Του Γιωργου Μαμακη
Η ομιλία του Τίτου κατά τη χειροτονία του δεν ήταν λόγος στιγμής. Δεν γράφτηκε για να «σταθεί» στη λειτουργική αίθουσα ούτε για να επιβιώσει ως ανάμνηση της χειροτονητήριας τελετής. Η ομιλία δεν ήταν λόγος που κλείνει έναν κύκλο. Ήταν λόγος που άνοιξε έναν. Και όσοι τον άκουσαν, είτε το κατάλαβαν είτε όχι, βρέθηκαν μπροστά σε κάτι που δεν τελειώνει με το «αμήν» της τελετής. Ήταν ένας λόγος που δεν περιέγραφε την χειροτονία, αλλά την ακύρωνε ως ασφαλή ταυτότητα. Δεν τη στόλιζε. Την απογύμνωνε. Δεν την εξηγούσε. Την απαιτούσε. Από τον ίδιο πρώτα, και ύστερα από όλους όσοι θα τον συναντούν στο πέρασμα του χρόνου. Ήταν λόγος επικίνδυνος. Και είναι επικίνδυνος όχι επειδή λέει κάτι πρωτότυπο, αλλά επειδή λέει κάτι δεσμευτικό. Δεσμεύει πρώτα τον ίδιο και, ταυτόχρονα, εκθέτει όλους όσοι ακούν. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία φράση, ο λόγος αυτός δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει την χειροτονία, αλλά να την απογυμνώσει. Δεν την παρουσιάζει ως κορύφωση διαδρομής, αλλά ως σημείο απώλειας. Δεν τη βλέπει ως επιβεβαίωση, αλλά ως ρήξη.
Ως φίλος του, γνωρίζω πόσο εύκολο θα ήταν να επιλέξει άλλον δρόμο. Να μιλήσει «σωστά», να ευχαριστήσει, να χαμηλώσει τις αιχμές, να αφήσει το βάρος για αργότερα. Δεν το έκανε. Και αυτό από μόνο του αλλάζει το πλαίσιο. Διότι όποιος μιλά έτσι τη στιγμή που αποκτά θεσμικό βάρος, αφαιρεί από τον εαυτό του το δικαίωμα της υπεκφυγής στο μέλλον. Ο λόγος του δεν του προσθέτει κύρος· του αφαιρεί καταφύγια. Δεν μπορώ λοιπόν να προσποιηθώ ότι άκουσα έναν λόγο «ωραίο». Άκουσα έναν λόγο επικίνδυνο. Και είναι επικίνδυνος όχι επειδή προκαλεί, αλλά επειδή δεσμεύει. Όχι επειδή συγκρούεται, αλλά επειδή δεν αφήνει περιθώριο επιστροφής σε μια ήσυχη, ανώδυνη εκδοχή του ρόλου. Όταν ένας άνθρωπος λέει δημόσια, στην πιο φορτισμένη στιγμή της ζωής του, ότι η εκλογή του δεν είναι ανύψωση αλλά κάθοδος, δεν μιλά ποιητικά. Υπογράφει έναν τρόπο ύπαρξης που, αν τον ξεχάσει, θα τον προδώσει πρώτα η σιωπή του.
Η κεντρική του θέση είναι αμείλικτη: η χειροτονία σε επίσκοπο δεν είναι άνοδος. Είναι κάθοδος. Δεν είναι τιμή. Είναι αφαίρεση. Δεν είναι στεφάνι. Είναι σταυρός. Και δεν το λέει ως σχήμα ευσέβειας, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Αφαίρεση του δικαιώματος να ζεις για τον εαυτό σου. Αφαίρεση της πολυτέλειας να σιωπάς όταν καίει η αλήθεια. Αφαίρεση της άνεσης να κοιτάς αλλού. Αυτή η γλώσσα δεν είναι αθώα. Δεν αφήνει χώρο για μια επισκοπική θητεία διακοσμητική, ασφαλή, διεκπεραιωτική. Η λέξη κάθοδος είναι βαριά. Δεν είναι θρησκευτικό σχήμα. Είναι υπαρξιακή συνθήκη. Σημαίνει ότι από εδώ και πέρα το κέντρο βάρους μετακινείται. Δεν είσαι πια το σημείο αναφοράς της ζωής σου. Δεν έχεις πια το δικαίωμα να προστατεύεις τον εαυτό σου με την ίδια φυσικότητα. Δεν μπορείς να μιλάς μόνο όταν είναι βολικό, ούτε να σωπαίνεις όταν η αλήθεια σε εκθέτει. Η κάθοδος δεν είναι ηθική επιλογή. Είναι απώλεια ελέγχου. Και όποιος τη δηλώνει, δηλώνει ότι αποδέχεται να χάσει την τελευταία του ασφάλεια: την απόσταση. Ο Τίτος μίλησε για αφαίρεση. Όχι για προσθήκη. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανατρεπτικό στοιχείο της ομιλίας του. Σε έναν κόσμο που μετρά την επιτυχία με το «περισσότερο», εκείνος μιλά για λιγότερο. Λιγότερη άνεση. Λιγότερη σιωπή. Λιγότερη ιδιωτικότητα. Λιγότερο περιθώριο να κοιτάς αλλού. Η χειροτονία σε επίσκοπο, όπως την περιέγραψε, δεν προσθέτει κύρος. Αφαιρεί καταφύγια. Δεν ανεβάζει τον άνθρωπο. Τον εκθέτει. Και αυτή η έκθεση δεν είναι ρομαντική. Είναι σκληρή. Σημαίνει ότι κάθε βλέμμα που αποφεύγεις θα σε βαραίνει. Κάθε πόνος που προσπερνάς θα σε ακολουθεί.
