Γράφει ο Τάσος Αναστασάκης, Παιδίατρος
Ο εκφοβισμός είναι μια ανεπιθύμητη επιθετική συμπεριφορά με επαναληψιμότητα στην οποία παρατηρείται μια ανισορροπία δύναμης και ισχύος μεταξύ θύματος και θύτη. Ο εκφοβισμός και η βία μπορεί να είναι ψυχολογική ή σωματική. Μεγάλος αριθμός περιστατικών λαμβάνουν χώρα στο διαδίκτυο, οπότε πρόκειται για διαδικτυακό μπούλινγκ. Είναι μια επιθετική συμπεριφορά που εκφράζεται με κτυπήματα, σπρωξίματα, δαγκωνιές, κοινωνικό αποκλεισμό, βρισιές, εκβιασμούς, διάδοση ψευδών φημών, σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων κ.α.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει σημαντική θέση ανάμεσα στις χώρες με περιστατικά ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού. Ερευνα του ΕΚΠΑ πρόσφατα, έδειξε ότι 50-60% των εφήβων έχει δεχθεί εκφοβισμό. 30% έχει εμπλακεί πρόσφατα σε καυγά και 8% ότι έχει εμπλακεί σε καυγά τουλάχιστον 3 φορές.
Οι δράστες ανήκουν δυνητικά σε κάθε ομάδα παιδικού-εφηβικού πληθυσμού. Θύματα είναι συνήθως παιδιά που διαφέρουν. Μπορεί να είναι πολύ καλοί μαθητές, να έχουν διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα, να είναι παχύσαρκα, να ντύνονται διαφορετικά, να μην συμπεριφέρονται όπως τα άλλα παιδιά. Τα αγόρια τσακώνονται συνήθως για κορίτσια, αλλά μπορεί να τσακωθούν για οτιδήποτε. Τα κορίτσια δεν υστερούν σε ανάλογη συμπεριφορά, οι παρέες προκαλούν η μία την άλλη, τα αντανακλαστικά είναι σε ετοιμότητα, μια σπίθα αρκεί για να εμπλακούν και να κυλιστούν στο τσιμέντο.
Οι καθηγητές καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να τους κρατήσουν ήρεμους στα διαλείμματα.
Τα θύματα κρύβονται, είναι δύσκολο να εντοπισθούν.
Υπάρχει ψηφιακή πλατφόρμα (stop bullying.gov.gr) για δήλωση περιστατικών σχολικού εκφοβισμού, όμως όταν γίνονται σε πλατφόρμα αποκτούν νομική υπόσταση και ό,τι επακολουθεί φοβίζει τα θύματα και τους γονείς τους. Όταν γίνονται καταγγελίες σε καθηγητές γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπισθούν ενδοσχολικά. Οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν επαρκή εκπαίδευση, αδυνατούν να παρέμβουν αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση περιστατικών ενδοσχολικής βίας.
Το bullying αναδύεται από μια σύνθετη αλληλεπίδραση του ατόμου με την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία. Η επιθυμία για δύναμη και αναγνώριση με την έλλειψη ενσυναίσθησης, συναντούν ένα περιβάλλον που το επιτρέπει.
Ο θύτης έχει ανάγκη για κυριαρχία και έλεγχο, ψευδή αίσθηση δύναμης. Η χαμηλή του αυτοεκτίμηση καλύπτεται με την επιβολή του στους άλλους. Στερείται ενσυναίσθησης και πιθανόν να έχει εκτεθεί ο ίδιος σε βία. Πολλές φορές οι θύτες προέρχονται από οικογένειες που δυσλειτουργούν, έχουν έλλειψη γονικής φροντίδας και πρότυπα βίαιης συμπεριφοράς στο σπίτι. Πιθανόν να υπάρχει αρνητικό σχολικό κλίμα, έλλειψη σχολικών κανονισμών και επίβλεψης, κοινωνική αποδοχή.
Τα πρότυπα βίας στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, οι κοινωνικές πιέσεις για σκληρά ανδρικά ή γυναικεία πρότυπα συμπεριφοράς, τα ενισχύουν.
Σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν μόνα τους, οι μεγάλοι δεν τους δείχνουν την προσοχή που χρειάζονται, περιμένουν στο σπίτι τους γονείς τους κουρασμένους να επιστρέψουν. Βία και σκληρότητα κυριαρχεί παντού, ό,τι βλέπουνε στις οθόνες περιέχει βία, στην οικογένεια πολλές φορές υπάρχει δυσλειτουργία, έτσι θεωρούν την βία σαν κάτι φυσιολογικό και το μιμούνται. Νοιώθουν σαν ξένα, είναι θυμωμένα, νοιώθουν ένοχα, μόνα τους, με γονείς ανήσυχους δυστυχισμένους. Έχουν ελλιπή ενημέρωση και από το σπίτι τους και από το σχολείο.
