Η αφορμή για τη σημερινή στήλη Ιχνηλασίες στην έντυπη έκδοση της ΑΝΑΤΟΛΗΣ δόθηκε από ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ στην «Καθημερινή» της Μαργαρίτας Πουρνάρα, το οποίο, υπό τον τίτλο «Υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι ρίζες του πανωγραψίματος», έφερε στην επιφάνεια όχι απλώς τα ορατά αποτελέσματα ενός φαινομένου που έχει πάρει διαστάσεις, για την εκτεταμένη απάτη με τις επιδοτήσεις, αλλά το ερμήνευσε με όρους ανθρωπολογικούς και βαθύτατα κοινωνικούς. Το έκανε, όμως, χωρίς καταγγελτικό στόμφο ή ηθικολογικές κορώνες. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς, το κείμενο αυτό αξίζει να το δούμε όχι μόνο ως δημοσιογραφική καταγραφή αλλά ως εργαλείο αυτογνωσίας.
Κεντρικό πρόσωπο της ανάλυσης, ο Βρετανός ανθρωπολόγος Μάικλ Χέρτσφελντ. Ο Χέρτσφελντ δεν είναι απλώς ένας ερευνητής με ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια. Είναι ένας άνθρωπος που γνώρισε την Κρήτη όχι ως περαστικός, αλλά ως παρατηρητής που βίωσε και αγάπησε τον τόπο – κάτι πολύ σπανιότερο – και ο οποίος μάλιστα μιλάει τα μυλοποταμίτικα καλύτερα από έναν μέσο Κρητικό ή Αθηναίο. Μελετά τον τόπο από τη δεκαετία του ’70 και τα όσα έχει καταγράψει (μεταξύ άλλων στο «The Poetics of Manhood») δεν χωρούν στα στενά καλούπια της πολιτικής επικαιρότητας. Χτίζουν γέφυρες κατανόησης με κάτι πιο βαθύ: την κοινωνική μνήμη και τους εθιμικούς μηχανισμούς της Κρήτης, ιδίως των ορεινών περιοχών της.
Η πατρογραμμική δομή ως μήτρα του φαινομένου
Στην καρδιά της ανάλυσης βρίσκεται η έννοια της πατρογραμμικής διαδοχής, η οποία δεν είναι απλώς ένα κοινωνιολογικό σχήμα, αλλά είναι ένας ζωντανός τρόπος οργάνωσης των ανθρώπινων σχέσεων σε πολλές περιοχές του νησιού. Ειδικά στην Κεντρική Κρήτη. Μια δομή που ευνοεί την «κλειστή» ισχύ, τη φατρία, τη συμμαχία μέσω αίματος και ανδρικής συγγένειας. Από τη στιγμή που ένα τέτοιο δίκτυο συγγένειας λειτουργεί ως άτυπο θεσμικό υπόβαθρο, επιτρέπει στον πολιτικό – τον οποιονδήποτε πολιτικό – να αποκτά πρόσβαση σε ψήφους όχι μεμονωμένων πολιτών, αλλά σε συλλογικά μπλοκ που φέρουν ισχύ με όρους πατριαρχικής νομιμοποίησης.
«Μια βάπτιση, πεντακόσιοι ψήφοι», είπε εύστοχα ο Χέρτσφελντ. Μια πρόταση που συμπυκνώνει την πεμπτουσία ενός συστήματος που δεν είναι πρωτίστως «διεφθαρμένο» με τη στενή έννοια του όρου. Είναι λειτουργικό εντός του δικού του αξιακού πλαισίου, του άγραφου, του παραδοσιακού, του ιστορικά διαμορφωμένου.
Και κάπου εδώ αναδύεται το κεντρικό ερώτημα: Γιατί αυτά τα σχήματα δεν έχουν αποδυναμωθεί ακόμη; Ο ίδιος ο Χέρτσφελντ προτείνει μια πειστική εξήγηση. Η καθυστερημένη ένταξη της Κρήτης στον εθνικό κορμό το 1913. Αν η ενσωμάτωση είχε γίνει νωρίτερα, ίσως οι κοινωνικοί αυτοί δεσμοί να είχαν φθαρεί περισσότερο. Όμως, έναν αιώνα μετά, συνεχίζουν να παράγουν συνεκτικό κοινωνικό ιστό με όλα τα φωτεινά και σκοτεινά του στοιχεία.
Η πολιτεία, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και ο θεσμικός κυνισμός
Η περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ και των ψευδών δηλώσεων αιγοπροβάτων δεν αποτελεί απλώς κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Είναι ένα παράδειγμα κρατικής συνενοχής που ενσωμάτωσε και θεσμοθέτησε τους άγραφους τοπικούς κανόνες, με άλλοθι την ανάπτυξη. Όπως επισημαίνει ο Μάνος Παπαγεωργίου, μεταπτυχιακός ερευνητής στο Πάντειο, που μεγάλωσε σε χωριό της Κρήτης και έκανε επιτόπια έρευνα: «Η γραμμή τα πρώτα χρόνια ήταν “δηλώστε ό,τι θέλετε”». Ήταν η επίσημη αναγνώριση μιας άτυπης δομής, η ενσωμάτωσή της στο κράτος – πάροχο.