Ο Τίτος δεν αυτοπαρουσιάζεται ως «εψηφισμένος», αλλά ως «εκτεθειμένος». Και εδώ βρίσκεται άλλο ένα εκρηκτικό σημείο του λόγου του. Η έκθεση δεν αφορά την εικόνα, αλλά τη ζωή. Σημαίνει ότι από εδώ και πέρα δεν υπάρχει ιδιωτικός χώρος όπου μπορείς να αποσυρθείς χωρίς συνέπειες. Σημαίνει ότι κάθε σιωπή γίνεται θέση. Κάθε απουσία γίνεται μήνυμα. Κάθε καθυστέρηση γίνεται συνενοχή. Αυτή είναι μια θεώρηση της χειροτονίας που τρομάζει, γιατί αφαιρεί τον μηχανισμό αυτοάμυνας που συχνά προσφέρει ο θεσμός. Όταν είπε ότι δεν στέκεται ενώπιον του λαού ως εψηφισμένος αλλά ως εκτεθειμένος, δεν έκανε μια ρητορική αντιστροφή. Δήλωσε την κατάρρευση της προστατευτικής γλώσσας του αξιώματος. Από εκείνη τη στιγμή, το αξίωμα παύει να λειτουργεί ως φίλτρο. Δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω του. Δεν μπορείς να το επικαλεστείς για να αποφύγεις τη συνάντηση με τον πόνο. Η έκθεση σημαίνει ότι ο άλλος έχει πρόσβαση σε σένα. Όχι θεσμικά, αλλά υπαρξιακά. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο απορρίπτει την ιδέα της χειροτονίας σε επίσκοπο ως διοίκησης. Δεν αρνείται τη διοικητική ευθύνη. Αρνείται να τη βάλει στο κέντρο. Δεν δέχομαι την επισκοπή για να διοικήσω, λέει στα ΜΜΕ, αλλά για να συγκατοικήσω με τον πόνο. Αυτό δεν είναι απλώς ποιμαντική ευαισθησία. Είναι πολιτική θέση με την ευρεία έννοια του όρου. Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία συχνά ορίζεται ως απόσταση από τον πόνο, εκείνος ορίζει την ηγεσία ως εγγύτητα. Όχι ως έλεγχο, αλλά ως παρουσία. Όχι ως φακό εξουσίας, αλλά ως κερί θυσίας. Η διάκριση ανάμεσα στον φακό εξουσίας και το κερί θυσίας δεν είναι απλώς εικόνα. Είναι κριτήριο. Ο φακός φωτίζει χωρίς να καίγεται. Το κερί φωτίζει καίγοντας τον εαυτό του. Ο Τίτος διάλεξε συνειδητά τη δεύτερη εικόνα. Και αυτό σημαίνει ότι αποδέχεται εκ των προτέρων τη φθορά. Όχι τη φθορά της ηλικίας, αλλά τη φθορά της συνάντησης. Τη φθορά που έρχεται όταν ακούς πολύ, όταν αντέχεις πολύ, όταν μένεις εκεί που άλλοι φεύγουν. Αυτή η φθορά δεν γράφεται σε πρακτικά. Δεν αναγνωρίζεται. Αλλά είναι το μόνο αληθινό μέτρο της παρουσίας. Ο Τίτος δεν είπε ότι έρχεται να διοικήσει. Είπε ότι έρχεται να συγκατοικήσει με τον πόνο. Αυτή η φράση δεν είναι απλώς ποιμαντική ευαισθησία. Είναι αλλαγή παραδείγματος. Η συγκατοίκηση δεν έχει ωράριο. Δεν έχει ρόλους. Δεν έχει ασφαλείς αποστάσεις. Σημαίνει ότι ο πόνος του άλλου δεν είναι «υπόθεση», αλλά κοινός χώρος. Δεν είναι αντικείμενο φροντίδας, αλλά συνθήκη ζωής. Και εδώ ο λόγος του γίνεται ασφυκτικός, γιατί δεν αφήνει περιθώριο να αγαπάς αφηρημένα. Σε υποχρεώνει να είσαι παρών εκεί που ο άλλος σπάει. Αν η παρουσία του δεν κοστίζει, τότε δεν είναι αληθινή. Αν δεν τον φθείρει, τότε δεν αγγίζει. Αυτή είναι μια επικίνδυνη θέση, γιατί αν την πάρεις στα σοβαρά, δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από επιτροπές, διαδικασίες ή κανονισμούς. Δεν καταργούνται· απλώς παύουν να είναι άλλοθι.