Η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας χωρίς την αντίστοιχη αμοιβή, η έντονη ψυχολογική πίεση, η σοβαρή σωματική καταπόνηση και η πλήρης απουσία ουσιαστικού ελεύθερου χρόνου συνθέτουν τη σκληρή πραγματικότητα για ένα πάρα πολύ μεγάλο τμήμα των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Αυτό αποκαλύπτει, με αδιαμφισβήτητα στατιστικά στοιχεία, το δεύτερο μέρος της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Η εν λόγω έρευνα, η οποία διεξήχθη σε εκτεταμένο δείγμα 6.000 εργαζομένων, μεταφέρει πλέον την εστίαση της ανάλυσής της από τις γενικές δεξιότητες στις πραγματικές συνθήκες άσκησης του κάθε επαγγέλματος.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων, η υπερωριακή απασχόληση έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί εξαίρεση, μετατρεπόμενη σε μια γενικευμένη και εξαντλητική κανονικότητα. Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους, δηλαδή το 35,5%, δηλώνει ρητά ότι εργάζεται τακτικά πέρα από το κανονικό ωράριό του. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η πρόσθετη αυτή εργασία μένει απλήρωτη. Ειδικότερα, συνολικά το 43,4% όσων κάνουν υπερωρίες δεν λαμβάνει καμία άμεση χρηματική αμοιβή. Από αυτούς, το 34,5% δεν πληρώνεται απολύτως τίποτα, ενώ ένα 8,9% αποζημιώνεται απλώς με κάποιο ρεπό ή ολιγοήμερη άδεια.
Έμφυλη ανισότητα
Παράλληλα, καταγράφεται μια σαφής έμφυλη ανισότητα, καθώς οι γυναίκες δηλώνουν συχνότερα, σε ποσοστό 41,1%, ότι παραμένουν απλήρωτες για τις επιπλέον ώρες τους, συγκριτικά με το 29,9% των ανδρών.
Το φαινόμενο της απλήρωτης υπερωρίας αφορά κάθε είδους επιχείρηση, όμως στις επιχειρήσεις 10 έως 49 εργαζομένων το ποσοστό μη πληρωμής εκτοξεύεται στο 46,5%, ενώ ακολουθούν οι μεγάλες εταιρείες άνω των 250 ατόμων με 45,3%. Επιπλέον, το 45,6% όσων εργάζονται «πολύ συχνά» υπερωριακά, δεν αμείβεται καθόλου.
Εξάντληση
Η ποιότητα της εργασίας προφανώς δεν αποτυπώνεται μόνο στον καταβαλλόμενο μισθό.
Η ισχυρή πίεση χρόνου ή ο εξαντλητικός φόρτος εργασίας αναφέρεται από το 60,1% των εργαζομένων, ενώ το 58,8% υποφέρει καθημερινά από την παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση. Οι επιπτώσεις στην υγεία είναι δραματικές. Το 42,1% των εργαζομένων εμφάνισε επιδείνωση στο άγχος τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, το 29,4% ταλαιπωρείται πλέον από πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, το 28,9% υποφέρει από πονοκεφάλους και κόπωση ματιών, ενώ το 27,3% βιώνει συνεχή συνολική κόπωση. Όταν μάλιστα οι υπερωρίες ξεπερνούν τις έντεκα ώρες εβδομαδιαίως, τα ποσοστά εκτοξεύονται, με το άγχος να αγγίζει το 57% και τους μυοσκελετικούς πόνους το 48,8%.
Μηχανισμός συμπίεσης του κόστους
Σχολιάζοντας τα σοκαριστικά αυτά ευρήματα, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΓΣΕΕ και πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, Μανόλης Πεπόνης, προχώρησε σε μια ιδιαιτέρως αιχμηρή δήλωση: «Η νέα μεγάλη έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει με τον πιο επίσημο και επιστημονικό τρόπο αυτό ακριβώς που επισημαίνεται καθημερινά στους χώρους δουλειάς. Η απλήρωτη υπερεργασία, η ακραία εντατικοποίηση και η καταστρατήγηση του ωραρίου δεν είναι κάποια μεμονωμένα ατυχήματα, αλλά ένας μόνιμος, συστημικός μηχανισμός συμπίεσης του κόστους. Στο νομό Λασιθίου και ευρύτερα στην Κρήτη, όπου η τοπική οικονομία βασίζεται σε τεράστιο βαθμό στον τουρισμό και τις υπηρεσίες, το φαινόμενο λαμβάνει σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξέλεγκτες διαστάσεις κατά τους μήνες της τουριστικής περιόδου. Οι εργαζόμενοι καλούνται να δουλεύουν εξαντλητικά, απάνθρωπα ωράρια, πολύ συχνά χωρίς τα ρεπό που νομίμως δικαιούνται και κυρίως χωρίς καμία επιπλέον αμοιβή. Το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους εμφανίζει επιδείνωση στο άγχος, δείχνει ότι έχουμε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Προφανώς ζητούμε την ουσιαστική ενίσχυση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και την αυστηροποίηση των προστίμων. Η πολυπόθητη ανάπτυξη και τα συνεχόμενα ρεκόρ του τουρισμού δεν γίνεται να χτίζονται πάνω σε εξουθενωμένους και απλήρωτους εργαζόμενους».
Είναι σαφές ότι η δημόσια συζήτηση για την παραγωγικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη οφείλει να συνδεθεί στενά με τον έμπρακτο σεβασμό στον χρόνο εργασίας. Τα ευρήματα της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την επιστημονική ευθύνη των Χρήστου Γούλα και Γιώργου Αργείτη, αποτελούν ανάλυση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ







































































