Έτσι γεννήθηκε το περιβόητο «πανωγράψιμο» που έχουμε ακούσει όλοι. Οι πλασματικές δηλώσεις ζώων για να εισπραχθούν επιδοτήσεις. Κι αυτό δεν ήταν απλώς πράξη απληστίας. Ήταν και πράξη αναγνώρισης κοινωνικού κύρους, σε κάποιες περιοχές. Γιατί όσο περισσότερα ζώα εμφανιζόταν να έχει κάποιος, τόσο μεγαλύτερη ήταν η θέση του στο άτυπο κοινωνικό στερέωμα. Το κράτος, μακριά, απόμακρο, ανίκανο ή πρόθυμο να κλείσει το μάτι, χρηματοδοτούσε αυτό το δίκτυο χωρίς έλεγχο. Αργότερα ήρθαν οι εταιρείες αγροτικών συμβούλων, τα ΕΣΠΑ, η ψηφιοποίηση, αλλά τίποτα δεν άλλαξε ουσιαστικά: το πελατειακό μοντέλο βρήκε νέους τρόπους να επιβιώσει, απλώς πιο τεχνολογικά προηγμένους.
Στερεότυπα και ορατότητα των αθέατων
Ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι της παρέμβασης του Χέρτσφελντ είναι η αποδόμηση των στερεοτύπων. «Ζωνιανά – χασίσι», «Κρητικός – αρρενωπότητα», «Μυλοπόταμος – παρανομία». Οι γενικεύσεις αυτές, όσο κι αν εμπεριέχουν ψηφίδες αλήθειας, είναι καταστροφικές. Διότι αφενός εγκλωβίζουν τους ανθρώπους στους ρόλους που τους προσάπτουμε και αφετέρου μας αποπροσανατολίζουν από την πραγματική πηγή του προβλήματος: την πολιτική εργαλειοποίηση αυτών των στερεοτύπων.
Ποιος ελέγχει την αστυνομία που παρακολουθεί τα Ζωνιανά; Ποιος φέρνει ψήφους με αντάλλαγμα δικαστικές διευθετήσεις; Ποιος κλείνει το μάτι σε παράνομες δομές, επειδή ξέρει ότι η ανατροπή τους θα του στοιχίσει εκλογικά; Η κοινωνική πατρωνία είναι – κατά τον Χέρτσφελντ – αντανάκλαση της ίδιας της εθνικής πατρωνίας: μιας Ελλάδας που βολεύεται επί δεκαετίες σε έναν ρόλο εξαρτημένο, με προστάτες εκτός και εντός.
Οι χαμένοι της υπόθεσης
Υπάρχουν, όμως, και οι αφανείς ήρωες – κι εδώ το ρεπορτάζ της Καθημερινής βρίσκει τον σπάνιο στόχο της ηθικής ισορροπίας. Αγρότες και κτηνοτρόφοι που εργάζονται με μόχθο, που βλέπουν άλλους να απολαμβάνουν το χρήμα χωρίς τον κόπο, που βλέπουν τα παιδιά τους να μένουν εκτός εκπαίδευσης για να δηλωθούν ψευδώς ως εργαζόμενα και να εισπράττουν επιδοτήσεις.
Η αλήθεια είναι σκληρή: σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούν τα δίκτυα εξουσίας, η γνώση, η εργασία, η τιμιότητα δεν ανταμείβονται, τιμωρούνται. Αυτό είναι το βαθύτερο τραύμα. Και δεν είναι τραύμα της Κρήτης, είναι τραύμα ολόκληρης της ελληνικής επαρχίας, των «χαμηλών» τάξεων που βλέπουν το πελατειακό κράτος να τις χρησιμοποιεί ως εκλογικό υλικό.
Η ευθύνη της πολιτικής
Ο Χέρτσφελντ δεν είναι ηθικολόγος. Είναι επιστήμονας. Και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο εύστοχος όταν λέει ότι αν δεν υπάρξει νέα πολιτική τάξη που να δει το χωριό όχι ως ψήφο, αλλά ως ανθρώπινη κοινότητα, δεν θα αλλάξει τίποτα. Ότι αν δεν σπάσουν οι διεθνείς πατρωνίες, η Ελλάδα θα συνεχίσει να παράγει μικρές τοπικές εκδοχές του ίδιου φαινομένου. Ότι ο αναχρονισμός δεν είναι πάντα επιλογή των λαών, συχνά είναι το βολικό εργαλείο των εξουσιών.
Η κοινωνική ανθρωπολογία δεν προσφέρει εύκολες λύσεις. Προσφέρει όμως κάτι πιο πολύτιμο. Την κατανόηση του πώς φτάσαμε ως εδώ. Και χωρίς αυτή την κατανόηση, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συζητήσουμε σοβαρά για το πού θέλουμε να πάμε.
Μια σοβαρή προσέγγιση
Η πολιτική και η επικοινωνία, είθισται στις μέρες μας να κινούμαστε στο επίπεδο του εντυπωσιασμού και των επιφανειακών προσεγγίσεων. Κι αυτό στους πολιτικούς και μιντιακούς κύκλους χαρακτηρίζεται ως όρος επιβίωσης και για τα δύο. Ασφαλώς και πρόκειται για ένα τεράστιο ψέμα ή αν προτιμάτε, μια αυταπάτη που έχει καλλιεργηθεί για να μην έχουν ηθικούς ενδοιασμούς οι «εξαγορασμένες συνειδήσεις». Είναι ξεκάθαρο πως αποτελεί τεράστια υποκρισία αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας, με τις «αποκαλύψεις» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Για θέματα γνωστά, για προβλήματα παλαιά που έχουν την ανοχή ή και την στήριξη της πολιτικής και αποτελούσε κοινό μυστικό στις κοινωνίες αυτό που συνέβαινε. Σε αυτό το τοπίο, μια προσέγγιση όπως εκείνη που κάνει ο Χέρτσφελντ αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον, εφόσον επιθυμούμε να δούμε το πρόβλημα στη σωστή του διάσταση, επιδιώκοντας διορθώσεις.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ



































































































