Η ολοκλήρωση της δημόσιας ηλεκτρονικής διαβούλευσης για την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική της περιόδου 2026-2035 από το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας, κρίσιμης φάσης για ένα από τα πλέον φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε στο μήνυμά της η αρμόδια Υπουργός Δόμνα Μαρία Μιχαηλίδου, το κείμενο είναι ένα στρατηγικό σχέδιο που καλείται να δώσει απτές λύσεις σε μια πιεστική πραγματικότητα.
Το στεγαστικό πρόβλημα έχει πάψει προ πολλού να αφορά αποκλειστικά τους αριθμούς και τους δείκτες της κτηματαγοράς. Αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής μας συνοχής. Αφορά τους νέους ανθρώπους που αδυνατούν να αυτονομηθούν και να ξεκινήσουν τη δική τους ζωή, τα νέα ζευγάρια που διστάζουν να δημιουργήσουν οικογένεια μπροστά στο δυσβάσταχτο κόστος ενοικίασης, τους φοιτητές που αναζητούν απεγνωσμένα ένα προσιτό δωμάτιο, καθώς και τους εργαζόμενους που βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται στις δαπάνες διαβίωσης.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία διαλόγου, η Πολιτεία διατείνεται πως άκουσε προσεκτικά τις ανησυχίες των πολιτών και των φορέων, προκειμένου να ενσωματώσει ρεαλιστικές παρεμβάσεις που θα οδηγήσουν σε περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, με ξεκάθαρους κανόνες και απόλυτη διαφάνεια.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και η εθνική στεγαστική πραγματικότητα
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της πρόκλησης, οφείλουμε να τοποθετήσουμε την εθνική μας πραγματικότητα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόσβαση σε προσιτή και ποιοτική κατοικία αποτελεί πλέον κορυφαία προτεραιότητα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, απαιτούνται περισσότερες από 2.000.000 νέες κατοικίες ετησίως για να καλυφθεί η τρέχουσα ζήτηση, γεγονός που μεταφράζεται σε ένα τεράστιο επενδυτικό κενό της τάξης των 150 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερα, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Η χώρα μας βιώνει τις συνέπειες μιας παρατεταμένης περιόδου αποεπένδυσης στον κατασκευαστικό τομέα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, πάνω από το 80% του οικιστικού αποθέματος της επικράτειας έχει κατασκευαστεί πριν από το 2000, γεγονός που το καθιστά ενεργειακά αθωράκιστο και σε πολλές περιπτώσεις ακατάλληλο προς άμεση χρήση χωρίς εκτεταμένες ανακαινίσεις. Το πιο οξύμωρο, όμως, στοιχείο της εθνικής μας περίπτωσης είναι η ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων κενών κατοικιών.
Υπολογίζεται ότι περίπου 800.000 κατοικίες, εξαιρουμένων των εξοχικών και των δευτερευουσών, παραμένουν ερμητικά κλειστές, την ίδια στιγμή που τα ενοίκια καλπάζουν και η ζήτηση κορυφώνεται. Αυτή η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές αλλαγές που οδηγούν σε μικρότερα αλλά περισσότερα νοικοκυριά, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα, που πιέζει ασφυκτικά τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Το πρόβλημα στην Κρήτη
Στρέφοντας το βλέμμα μας στην Κρήτη, η ανάλυση των επίσημων δεδομένων της Στρατηγικής αναδεικνύει μια εικόνα γεμάτη αντιθέσεις, η οποία απαιτεί προσεκτική ανάγνωση από τις τοπικές κοινωνίες και την αυτοδιοίκηση. Το οικιστικό απόθεμα του νησιού ανέρχεται στις 375.235 κατοικίες, αριθμός που αντιπροσωπεύει το 6% του συνολικού εθνικού αποθέματος.
Σε οικονομικό επίπεδο, η Κρήτη εμφανίζει μια ισχυρή ανθεκτικότητα. Καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας σε όλη την Ελλάδα, το οποίο περιορίζεται στο 12,7%, έναντι ποσοστών που ξεπερνούν το 30% σε άλλες περιφέρειες της χώρας. Παράλληλα, η γενική στεγαστική επιβάρυνση στο νησί διαμορφώνεται στο 18,5%, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Ωστόσο, η φαινομενικά ευνοϊκή αυτή στατιστική εικόνα κρύβει βαθιές ανισότητες και δομικές αδυναμίες. Ένα τεράστιο μέρος του προβλήματος εντοπίζεται στον αριθμό και στην κατάσταση των κενών κατοικιών.
