Γράφει η Σοφία Αρακαδάκη, πιανίστα
Σε μια κοινωνία με βαθιά οικονομική κρίση η συναυλία ως η δυνατότητα που δίνεται σε διαφορετικούς ανθρώπους να μοιραστούν εμπειρίες και να επικοινωνήσουν μέσω ενός μουσικού κώδικα φαίνεται να ανακτά την θέση της στην πολιτιστική ζωή της χώρας μας μετά την ξηρασία που δημιουργήθηκε την περίοδο του Covid- 19. Μετά την πανδημία ο κλάδος των live εμφανίσεων γνωρίζει άνθηση με τα φεστιβάλ να επιστρέφουν και τα sold out να πληθαίνουν.
Τι είναι αυτό όμως που οδηγεί τα βήματα του μουσικού στη σκηνή και τι αυτό που ωθεί τον ακροατή να επενδύσει το χρόνο και τα χρήματά του σε ένα μουσικό γεγονός;
Η επιλογή ενός ανθρώπου να είναι μουσικός κατ’ επάγγελμα συνήθως δε γίνεται με κίνητρο την οικονομική ή την κοινωνική αποκατάσταση. Δεν είναι μία ορθολογική επιλογή. Είναι μία αναπόφευκτη κατάσταση και αποτέλεσμα μίας πρωτόγονης ακαθόριστης έλξης από την πηγή του ήχου, το όργανο. Είναι η δυνατότητα που του δίνεται να εκφράσει συναισθήματα και σκέψεις χωρίς λόγια. Είναι το όνειρο ενός παιδιού, που γεννήθηκε ασυνείδητα και προκλήθηκε μόνο από την ευχαρίστηση που του δημιούργησε το άκουσμα της μουσικής, ο ήχος, η μελωδία, η αρμονία, πριν τον γοητεύσουν οι δομές, η πολυπλοκότητα και οι φόρμες.
Χρειάστηκε να επιστρατεύσει την πειθαρχία, την υπακοή, την επιμονή και την υπομονή για να καταφέρει να κερδίσει το γνωστικό αντικείμενο. Στην πορεία ανακάλυψε πως η διαδικασία περνάει μέσα από την αυτογνωσία και πως όλη η μελέτη είναι ένα μέρος μίας γενικότερης γνωστικής εξέλιξης. Έμαθε περισσότερα για τον εαυτό του παρατηρώντας τις αντοχές που δημιουργεί η τελειομανία που νομίζει πως απαιτείται για την αναπαραγωγή του μουσικού έργου, είτε δικού του είτε άλλων. Τέλος ατσαλώνεται και δουλεύει τον τομέα της αυτοεκτίμησης, για να ετοιμαστεί για το μοίρασμα που, χωρίς αυτό, το έργο δεν ολοκληρώνεται.
Εκεί ο μουσικός συναντά τον ακροατή. Μεταφέρει το ανθρώπινο περιεχόμενο της μουσικής που εμφανίζεται ως μελωδία, ως αρμονία, με ρυθμό που, ανάλογα με την εποχή, είναι σε πληρότητα ή σε αποδόμηση. Στην κλασική περίοδο σε απόλυτη συμμετρία, στην σύγχρονη εποχή χτισμένο άναρχα.
Ο ακροατής συνδέει την μουσική που ακούει μέσω των αισθήσεων του. Αν είναι ενεργός θα παρακολουθήσει την μουσική διαδικασία που οδηγείται μέσω της σύνθεσης – δομής και ανάλογα με το επίπεδο των γνώσεων του πάνω στο αντικείμενο θα συνδεθεί μέσω μίας επιστημονικής προσέγγισης ή θα αφεθεί με απλότητα. Πιθανά θα κάνει συνδέσεις ανάλογα με τις μνήμες του. Μπορεί να συσχετίσει το μουσικό υλικό με το οποίο έρχεται σε επαφή με προσωπικά του βιώματα, με εικόνες, με συνειρμούς. Σίγουρα πάντως αυτό που συγκινεί έναν άνθρωπο είναι πιθανά αδιάφορο για κάποιον άλλο. Αυτό είναι ανάλογα με το πολιτιστικό του υπόβαθρο, την τρέχουσα συγκινησιακή του κατάσταση, τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά του καθώς και την αντιληπτική του ικανότητα.
Κατά την μετάδοση της μουσικής γεννιούνται συναισθήματα. Ο μεν καλλιτέχνης τα εκφράζει έχοντας ολοκληρώσει την γνωστική διαδικασία συμπεριλαμβανομένης και της προσωπικής γνωσιακής του εξέλιξης. Ο αποδέκτης τα αντιλαμβάνεται και, ανάλογα με την συγκινησιακή του φόρτιση, βάζει ένα πρόσημο θετικό ή αρνητικό και αποδέχεται το μοίρασμα ή όχι. Με τη σειρά του ανταποδίδει την στάση του μέσω του χειροκροτήματος που είναι η άμεση έκφραση του συναισθήματος του αλλά και με έναν ενεργειακό τρόπο ώστε να δημιουργείται αλληλεπίδραση.
Με ένα τρόπο δημιουργείται μία κοινή σχέση. Ο μουσικός βιώνει την ολοκλήρωση της δουλειάς του και η φωνή του αποκτά αξία νιώθοντας την αντίδραση του ακροατή, ο οποίος με τη σειρά του έρχεται σε επαφή με το συναίσθημα του και παίρνει την ευκαιρία για στοχασμό και αναστοχασμό.
Δράση και αντίδραση σε μία σχέση που στην διάρκεια των αιώνων μένει πάντα δυνατή.

































































































