Ο συνδυασμός ανεργίας και μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος έχει αρνητικές επιδράσεις στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές ανάγκες τους. Πέρυσι, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά τα στοιχεία που είχαν καταγραφεί σχετικά με το ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα που αδυνατεί να καλύψει επιλεγμένες βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.
Το κάνουμε και φέτος, με βάση τα στοιχεία της Eurostat και την επιμέρους ανάλυση που έκανε η μελέτη του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, αναδεικνύοντας μια τραγική διάσταση που βιώνει η ελληνική κοινωνία.
Είναι χαρακτηριστική η σύγκριση με τις χώρες της Ε.Ε. που αναδεικνύει, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πλέον, πως δεν αποτελούμε χώρα του στενού πυρήνα της Ευρωζώνης, αλλά περιθωριακή χώρα της Ε.Ε. που εντάσσεται στην ταχύτητα των χώρων της πρώην Ανατολικής Ευρώπης.
Θέρμανση και διατροφή
Με βάση τα στοιχεία, παρατηρούμε ότι το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης του σπιτιού του σχεδόν διπλασιάζεται την τελευταία πενταετία και πάει από 15,4% το 2010 σε 29,2% το 2015. Αντίστοιχα στις χώρες της Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει σταθερό και χαμηλότερο του 10%.
Αύξηση εμφανίζει και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που αδυνατούν να καταναλώσουν γεύμα με κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο κάθε 2η μέρα. Από 7,9% το 2010 φτάνει στο 12,9% το 2015, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. των 28 (μαζί και οι ανατολικές χώρες) εμφανίζει σταθερότητα σε επίπεδα κάτω του 9%.
Έκτακτες δαπάνες
Χαρακτηριστικό της οικονομικής αδυναμίας στην οποία έχουν περιέλθει τα ελληνικά νοικοκυριά είναι η πολύ μεγάλη αύξηση εκείνων που αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες δαπάνες, με αποτέλεσμα ένας στους δύο να μην μπορεί. Το ποσοστό των έκτακτων δαπανών που δεν καλύπτονται αυξάνεται από 28,2% το 2010 στο εφιαλτικό 53,4% το 2015. Η αδυναμία αυτή ουσιαστικά αποτυπώνει αφενός τη μεγάλη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, αφετέρου την κατάρρευση των αποταμιεύσεών τους. Αντίθετα στην Ε.Ε., αν και το ίδιο ποσοστό είναι σχετικά υψηλό, παρουσιάζει ωστόσο σταθερότητα και είναι κάτω από το 40%.
Ενοίκια και λογαριασμοί
Αυξανόμενο είναι επίσης και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει καθυστερήσεις στην πληρωμή τόκων και ενοικίων (από 10,2% το 2010 φτάνει στο 14,3% το 2015), όταν το ίδιο ποσοστό στην Ε.Ε. παραμένει σταθερό στο ιδιαίτερα χαμηλό 4%.
Τέλος, γενικευμένα χαρακτηριστικά φαίνεται να αποκτά η αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ΔΕΚΟ στην ώρα τους, καθώς το ποσοστό αυξάνεται από 18,8% το 2010 στο 42% το 2015. Πρώτη απ’ όλες τις ΔΕΚΟ, φυσικά, η ΔΕΗ. Σαφώς χαμηλότερο και σταθερό στα επίπεδα του 9% είναι το αντίστοιχο ποσοστό των νοικοκυριών της Ε.Ε.
Η φτώχεια είναι παρούσα
Συμπερασματικά, προκύπτει πως οι πολιτικές λιτότητας επέφεραν δραματική επίπτωση στους όρους διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών, γεγονός που αποτυπώνεται στη μεγάλη μείωση την οποία εμφανίζει το κατώφλι σχετικής φτώχειας στα 4.500 ευρώ (από 7,17% νοικοκυριών που μπορεί να αποταμιεύσει και το οποίο εκτιμάται στο 1,5% του συνόλου (ΓΣΕΒΕΕ, 2017). Συγκρίνοντας τα ελληνικά νοικοκυριά με εκείνα της ΕΕ, παρατηρούμε πως σε ορισμένους τομείς όπου είχαν καλύτερες επιδόσεις το 2010, όπως, π.χ., στο να έχουν γεύμα με κρέας, ψάρι, ή κοτόπουλο κάθε 2η ημέρα ή στη δυνατότητα κάλυψης έκτακτων δαπανών, το 2015 οι επιδόσεις τους υστερούν. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι συγκριτικά με το 2014 τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν βελτίωση στην κάλυψη ορισμένων βασικών αναγκών.
Συγκρίνοντας τους όρους διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών με εκείνων της ΕΕ, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα πως βρίσκονται σε διευρυνόμενη απόκλιση.
Στο σύνολο του πληθυσμού το ποσοστό που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής υλικής αποστέρησης αυξάνεται από 11,4% το 2010 σε 21,3% το 2015. Αυτό σημαίνει πως τουλάχιστον ένας στους πέντε Έλληνες εμφανίζει σοβαρά προβλήματα διαβίωσης.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ



































































































