Η πολιτική «τρικυμία» που ξέσπασε στην Αθήνα για το νερό, με πρωταγωνιστές τον (Ρεθυμνιώτη στην καταγωγή) Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Κωστή Χατζηδάκη και τον Υπουργό Επικρατείας Σταύρο Παπασταύρου, δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο κυβερνητικής διελκυστίνδας. Είναι η αποτύπωση της βαθιάς αμηχανίας και των αντικρουόμενων προσεγγίσεων για το κρισιμότερο, ίσως, ζήτημα της επόμενης δεκαετίας: τη διαχείριση της λειψυδρίας.
Η ηχηρή απουσία του κ. Χατζηδάκη από την παρουσίαση του σχεδίου για το νερό από τον κ. Παπασταύρου, επιβεβαιώνει ένα ρήγμα που δεν αφορά μόνο τις προσωπικές σχέσεις, αλλά την ουσία της στρατηγικής. Και ενώ η Αθήνα ασχολείται με το ποιος επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου, η Κρήτη, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ερημοποίησης, παρακολουθεί με ανησυχία ένα σχέδιο που μοιάζει να αγνοεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες και, κυρίως, να υπονομεύει τη μόνη λογική λύση για το νησί: την αναβάθμιση του Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης (ΟΑΚ) σε ενιαίο φορέα διαχείρισης υδάτων.
Τι παρουσίασε ο κ. Παπασταύρου; Ένα μοντέλο «δύο πυλώνων», όπου η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ μετατρέπονται σε γιγαντιαίους παρόχους, απορροφώντας υποχρεωτικά άλλους μικρότερους φορείς στις ευρύτερες περιοχές τους. Ακόμη πιο κρίσιμο: αναλαμβάνουν και την άρδευση.
Για την υπόλοιπη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης, το σχέδιο είναι θολό. Ο κ. Παπασταύρου μίλησε για «εξυγίανση» των 110 ΔΕΥΑ της χώρας (που δεν θα απορροφηθούν άμεσα) μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών και για 740 κατακερματισμένους παρόχους. Παράλληλα, έκανε μια φευγαλέα αναφορά στην «ύδρευση του Ηρακλείου» ως ένα από τα 151 έργα στα νησιά.
Αυτό που απουσιάζει, ωστόσο, είναι η στρατηγική για τις περιφέρειες που έχουν ειδικά χαρακτηριστικά, όπως η Κρήτη. Το σχέδιο φαίνεται να προκρίνει είτε την επέκταση ενός αθηναϊκού μοντέλου (ΕΥΔΑΠ) είτε τη συνέχιση μιας κατακερματισμένης διαχείρισης υπό την «ομπρέλα» του ΥΠΕΣ, τη στιγμή που η Κρήτη έχει ήδη έναν έτοιμο, εξειδικευμένο βραχίονα: τον ΟΑΚ.
Η «ξεχασμένη» λύση του ΟΑΚ
Εδώ και χρόνια, σύσσωμοι οι φορείς της Κρήτης -από την Περιφέρεια και τους Δήμους μέχρι τον ίδιο τον ΟΑΚ- έχουν επισημάνει το αυτονόητο: Η Κρήτη χρειάζεται έναν ενιαίο φορέα διαχείρισης. Το νησί διαθέτει ήδη τον Οργανισμό που σχεδίασε, κατασκεύασε και σήμερα διαχειρίζεται τα μεγαλύτερα υδατικά έργα του νησιού (φράγματα Αποσελέμη, Φανερωμένης, Ποταμών κά.). Ο ΟΑΚ είναι ο μόνος που διαθέτει την τεχνογνωσία, την εμπειρία και την «νησιωτική» αντίληψη για να διαχειριστεί ολιστικά το νερό, από τα φράγματα μέχρι τη βρύση και το χωράφι.
Η πρόταση που έχει πέσει στο τραπέζι είναι σαφής: Μετατροπή του ΟΑΚ σε έναν ισχυρό, περιφερειακό φορέα που θα αναλάβει συντονισμένα την ύδρευση και την άρδευση, απορροφώντας ή συντονίζοντας τις κατακερματισμένες ΔΕΥΑ και τους δεκάδες ΤΟΕΒ (Τοπικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων), που συχνά λειτουργούν με όρους περασμένων δεκαετιών.
Το σχέδιο Παπασταύρου δε μοιάζει να υιοθετεί αυτή την ώριμη πρόταση. Προωθώντας ένα μοντέλο όπου το ΥΠΕΣ «νοικοκυρεύει» τις ΔΕΥΑ, ουσιαστικά υποβαθμίζει τον ΟΑΚ και καταδικάζει την Κρήτη είτε σε μια αιώνια αναμονή για «εξυγίανση» είτε, στο χειρότερο σενάριο, σε μελλοντική απορρόφηση από έναν πάροχο-γίγαντα με έδρα την Αθήνα.
Η αναφορά στην «ύδρευση του Ηρακλείου» είναι απλώς ένα «έργο» και όχι «στρατηγική». Η Κρήτη δε χρειάζεται αποσπασματικά έργα. Χρειάζεται ένα ενιαίο, έξυπνο σύστημα διαχείρισης από έναν φορέα που να κατανοεί ότι το νερό στο Λασίθι συνδέεται με το νερό στο Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Η «τρικυμία» στην Αθήνα δείχνει ότι ακόμη και στο κέντρο λήψης αποφάσεων δεν υπάρχει πυξίδα. Η Κρήτη, όμως, έχει δείξει την πυξίδα της εδώ και καιρό. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση θα αγνοήσει το ώριμο τοπικό σχέδιο για τον ΟΑΚ, προτιμώντας να πειραματιστεί με αθηνοκεντρικά μοντέλα σε ένα νησί που στερεύει.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ





































































































