθηκαν, με σκοπό να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο σε πέντε κεντρικούς άξονες.
Στην κορυφή της ατζέντας βρίσκονται τα οριζόντια ζητήματα που διαπερνούν ολόκληρο το φάσμα της υπαίθρου. Οι ελλείψεις στις βασικές υποδομές, η διαχείριση των υδάτινων πόρων σε συνθήκες έντονης λειψυδρίας, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, καθώς και η ενίσχυση του ρόλου της γυναίκας στην αγροτική παραγωγή, αποτελούν παραμέτρους άμεσης προτεραιότητας. Παράλληλα, το εκρηκτικό κόστος παραγωγής σε συνδυασμό με τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης συνθέτουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους Κρητικούς αγρότες και κτηνοτρόφους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις δενδρώδεις καλλιέργειες, οι οποίες χαρακτηρίζουν το φυσικό τοπίο και την οικονομία του νησιού. Ο κ. Τζεδάκης ξεκαθάρισε ότι αποτελεί θεμελιώδες λάθος η εξίσωση των δενδρωδών καλλιεργειών με τις μονοετείς αροτραίες. Η ελιά και το αμπέλι δεν διασφαλίζουν απλώς την επισιτιστική επάρκεια και το εισόδημα χιλιάδων οικογενειών, αλλά διαθέτουν αναντικατάστατη φιλοπεριβαλλοντική δράση, προστατεύοντας το έδαφος και το οικοσύστημα. Αντίστοιχη στοχευμένη μέριμνα απαιτείται και για τη μελισσοκομία της Κρήτης, που αποτελεί κλάδο με υψηλή ποιότητα αλλά και σοβαρή πίεση, καθώς και για την κτηνοτροφία.
Στο πεδίο της κτηνοτροφίας, το ζήτημα της τιμής του γάλακτος παραμένει ανοιχτή πληγή. Όπως υπογραμμίστηκε, το γάλα στην Κρήτη εξακολουθεί να πωλείται σε τιμές αισθητά χαμηλότερες συγκριτικά με την ηπειρωτική Ελλάδα, την ίδια στιγμή που το κόστος των ζωοτροφών και των μεταφορών είναι δυσανάλογα υψηλότερο. Είναι σαφές ότι οι οριζόντιες πολιτικές δεν απαντούν πλέον στην πραγματικότητα. Η νέα ΚΑΠ οφείλει να ενσωματώσει πλήρως και να συνυπολογίσει τα ειδικά χαρακτηριστικά της ορεινότητας και της νησιωτικότητας, στοιχεία που εκτοξεύουν το συνολικό κόστος παραγωγής και πλήττουν την ανταγωνιστικότητα των τοπικών προϊόντων.
Πέρα όμως από την οικονομική διάσταση και τη στήριξη στο χωράφι ή στην κτηνοτροφική εκμετάλλευση, ο προβληματισμός επεκτείνεται στο δημογραφικό μαρασμό των χωριών μας. Το δημογραφικό αποτελεί μείζον εθνικό ζήτημα, με την ύπαιθρο να κινδυνεύει άμεσα από την ερήμωση. Για να παραμείνει ένας νέος άνθρωπος ή μια οικογένεια στον τόπο της, δεν αρκεί μονάχα η επιβίωση της αγροτικής δραστηριότητας. Απαιτείται ένα πλήρες πλέγμα κοινωνικών δομών: ποιοτική παιδεία, υπηρεσίες προσχολικής αγωγής, επαρκής υγειονομική κάλυψη και ασφαλές συγκοινωνιακό δίκτυο, ώστε τα παιδιά της περιφέρειας να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα και εφόδια με εκείνα των αστικών κέντρων.
Η ενιαία διεκδίκηση της Κρήτης αποτελεί το μόνο ασφαλές μονοπάτι για να αποκτήσει ο πρωτογενής τομέας του νησιού τη θέση που του αναλογεί στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, εξασφαλίζοντας όχι μόνο βιώσιμο εισόδημα για τους παραγωγούς, αλλά και ζωντανή, παραγωγική ύπαιθρο για τις επόμενες δεκαετίες.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ



































































