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αμφισβητεί τον Θεό. Αμφισβητεί τους ιερωμένους. Αμφισβητεί την αλήθεια των λόγων τους και την αντοχή της παρουσίας τους. Πρόκειται για διαπίστωση που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, αλλά αν τη σκεφτεί κανείς σοβαρά, είναι καταπέλτης. Διότι μετακινεί τη συζήτηση από το πεδίο της ιδεολογίας στο πεδίο της αξιοπιστίας. Το πρόβλημα δεν είναι τι λένε, αλλά αν αντέχουνε να το ζούνε. Ο άνθρωπος δεν απορρίπτει το μήνυμα. Αμφιβάλλει για τον αγγελιοφόρο. Αμφιβάλλει αν αντέχουνε αυτά που λένε. Αν μένουνε όταν τα πράγματα σκοτεινιάζουν. Αν το σώμα τους συμφωνεί με τον λόγο τους.
Ο Τίτος δεν χαρίζεται εδώ ούτε στην Εκκλησία ούτε στον εαυτό του. Μιλά για μια Εκκλησία που συχνά μιλά για Σταυρό, αλλά φοβάται να ματώσει. Για μια Εκκλησία που προσφέρει διαχείριση εκεί όπου ο άνθρωπος πεινά για νόημα. Για μια Εκκλησία που φοβάται την ερώτηση, την αμφισβήτηση, την πληγή. Και δεν το κάνει για να την καταγγείλει εκ των έξω, αλλά για να την καλέσει σε επιστροφή εκ των έσω. Δεν μιλά ως παρατηρητής. Μιλά ως κάποιος που δέχεται να κριθεί με το ίδιο μέτρο. Όταν ο Τίτος μίλησε για μια Εκκλησία που μιλά για Σταυρό αλλά φοβάται να ματώσει, δεν κατηγόρησε. Περιέγραψε έναν πειρασμό. Τον πειρασμό της αυτάρκειας. Τον πειρασμό της τάξης χωρίς πληγή. Τον πειρασμό να αντικατασταθεί η αλήθεια με ησυχία. Και αυτός ο πειρασμός δεν αφορά μόνο θεσμούς. Αφορά ανθρώπους. Αφορά κάθε άνθρωπο που κουράζεται να πονά και αρχίζει να διαχειρίζεται αντί να αγαπά.
Η επιμονή του σε μια Εκκλησία που χωρά τον αμφισβητία, τον τραυματισμένο, τον άνθρωπο που δεν τακτοποιείται, δεν είναι ρητορική συμπερίληψη. Είναι εκκλησιολογική θέση. Αν η Εκκλησία δεν αντέχει την ερώτηση, τότε δεν πιστεύει πραγματικά στην αλήθεια της. Αν δεν αντέχει να μετανοεί, τότε έχει ήδη μετατρέψει το κύρος σε είδωλο. Όταν λέει ότι μόνο η μετανοούσα Εκκλησία είναι αληθινή, δεν το λέει για να μειώσει την Εκκλησία, αλλά για να τη σώσει από την αυτάρκειά της.
Σημαντικό βάθος αποκτά και ο λόγος του για τον τόπο. Η Κυδωνία και ο Αποκόρωνας δεν είναι απλώς μια νέα ευθύνη. Είναι ένας τόπος που κουβαλά μνήμη, αγώνες, πληγές, πίστη βιωμένη και όχι θεωρητική. Η επισκοπή παρουσιάζεται ως ισόβιος δεσμός, όχι ως θητεία. Και η λέξη «μεταφυτεύομαι» είναι αποκαλυπτική. Δεν λέει «μετακινούμαι». Λέει «μεταφυτεύομαι». Δηλαδή αποδέχομαι ότι αλλάζω ρίζες, ότι το χώμα θα με διαμορφώσει, ότι δεν θα παραμείνω αλώβητος.
