Μπορεί και να πει κανείς ότι η ιστορία ενίοτε επαναλαμβάνεται, αν δούμε τι συνέβαινε στα νότια παράλια της Κρήτης τον Νοέμβριο του 1892, όταν έφταναν καραβιές Βεγγαζίων προσφύγων στα λιμάνια και στους όρμους του νησιού. Κατά τις οθωμανικές Αρχές, αυτό γινόταν λόγω λιμού, αλλά, κατά τους χριστιανούς βουλευτές, ως μέρος σχεδίου του Σουλτάνου για να αυξηθεί ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού που είχε μειωθεί δραματικά, λόγω των αλλεπάλληλων επαναστάσεων των χριστιανών τον 19ο αιώνα. Να σημειώσουμε ότι όλη η Βόρεια Αφρική ήταν τότε επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως και η Κρήτη.
Η εφημερίδα «Κρήτη» της 4ης Δεκεμβρίου 1892 αναφέρει: «Κατάπλους Βεγγαζίων εις Ιεράπετραν» και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περιγραφή της υποδοχής και αλληλεγγύης, που έδειξαν οι κάτοικοι της Ιεράπετρας στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες πριν από 134 χρόνια. Μια ιστορία που παρουσιάζει αξιοσημείωτους παραλληλισμούς με σύγχρονες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές προς τη νότια Κρήτη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, η ομάδα που είχε αναχωρήσει από τη Δέρνη (Λιβύης) με προορισμό τη Βηρυτό, εξ αιτίας αντίθετων ανέμων κατέπλευσε στην Ιεράπετρα. Οι πρόσφυγες έφθασαν σε άθλια κατάσταση, άνδρες και γυναίκες γυμνοί, εξαντλημένοι και παγωμένοι. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες που είχαν γεννήσει μέσα στο πλοίο μαζί με τα νεογέννητα παιδιά τους. Οι τοπικές αρχές και οι κάτοικοι της Ιεράπετρας προχώρησαν σε μια εντυπωσιακή για την εποχή ανθρωπιστική κινητοποίηση. Τους μετέφεραν σε ζεστούς χώρους, τους έδωσαν ρούχα, τροφή και στέγη, ενώ οργανώθηκε ειδική επιτροπή για την περίθαλψή τους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Σακήρ Αγά από το Μεραμπέλλο, ο οποίος κατέβαλε 1.200 γρόσια για να συμπληρωθεί ο ναύλος του πλοίου των προσφύγων.
Γράφει η εφημερίδα: «Τα δυστυχή θύματα του λιμού βλέποντα τας περιποιήσεις ταύτας έχυνον άφθονα δάκρυα χαράς και αγαλλιάσεως και ανέπεμπον ομοθυμαδόν ευχάς και ευλογίας προς τον ύψιστον υπέρ του Σεπτού ημών Άνακτος, εκφωνούντα εν τη εαυτών διαλέκτω «νίκην δώρησον, Θεέ, τω Σουλτάνω», τούθ ‘ όπερ μεγίστην επροξένησεν ευχαρίστησιν εις πάντας τους παρευρισκομένους.
»Καθ’ εκάστην δε εν τω προγεύματι και τω δείπνω αυτών μεταβαίνοντες εις τα καταλύματά των μετά του στρατού και της χωροφυλακής περιποιούμεθα αυτούς διανέμοντες την τε πρωίαν και το εσπέρας ζωμόν, πιλάφιον, άρτον επαρκή δι’ έκαστον άτομον, κάρβουνα και λοιπά χρειώδη. Ο έκτακτος ζήλος, ον αναπτύσσει η επιτροπή είναι ανώτερος παντός επαίνου»αναφέρει η εφημερίδα.
ΥΓ: Ευχαριστούμε την ιστορικό Μαρία Σωρού για την κοινοποίηση του σχετικού αποκόμματος της εφημερίδας.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΛΩΝΤΖΑΣ


































































