55.500 παλιά σπίτια στην Κρήτη
Στην Κρήτη, ένα ποσοστό της τάξης του 34,9% των κενών κατοικιών αφορά ακίνητα με μεγάλη παλαιότητα. Μιλάμε για περίπου 55.500 σπίτια, τα οποία παραμένουν εκτός αγοράς. Οι λόγοι είναι πολλοί και σύνθετοι. Η πολυϊδιοκτησία, τα άλυτα κληρονομικά ζητήματα, η έλλειψη κεφαλαίων για την απαραίτητη ενεργειακή και στατική αναβάθμιση, αλλά και οι ιδιαίτερα αυστηροί πολεοδομικοί περιορισμοί που διέπουν πολλούς παραδοσιακούς οικισμούς της κρητικής ενδοχώρας, λειτουργούν ως τροχοπέδη.
Η αδυναμία αξιοποίησης αυτού του τεράστιου αδρανούς κεφαλαίου στερεί από τις τοπικές αγορές του Αγίου Νικολάου, του Ηρακλείου, των Χανίων και του Ρεθύμνου πολύτιμες στεγαστικές λύσεις, που θα μπορούσαν να αποσυμπιέσουν άμεσα τα ύψη των ενοικίων.
Ο τουρισμός, η βραχυχρόνια μίσθωση και η κρίση της δημόσιας λειτουργίας
Το μεγαλύτερο ίσως αγκάθι για τις νησιωτικές περιοχές, και φυσικά για την Κρήτη, αποτελεί η εκρηκτική άνοδος της τουριστικής δραστηριότητας και η ραγδαία εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η τεράστια ζήτηση για τουριστικά καταλύματα έχει απορροφήσει ένα μεγάλο κομμάτι του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος, μετατρέποντας τις κατοικίες από χώρους μόνιμης διαβίωσης σε επενδυτικά προϊόντα υψηλής απόδοσης.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου ασφυξία στην εξεύρεση στέγης για μια πολύ συγκεκριμένη, αλλά απολύτως κρίσιμη κατηγορία πολιτών, τους δημόσιους λειτουργούς. Εκπαιδευτικοί που καλούνται να στελεχώσουν τα σχολεία του Λασιθίου και της υπόλοιπης περιφέρειας, γιατροί και νοσηλευτές απαραίτητοι για τη λειτουργία των νοσοκομείων, αστυνομικοί, λιμενικοί και πυροσβέστες, βρίσκονται συχνά σε απόγνωση, αδυνατώντας να βρουν ένα αξιοπρεπές κατάλυμα σε προσιτή τιμή.
Η Εθνική Στρατηγική αναγνωρίζει ρητά το πρόβλημα αυτό και προκρίνει μια σειρά από στοχευμένα μέτρα. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η καθιέρωση μιας διπλής επιστροφής ενοικίου για περίπου 50.000 δημοσίους υπαλλήλους που υπηρετούν εκτός έδρας, σε μια προσπάθεια άμβλυνσης του αυξημένου κόστους διαβίωσης.
Ψηφιακή πλατφόρμα
Παράλληλα, σχεδιάζεται η δημιουργία μιας εξειδικευμένης ψηφιακής πλατφόρμας που θα χαρτογραφεί τις διαθέσιμες κατοικίες στους νησιωτικούς δήμους και θα τις αντιστοιχίζει με τις στεγαστικές ανάγκες του δημοσίου προσωπικού. Επιπλέον, προβλέπεται η υλοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος παραχώρησης δημόσιας γης στα νησιά, με σκοπό την ανάπτυξη κατοικιών που θα διατίθενται με αυστηρά κοινωνικά και προσιτά κριτήρια. Στο ίδιο πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί και το σχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το οποίο, μέσω του νέου Φορέα Αξιοποίησης Ακινήτων, προγραμματίζει την κατασκευή 10.500 κατοικιών για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, με την Κρήτη να περιλαμβάνεται στις περιοχές προτεραιότητας της επόμενης φάσης ανάπτυξης.