Η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει κρίση και τα παιδιά μόνα τους προσπαθούν να βρούν λύση καταφεύγοντας στο διαδίκτυο.
Η αφετηρία του κακού είναι η λογική της εποχής των παροχών στα παιδιά. Παιγνίδια, ρούχα, χρήματα, διασκέδαση και κενό. Οι νέοι διαθέτουν όμως δύναμη και η πιο εύκολη επίδειξή της είναι η βία, η οποία προβάλλεται από τα ΜΜΕ άστοχα, προσφέροντας σαγήνη στους ψευτόμαγκες που την προκαλούν, και σε εκείνους που την παρακολουθούν.
Τα βιώματα των παιδιών που βρίσκονται σήμερα στην εφηβεία, είναι μια αλληλουχία διαδοχικών κρίσεων, οικονομική κρίση, υγειονομική κρίση και αμέσως μετά γεωπολιτική κρίση. Ένα καλύτερο αύριο δεν υπάρχει στο βίωμα τους, καταφεύγουν στον ατομικισμό, έχουν αποεπενδυθεί συναισθηματικά από τον άλλο, τον θεωρούν ανταγωνιστή.
Η πανδημία και ο εγκλεισμός που ακολούθησε επηρέασε πολλές πτυχές της ζωής τους. Η εκδήλωση μιάς ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Ούτε οι επαναστάσεις, ούτε οι διαδηλώσεις, ούτε η βία εμφανίζονται ξαφνικά, επωάζονται καιρό πριν ξεσπάσουν.
Οι γονείς διδάσκουν με το παράδειγμά τους, πολύ λίγο με τα λόγια τους. Ο γονιός πρέπει να έχει γνώσεις, να γνωρίζει τα αναπτυξιακά στάδια του παιδιού, να έχει χρόνο μαζί του, να αναπτύξει ενσυναίσθηση προς τις ανάγκες του παιδιού του.
Σήμερα εκπληρώνομε τις υλικές απαιτήσεις των παιδιών με το παραπάνω με μεγάλο αγώνα και παραμελούμε τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού.
Ένα θύμα εκφοβισμού μπορεί εν δυνάμει να μετατραπεί σε θύτη ανάλογα με το πώς θα επεξεργαστεί και θα νοηματοδοτήσει το τραύμα.
Τα σύγχρονα μέσα πληροφορικής και επικοινωνίας μας πληροφορούν αμέσως για κάθε συμβάν και δημιουργούν ένα χρηματιστήριο εντυπώσεων που εξωθεί τα παιδιά όλο και σε πιο έντονες πράξεις βίας.
Το σχολικό πρόγραμμα στην Ελλάδα εστιάζει στην απόκτηση γνώσεων και δεν αφήνει χώρο για απόκτηση δεξιοτήτων αλληλεπίδρασης και διαλόγου μεταξύ των μαθητών και των καθηγητών και αμοιβαίου αλληλοσεβασμού. Η κούρσα προς τις πανελλήνιες εξετάσεις τρέφει μια κουλτούρα ανταγωνιστικού ατομικισμού. Είναι αναγκαίο να επανεξετάσουμε και να επαναπροσεγγίσουμε σε νέες βάσεις τον ρόλο του σχολείου.
Η ψυχολογία των εφήβων επηρεάζεται, τα περιστατικά πληθαίνουν και βαθαίνουν σε σύγχυση και διαστροφή. Ο ανταγωνισμός αυξάνεται και γίνεται προσπάθεια να εξουδετερωθεί ο αντίπαλος με διάφορους τρόπους.
Το να τσακώνεσαι και να παίζεις ξύλο έχει γίνει πλέον κούλ, όλοι αγόρια, κορίτσια, καλοί και κακοί μαθητές. Υπάρχουν παρέες που είναι έτοιμες από την μια στιγμή στην άλλη να ξεσπάσουν σε καυγά.
Το πρόβλημα της βίας και της κακοποίησης ψυχολογικής και σωματικής είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Η ηθική αγανάκτηση και οι νουθεσίες δεν προσφέρουν.
Η στρατηγική για την κατανίκηση της εφηβικής βίας προϋποθέτει την αποδόμηση της τροφοδοσίας τους, που είναι η σαγήνη του κακού. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από θετικά πρότυπα, από υπερήρωες.
Στα παιδιά χρειάζεται να δώσουμε ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, σήμερα είναι απελπισμένα. Βλέπουν μπροστά τους ένα τοίχο, μετατρέπουν την άμυνά τους σε επιθετικότητα. Έχουν ανάγκη να ελέγξουν το συναίσθημά τους να διατυπώσουν τον συλλογισμό τους. Γι’ αυτό χρειάζονται λέξεις, η γλώσσα μας είναι πλούσια. Αν ο έφηβος αποκοπεί από τις λέξεις και εκφράζεται με τη λέξη «κουλό» βρίσκεται σε σύγχυση, έχει αποκοπεί από τη λεκτική επικοινωνία και έχει απορροφηθεί στο διαδίκτυο. Τότε ο κίνδυνος μεγαλώνει, θεριεύει.
