Τον τρίτο χαμηλότερο πληθωρισμό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης σημείωσε η Ελλάδα και συγκεκριμένα 2,4% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, στοιχείο ωστόσο που δεν σημαίνει δυστυχώς ότι το επίπεδο τιμών στην Ελλάδα είναι χαμηλό –σε σχέση ειδικά με την αγοραστική δύναμη–, ούτε ότι έχουν σταματήσει οι ανατιμήσεις.
Μάλιστα όσον αφορά ειδικά το τελευταίο, οι εκτιμήσεις της Eurostat που ανακοινώθηκαν χθες έδειξαν αύξηση του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα κατά 1,9% τον Σεπτέμβριο σε σύγκριση με τον Αύγουστο, αύξηση που είναι η μεγαλύτερη που καταγράφεται σε μηνιαία βάση στην Ευρωζώνη.
Οι ενδείξεις, εξάλλου, που υπάρχουν από την εγχώρια αγορά κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι, καθώς μετά τα λαχανικά άρχισαν να εμφανίζονται σημαντικές ανατιμήσεις σε φρούτα αλλά και σε κρέατα. Δυσοίωνες άλλωστε είναι οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια παραγωγή σε σειρά πρώτων υλών, από το ελαιόλαδο και τη ζάχαρη έως το ρύζι και τα σιτηρά.
Την ίδια ώρα, αν και ο δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία υποχώρησε τον Αύγουστο του 2023 κατά 8,3% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα, αυξήθηκε κατά 3% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2023.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ), οι αυξήσεις τιμών στα λαχανικά σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο φτάνουν ακόμη και το 80% (στα ντοματίνια), ενώ πλέον καταγράφονται αυξήσεις τιμών έως 50% και στις τιμές χονδρικής στα φρούτα (π.χ. στα μήλα). Σε υψηλότερα επίπεδα βρίσκεται το εύρος τιμών χονδρικής και στα κρέατα σε σύγκριση με πέρυσι, τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα.
Για παράδειγμα, το εύρος τιμών για τα εγχώρια αρνιά είναι 8-11 ευρώ από 8 έως 9,60 πέρυσι, ενώ τα εισαγόμενα από τη Ρουμανία, με τα οποία τροφοδοτείται σε πολύ μεγάλο βαθμό η εστίαση, έχουν τιμές χονδρικής από 8 έως 8,80 ευρώ/κιλό και πέρυσι οι τιμές ήταν από 7,50 έως 8 ευρώ/κιλό. Από 3,50 έως 3,70 ευρώ ανά κιλό κυμαίνονται οι τιμές για τα χοιρινά (εγχώρια μαδητά μισάδια), ενώ πέρυσι κυμαίνονταν από 3 έως 3,30 ευρώ, με αντίστοιχες αυξήσεις και στα εισαγόμενα χοιρινά. Από 6,50 έως 7,20 ευρώ πωλούνται τα εγχώρια μοσχάρια (τεταρτημόρια), ενώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο η τιμή χονδρικής ήταν 6,10-6,70 ευρώ/κιλό.
Ο κλάδος των σούπερ μάρκετ από την πλευρά του εκτιμά ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα σε σειρά προϊόντων. Στο ρύζι, για παράδειγμα, η παραγωγή είναι μειωμένη διεθνώς, η Ινδία έχει σταματήσει τις εξαγωγές, ενώ η συγκομιδή της εγχώριας σοδειάς θα καθυστερήσει κατά ένα μήνα λόγω των καλοκαιρινών βροχοπτώσεων τον Αύγουστο στη Θεσσαλονίκη (στη Χαλάστρα υπάρχουν οι πιο σημαντικές καλλιέργειες ρυζιού στην Ελλάδα).
Η τιμή παραγωγού στο ελαιόλαδο είναι ήδη 8,70 ευρώ/κιλό με ανοδική τάση, ενώ η παραγωγή εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 160.000 τόνους, από 350.000 τόνους την περίοδο 2022-2023. Μετά τη μειωμένη παγκοσμίως παραγωγή ζάχαρης κατά 12% την περίοδο 2022-2023, ανησυχίες υπάρχουν για τη νέα συγκομιδή, λόγω της καθυστέρησης φύτευσης κατά ένα μήνα ένεκα βροχών. Ακόμη και στις κονσέρβες των ψαρικών (τόνος) υπάρχει έλλειψη πρώτης ύλης, με την αγορά να αναμένεται να εξισορροπηθεί στις αρχές Δεκεμβρίου.
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


































































