Ο λόγος του δεν αποσυνδέει ποτέ το προσωπικό από το θεσμικό. Η αναφορά στον Οικουμενικό Θρόνο και στην Εκκλησία της Κρήτης δεν είναι τυπική. Τη βλέπει ως κανονική αναφορά, αλλά και ως μαρτυρική συνέχεια. Δεν υπάρχει εδώ ίχνος εθνικισμού ή αυτάρκειας. Υπάρχει επίγνωση ότι η Εκκλησία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και ότι η επισκοπή δεν είναι αυτοτελές κέντρο εξουσίας, αλλά κρίκος σε αλυσίδα ευθύνης.
Η προσωπική του διαδρομή –οι γονείς, οι σπουδές, οι πνευματικοί πατέρες, ο μακαριστός Νεκτάριος, ο Κρήτης Ευγένιος, ο Πέτρας Γεράσιμος, οι συνεργάτες, τα πνευματικά του παιδιά– δεν παρουσιάζεται ως βιογραφικό. Παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι τίποτα δεν χτίζεται μόνο του. Ότι ό,τι αντέχει, αντέχει επειδή στηρίχθηκε σε σχέσεις. Και αυτό είναι κρίσιμο: ο λόγος του αποδομεί την εικόνα του αυτάρκους ηγέτη. Ο Επίσκοπος, όπως τον περιγράφει, είναι προϊόν εμπιστοσύνης άλλων. Και άρα υπόλογος σε αυτήν.
Η αρχιερωσύνη είναι ένας δρόμος στον οποίο δεν περπατούν οι δυνατοί, αλλά όσοι κουβαλούν βάρος. Εκεί όπου δεν υπάρχει θρόνος, αλλά βράχος με χαρακιές. Εκεί όπου στο τέλος σου παραδίδεται όχι φορτίο, αλλά ευθύνη. Και το δίλημμα είναι αμείλικτο: αν φύγεις, θα χαθούν· αν μείνεις, θα πονέσεις. Διάλεξε. Αυτό το δίλημμα δεν είναι ποιητικό. Είναι υπαρξιακό. Και όποιος το εκφωνεί δημόσια, δεν μπορεί μετά να προσποιηθεί ότι δεν το ήξερε.
Ο Τίτος είναι ειλικρινής και στις υποσχέσεις του. Δεν υπόσχεται επιτυχία. Δεν υπόσχεται συμφωνία. Δεν υπόσχεται Εκκλησία ήσυχη. Υπόσχεται παρουσία. Υπόσχεται βλέμμα στα μάτια. Υπόσχεται αγάπη που κοστίζει. Αυτές δεν είναι εύκολες υποσχέσεις. Είναι υποσχέσεις που σε φθείρουν. Και ίσως γι’ αυτό έχουν αξία.
Αυτός ο λόγος ξεπερνά τα όρια μιας χειροτονίας. Είναι λόγος που αφορά κάθε μορφή ηγεσίας, κάθε θεσμό που έχει χάσει την επαφή με την πληγή. Μιλά για έναν κόσμο που μετρά αξία με ισχύ και αντιπροτείνει αξία ως αγάπη, δικαιοσύνη, αλήθεια. Όχι ως ιδέα, αλλά ως στάση ζωής.
Ως φίλος του, δεν γράφω αυτό το κείμενο για να τον προστατεύσω. Το γράφω για να πω το αυτονόητο: με αυτόν τον λόγο, ο ίδιος έθεσε τον εαυτό του υπό κρίση. Και αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο σημείο εκκίνησης. Διότι όποιος ξεκινά έτσι, δεν μπορεί να κρυφτεί εύκολα. Και όποιος δεν κρύβεται, δίνει ελπίδα ότι κάτι αληθινό μπορεί ακόμη να συμβεί.
Αυτός ο λόγος δεν ζητά χειροκρότημα. Δεν ζητά θαυμασμό. Ζητά να αντέξει στον χρόνο. Και κυρίως ζητά να μείνει, όταν έρθει η νύχτα.
ΜΑΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ


































































