Η επιθετικότητα δεν έχει μόνο μία γενεσιουργό αιτία, τραυματίζει και επιστρέφει το τραύμα που την θρέφει.
Η γλώσσα του κάθε ανθρώπου είναι το μέσο με το οποίο κτίζει το παιδί και ο έφηβος το ΕΓΩ του, αντιλαμβάνεται και δίνει νόημα στον κόσμο που τον περιβάλει, τον εμπλουτίζει και δίνει νόημα, σχήμα και περιεχόμενο στη ζωή.
Ένα παιδί που δεν δέχεται και δεν ασκεί εκφοβισμό, απλώς τον βλέπει να εξελίσσεται, παραμένει μουδιασμένο, φοβάται, στρεσάρεται, σκέφτεται. Σκέφτεται τι μπορεί να κάνει. Συχνά δεν κάνει τίποτα, όμως νοιώθει ενοχή, θεωρεί τον εαυτό του δειλό, συγχρόνως φοβάται μήπως έρθει η σειρά του.
Όποιος κοιτάζει μόνο τον εαυτό του καταλήγει να μην εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Όταν αδιαφορούμε δημιουργούνται συνθήκες να συνεχιστεί η βία, γινόμαστε συνένοχοι.
Το γονεϊκό ένστικτο συμβουλεύει «μείνε μακριά», όμως το παιδί όταν βλέπει κάποιον να εκφοβίζει ήδη βρίσκεται σε περιβάλλον βίας. Η βία αναπαράγεται και πολλαπλασιάζεται. Τα παιδιά δεν πρέπει να είναι παθητικοί θεατές. Η βία αργά ή γρήγορα θα τα αγγίξει, να τους διδάξουμε να έχουν δύναμη και αλληλεγγύη. Μόνα τους δεν μπορούν, πρέπει να συνεργαστούν με άλλα παιδιά και όλα μαζί να βρούνε τον θύτη και να του δηλώσουν ότι δεν θα δεχθούν άλλη βία στο περιβάλλον τους.
Το να παρέμβει μόνο του το παιδί χρησιμοποιώντας βία δεν είναι σωστό, το θύμα αποδυναμώνεται, μπορεί να γίνει μεγαλύτερο κακό. Κάθε περιστατικό που μας αναφέρει το παιδί είναι και μια ευκαιρία για να το επαινέσουμε και να ψάξουμε για εξεύρεση λύσεων στη διαχείριση των συγκρούσεων.
Στην Φιλανδία το 1998 ψηφίστηκε νόμος για την διασφάλιση του δικαιώματος για ένα ασφαλές μαθητικό περιβάλλον σπουδών και θεσπίστηκαν κυρώσεις και ποινές σε περιπτώσεις απειθαρχίας. Συνέθεσαν ένα antibulying πρόγραμμα το Kiva που εφαρμόστηκε στα σχολεία από το 2009. Η βάση του προγράμματος βρίσκεται στην κατανόηση των μηχανισμών εκφοβισμού. Πραγματοποιούνται στη διάρκεια του έτους 20 ώρες μαθημάτων που περιλαμβάνουν συζήτηση, ομαδικές δραστηριότητες με επικέντρωση στις κοινωνικές δεξιότητες, μαθαίνοντας για τα συναισθήματα, τον σεβασμό απέναντι στους άλλους, τη σημασία της συμμετοχής και τη δυναμική της ομάδας. Την πρώτη χρονιά που εφαρμόστηκε το πρόγραμμα μειώθηκε κατά 1/3 ο αριθμός των παιδιών που έπεσαν θύματα bullying.
Στην Ελλάδα εφαρμόστηκε ένα ανάλογο πρόγραμμα στο σχολείο Ευρωπαϊκής Παιδείας στο Ηράκλειο Κρήτης. Το σχολείο είναι δημόσιο και φιλοξενεί παιδιά των οποίων οι γονείς εργάζονται σε ευρωπαϊκούς θεσμούς και μετακινούνται συχνά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σχολείο έχει μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των μαθητών, με πρόγραμμα και σαφήνεια βημάτων. Το υψηλό κόστος επιμόρφωσης των στελεχών που έπρεπε να καλύψει οδήγησε στην εγκατάλειψη του προγράμματος.
Για να αντιμετωπίσουμε τον εκφοβισμό χρειάζονται όλοι, πρώτα από όλους οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, οι ιερείς, η κοινωνία. Τα υγιή παιδιά θα καταλάβουν το λάθος τους, θα μετανοήσουν, θα ζητήσουν συγνώμη και θα αλλάξουν την συμπεριφορά τους.
































































