Η φοιτητική στέγη ως αναπτυξιακός πυλώνας
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της στεγαστικής πολιτικής, με άμεσο και ισχυρό αντίκτυπο στην Κρήτη, είναι η φοιτητική στέγη. Η χώρα μας υστερεί δραματικά στον τομέα αυτό, καθώς οι δημόσιες φοιτητικές εστίες καλύπτουν ένα ελάχιστο ποσοστό των αναγκών, πολύ κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που κυμαίνεται στο 15-18%. Αυτό το έλλειμμα αναγκάζει τις οικογένειες να επωμίζονται δυσβάσταχτα κόστη, ενώ συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλούς νέους προκειμένου να επιλέξουν περιφερειακά ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Για την Κρήτη, όμως, το τοπίο αναμένεται να αλλάξει ριζικά τα επόμενα χρόνια. Ήδη έχει δρομολογηθεί και προχωρά ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομών των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο αφορά την κατασκευή νέων φοιτητικών εστιών για το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Το έργο αυτό, που υλοποιείται μέσω του μοντέλου των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), διαθέτει έναν προϋπολογισμό που αγγίζει τα 255.000.000 ευρώ. Όταν ολοκληρωθεί, θα προσθέσει 4.846 νέες κλίνες στις πανεπιστημιούπολεις. Αν σε αυτό προστεθεί και το πρόγραμμα εκτεταμένης ανακαίνισης των υφιστάμενων εστιών του Πολυτεχνείου Κρήτης, αντιλαμβάνεται κανείς ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρέμβαση ιστορικής κλίμακας.
Η δημιουργία αυτών των υποδομών δεν θα ανακουφίσει απλώς χιλιάδες οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά ταυτόχρονα θα απελευθερώσει έναν μεγάλο αριθμό μικρών διαμερισμάτων στις τοπικές αγορές, ρίχνοντας τις τιμές των ενοικίων και βελτιώνοντας την προσιτότητα για τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Το συνολικό σχέδιο και το μεγάλο στοίχημα της εφαρμογής
Η Εθνική Στρατηγική Στεγαστικής Πολιτικής της επόμενης δεκαετίας είναι αναμφίβολα ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα. Στηρίζεται σε ένα πλέγμα 48 διαφορετικών προγραμμάτων και παρεμβάσεων, κινητοποιώντας πόρους που συνολικά υπερβαίνουν τα 6,5 δισ. ευρώ. Μέσα από δράσεις όπως το επιτυχημένο πρόγραμμα δανειοδότησης «Σπίτι μου» που διευκολύνει την αγορά πρώτης κατοικίας από νέους, το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» που στοχεύει στο άνοιγμα των κλειστών διαμερισμάτων, αλλά και τον περιορισμό της εμπορικής κερδοσκοπίας μέσω της αύξησης του ορίου επένδυσης στις 800.000 ευρώ για τη Golden Visa στα μεγάλα νησιά, επιχειρείται μια συνολική αναδιάταξη της αγοράς. Η πρόταση για θεσμοθέτηση του Ενιαίου Φορέα Στεγαστικής Πολιτικής και του Εθνικού Δείκτη Τιμών υπόσχονται επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια και καλύτερο κεντρικό συντονισμό.
Για την Κρήτη, τον Άγιο Νικόλαο, το Λασίθι και την ευρύτερη περιφέρεια, το μεγάλο στοίχημα της επόμενης μέρας δεν κρύβεται στις διακηρύξεις των κειμένων, αλλά στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της υλοποίησής τους στο πεδίο. Η γραφειοκρατία, οι χρονοβόρες αδειοδοτήσεις και η έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού είναι εμπόδια που πρέπει να υπερκεραστούν άμεσα. Το στεγαστικό είναι πλέον ένα ζήτημα εθνικής επιβίωσης και δημογραφικής προοπτικής. Μόνο εάν τα μέτρα αυτά μεταφραστούν γρήγορα σε ανοιχτές πόρτες και προσιτά συμβόλαια, θα μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι οι νέες γενιές θα έχουν το θεμελιώδες δικαίωμα να ζήσουν, να εργαστούν και να προκόψουν στον τόπο τους, διατηρώντας ζωντανό και συνεκτικό τον κοινωνικό ιστό της Κρήτης.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ





































































































