Στην πρόσφατη πεζοπορία μου στο Καθαρό πέρασα δίπλα από το εκκλησάκι της Παναγίας της Κοπρακιανής, στη θέση Κοπράκι.
Παρατήρησα το καμπαναριό που έχει δυο καμπάνες, τη γνωστή μας, αλλά και μία που είναι κομμάτι από λάφυρο του τελευταίου πολέμου. Την ίδια καμπάνα θα δούμε στο εκκλησάκι του Τίμιου Σταυρού στο Καθαρό και στο εκκλησάκι της Αγίας Πελαγίας του οροπεδίου Λασιθίου, στο τέλος των «στροφών τσ’ Αλέξαινας».
Τα ξωμονάστηρα –όπως λέγονται οι εκκλησίες που βρίσκονται εκτός των ορίων των κοινοτήτων και συνοικισμών– προπολεμικά δεν είχαν καμπάνες, αλλά σήμαντρα, κοινώς σημαντήρια. Έτσι οι περισσότερες εκκλησίες στο Καθαρό, μέχρι που τέλειωσε ο πόλεμος του 40, δεν είχαν καμπάνα. Με τη λήξη του πολέμου ορισμένοι κάτοικοι σκεφτήκανε να εκμεταλλευτούν τα κατάλοιπα του πολεμικού υλικού για τον παραπάνω σκοπό. Έκοβαν λοιπόν μια βόμβα, που δεν είχε εκραγεί, στα δύο και κατασκεύαζαν δύο καμπάνες, που, αν και δεν είχαν βυζαντινές προδιαγραφές και προς το είδος και τον ήχο, όμως εξυπηρέτησαν τις ανάγκες των πιστών.
Γιατί όμως σήμερα βλέπουμε δύο διαφορετικές καμπάνες. Την απάντηση μας την είχε δώσει ο συνταξιούχος Γιάννης Πάγκαλος: «Τα χρόνια περνούσαν με τις καμπάνες από οβίδες κρεμασμένες σε δίκλωνους πρίνους. Αργότερα κτίστηκαν τα καμπαναριά όπου και τοποθετήθηκαν. Έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά και αυξανόμενο το βιοτικό επίπεδο που επέτρεψε σε κάποια γειτονική κτηνοτροφική οικογένεια να δωρίσει μια συνηθισμένη καμπάνα».
»Παραγγέλθηκε και μεταφέρθηκε στην εκκλησία με σκοπό να αντικατασταθεί η παλιά. Τότε όμως δημιουργήθηκε πρόβλημα διότι οι δωρητές της πρώτης καμπάνας δεν ήθελαν να αντικατασταθεί με κανένα τρόπο. Πρόβλημα που έμοιαζε με την κινηματογραφική ταινία Φουρτουνάκηδες και Βροντάκηδες. Τη λύση τη βρήκε ο παπά Γιώργης. Να γίνει το καμπαναριό διθέσιο και να τοποθετηθούν και οι δύο καμπάνες, η μία δίπλα στην άλλη. Έτσι και έγινε, διαλύθηκε η διαμάχη και από τότε οι εκκλησίες της Παναγίας Κοπρακιανής, του Τιμίου Σταυρού και της Αγίας Πελάγιας -και όχι μόνο- έχουν δύο καμπάνες, που την ημέρα της γιορτής τους κτυπούν χαρμόσυνα, αλλά και παράξενα λόγω της διαφορετικής προέλευσής τους».
ΛΕΩΝ.Κ.







































































































